Προπαγάνδα και άγνοια συνοδεύουν την αναζωπύρωση της διαμάχης γύρω από το όνομα της Μακεδονίας
"Η εξωτερική πολιτική δεν γίνεται στα παράθυρα"
(Παν. Ψωμιάδης, παράθυρο Alpha, 25/9/2007)
Η αναθέρμανση του δημόσιου ενδιαφέροντος για το «Σκοπιανό» συνοδεύεται για μια ακόμα φορά με μια σειρά «επιχειρημάτων», τα οποία υποτίθεται ότι στηρίζουν με ιστορικά ντοκουμέντα τις επίσημες ελληνικές θέσεις. Είχαμε αναλύσει με άλλη ευκαιρία τις κυριότερες από αυτές τις ανιστόρητες ή και χαλκευμένες θέσεις («Οι δέκα μύθοι του Σκοπιανού», 23/10/05), που μπορεί να είχαν λόγο ύπαρξης σε περιόδους πολέμων και έκτακτων καθεστώτων, αλλά δεν έχουν θέση σε μια σοβαρή πολιτική και διπλωματική αντιπαράθεση. Απλώς λειτουργούν ως στοιχεία εθνικής αυτοϊκανοποίησης.
Η «ανύπαρκτη» Σερβία
Το πρώτο χτυπητό παράδειγμα προσφέρει η άμεση μετεκλογική υπόδειξη του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ανθίμου, κατά την επίσημη εκδήλωση για τα 85χρονα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ανεμίζοντας έναν προπολεμικό χάρτη της Γιουγκοσλαβίας, όπου η σημερινή ΠΓΔΜ (και τμήμα του Κοσσυφοπεδίου) αναγράφονται σαν «Διοίκηση του Βαρδάρη» (Βαρντάρσκα Μπανοβίνα), ο Βορειοελλαδίτης ιεράρχης εμφανίστηκε με τη βεβαιότητα ότι με το χάρτη αυτό δίνει αποστομωτική απάντηση στους «εχθρούς της Ελλάδας».
Δεν πρόκειται, βέβαια, για καινούρια ανακάλυψη. Το επιχείρημα χρονολογείται από το 1991-92, περιλαμβάνεται δε -αρκετά διακριτικά- στην επίσημη ελληνική απάντηση προς την Κομισιόν για το εμπάργκο κατά της ΠΓΔΜ το 1994 (Γ. Βαληνάκης - Σ. Ντάλης, «Το ζήτημα των Σκοπίων. Επίσημα κείμενα 1990-1996», Αθήνα 1996, σ.249). Εκτοτε επαναλαμβάνεται κατά καιρούς από πολιτικούς όπως ο Παπαθεμελής («Ε» 17/3/01) αλλά κι από αριστερογενείς συνιστώσες του «εθνικού χώρου» («Ρήξη», «Ρεσάλτο»). Τον τελευταίο καιρό αποτελεί, ωστόσο, το αγαπημένο κλισέ του Καρατζαφέρη. «Τα Σκόπια έχουν όνομα: ΒΑΡΝΤΑΡΣΚΑ», διακηρύσσει π.χ. πρωτοσέλιδα η «Α1» (26/5/07). Ο αρχηγός του ΛΑΟΣ διένειμε μάλιστα στην Ευρωβουλή φωτοτυπίες γιουγκοσλαβικού γραμματοσήμου του 1939. Σύμφωνα με τις «Ελληνικές Γραμμές» του Βορίδη, «έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση» καθώς «φαίνεται καθαρά ότι τα Σκόπια ονομάζονταν επισήμως "Βαρντάρσκα"» (4/6/07).
Το κύριο πρόβλημα μ' αυτό το επιχείρημα είναι ότι, εκτός από την «ανυπαρξία» γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, «τεκμηριώνει» επίσης την ανυπαρξία ...Σερβίας, Κροατίας, Σλοβενίας κι όλων εν γένει των ιστορικών περιοχών απ' τις οποίες απαρτίστηκε η πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία! Η ονομασία «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα» επιβλήθηκε το 1929 (και παγιώθηκε με το Σύνταγμα του 1931) από τη δικτατορία του βασιλιά Αλέξανδρου, στο πλαίσιο της γενικότερης «κατάργησης» όλων των ιστορικών περιφερειών, που αντικαταστάθηκαν από Διοικήσεις («Μπανοβίνες») με τα ονόματα των τοπικών ποταμών: η Σερβία έγινε «Μοράβσκα Μπανοβίνα», η Κροατία «Σάβσκα», η Δαλματία «Πριμόρσκα», η Σλοβανία «Ντράβσκα», το Μαυροβούνιο «Ζέτσκα», η δε Βοσνία-Ερζεγοβίνη «Ντρίνσκα» και «Βρμπάσκα» Μπανοβίνα. Σκοπός του εγχειρήματος ήταν η εξάλειψη των ιστορικών εθνοτήτων της χώρας με τη συγχώνευσή τους σ' ένα ενιαίο «γιουγκοσλαβικό» έθνος υπό τον έλεγχο της σερβικής στρατιωτικοπολιτικής ελίτ. Το αποτέλεσμα υπήρξε ωστόσο η όξυνση των εθνικών αντιθέσεων, με τις γνωστές τραγικές επιπτώσεις στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Με δυο λόγια, τα γραμματόσημα του κ. Καρατζαφέρη και οι χάρτες του κ. Ανθίμου μπορεί ίσως να εντυπωσιάζουν κάποιους ευκολόπιστους συμπατριώτες μας, κάθε άλλο παρά συμβάλλουν όμως στη στήριξη των εθνικών θέσεων. Πόσο μάλλον αφού πάγια θέση της ελληνικής ιστοριογραφίας και γεωγραφίας, στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου και 20ού αιώνα, υπήρξε απεναντίας η οριοθέτηση της Μακεδονίας προς βορράν με το όρος Σκάρδος (Σαρ Νταγ ή Σαρ Πλάνινα), τα σημερινά δηλαδή σύνορα Σερβίας - ΠΓΔΜ. Αρκεί ένα απλό ξεφύλλισμα του Παπαρρηγόπουλου κι ένα κοίταγμα στο χάρτη για να διαπιστώσει κανείς ότι, σύμφωνα με τον εθνικό μας ιστορικό, «τα Σκόπια» ανήκαν εξ ολοκλήρου στην (ευρύτερη) Μακεδονία...
Το ανύπαρκτο σαντζάκι
Μητροπολίτες και παραδοσιακοί ακροδεξιοί δεν αποτελούν ωστόσο παρά την κορυφή του παγόβουνου. Ενα μεγάλο μέρος από τις ανιστόρητες παραδοχές που έχουν γίνει την τελευταία δεκαπενταετία «κτήμα» της κοινής γνώμης, συμβάλλοντας στην αδιέξοδη ανακύκλωση του προβλήματος, προέρχεται από τη μακεδονολογία των ΜΜΕ. Η τελευταία χαρακτηρίστηκε ευθύς εξαρχής από ένα μίγμα ημιμάθειας και εναγώνιας προσπάθειας για την πάση θυσία δικαίωση της «εθνικής» γραμμής. Δυστυχώς, αυτή η πρακτική συνεχίστηκε και μετά την υποχώρηση της εθνικιστικής υστερίας του 1991-95.
Ενα τυπικό παράδειγμα, που αλιεύσαμε πρόσφατα σε τούτην εδώ την εφημερίδα: «Το ίδιο και επί Οθωμανών. Αλλο το σαντζάκι Μακεδονίας με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη και άλλο το σαντζάκι του Βαρδάρη με τα Σκόπια μέσα. Μακεδονία (του Πιρίν) άρχισαν να ονομάζουν την περιοχή στα νεώτερα χρόνια, πρώτοι οι Βούλγαροι, άμα τη γεννήσει (κατά τον 19ον και 20όν αιώνα) του Βουλγαρικού εθνικισμού» («Ναυτίλος» του Στάθη Σταυρόπουλου, 30/12/06).
Οποιο στοιχειωδώς επιστημονικό βιβλίο -οποιασδήποτε εθνικότητας- περί Μακεδονικού κι αν ανοίξει κανείς, το πρώτο πράγμα που μαθαίνει είναι ότι ουδέποτε υπήρξε διοικητική οντότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (σαντζάκι, καζάς ή βιλαέτι) που να έφερε το όνομα «Μακεδονία». Κάποιοι μάλιστα, όπως ο καθηγητής Κ.Δ. Πολυχρονιάδης, υποστηρίζουν ότι η ονομασία αυτή «απαλείφθηκε» από τους Οθωμανούς «καθ' ό υπενθυμίζουσα τοις Βαλκανικοίς λαοίς ιστορικάς παραδόσεις» («Μελέτη περί της διοικήσεως των ανακτηθεισών χωρών της Μακεδονίας», Εθνικόν Τυπογραφείον, Εν Αθήναις 1913, σ. 9). Δεν χρειαζόταν, βέβαια, κανείς να ψάξει τόσο πολύ. Ακόμη και το επίσημο «ενημερωτικό» φυλλάδιο που κυκλοφόρησε το υπουργείο Παιδείας επί «σκοπιανού» να είχε μπει στον κόπο ν' ανοίξει, θα μάθαινε ότι «τον καιρό της οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν υπάρχει διοικητικό διαμέρισμα με το όνομα "Μακεδονία"» («Μακεδονία. Ιστορία και πολιτική», Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1992, σ.18).
Ούτε «σαντζάκι του Βαρδάρη» υπήρξε όμως ποτέ. Τους ΙΕ' και ΙΣτ' αι. ολόκληρη η ευρύτερη Μακεδονία υπαγόταν στο «σαντζάκι του Πασά» της Ρούμελης (Pasa Livasi), που είχε έδρα τη Σόφια και του οποίου η εσωτερική διαίρεση παραμένει άγνωστη. Τους ΙΖ' και ΙΗ' αι. η Μακεδονία κατανέμεται στα σαντζάκια της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας, του Μοναστηρίου, της Οχρίδας, των Σκοπίων και -εν μέρει- του Κιουστεντίλ (Νίκος Σβορώνος, «Από το 1430 ώς το 1821», στην ημιεπίσημη έκδοση «Μακεδονία. 4.000 χρόνια ελληνικής Ιστορίας και πολιτισμού», Αθήνα 1982, σ. 361). Μετά το «νόμο περί βιλαετίων» του 1864, και μέχρι την κατάλυση της οθωμανικής εξουσίας το 1912, υπάρχουν το βιλαέτι Θεσσαλονίκης (Vilayet-i Selanik), το οποίο διαιρείται στα σαντζάκια Θεσσαλονίκης, Σερρών και Δράμας, το βιλαέτι Μοναστηρίου (Vilayet-i Manastir) με τα σαντζάκια Μοναστηρίου, Σερβίων, Κορυτσάς, Ελμπασάν και Δίβρας, και το βιλαέτι Κοσσυφοπεδίου (Vilayet-i Kosova), με τα σαντζάκια Σκοπίων, Πρίστινας, Ιπέκ, Σενιτζέ και Πρίζρεν. Οι ονομασίες «Μακεδονία του Βαρδάρη» (για την νυν ΠΓΔΜ) και «Μακεδονία του Πιρίν» (για την περιοχή του Μπλαγκόεβγκρατ που ενσωματώθηκε στη Βουλγαρία -κι όχι βέβαια για τα Σκόπια, όπως νομίζει ο κ. Σταυρόπουλος) πρωτοεμφανίζονται μετά τους πολέμους του 1912-13 και τη διανομή των μακεδονικών επαρχιών μεταξύ των γειτονικών κρατών. Ούτε ο βουλγαρικός ούτε κανείς άλλος εθνικισμός χρησιμοποιεί αυτή την ορολογία το 19ο αιώνα.
Το ανύπαρκτο βέτο
Ο έλεγχος αυτών των ιστορικών ανακριβειών μπορεί να μοιάζει υπερβολικός σε μια περίοδο όπου όσοι εκφέρουν δημόσιο λόγο αρκούνται να αναμασούν «επιχειρήματα» που ακούνε στα τηλεπαράθυρα, αλλά δεν είναι μόνο η Ιστορία που υποφέρει απ' αυτούς τους αυτοσχεδιασμούς επί μακεδονικού χάρτου. Ανάλογη μεταχείριση επιφυλάσσεται και στο Διεθνές Δίκαιο, με θύμα μεταξύ άλλων και τη γνωστή «Ενδιάμεση Συμφωνία» που διέπει τις σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ.
Ε, λοιπόν, μια απλή ανάγνωση αυτής της Συμφωνίας θα αρκούσε για να καταλάβει κανείς ότι όλη αυτή η φιλολογία περί ελληνικού βέτο κατά της ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ είναι εκτός τόπου και χρόνου, διότι μια τέτοια ελληνική στάση θα παραβίαζε τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα μας και θα ήταν δυνατή μόνο αν είχε ήδη προ μηνών καταγγελθεί η Συμφωνία.
Το άρθρο 11 της Συμφωνίας αυτής -που υπογράφεται από τον σημερινό Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας ως υπουργό Εξωτερικών στην κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου- υποχρεώνει την Ελλάδα «να μην προβάλει αντιρρήσεις στην αίτηση ή τη συμμετοχή» της ΠΓΔΜ (ως τέτοιας) «σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς». Μετά το πέρας της πρώτης επταετίας από την υπογραφή της (1995-2002), η Συμφωνία αυτή μπορεί φυσικά να καταγγελθεί (και) από τη χώρα μας, με γραπτή δήλωσή της προς την άλλη πλευρά. Βάσει ωστόσο του άρθρου 22§2, αυτή η γραπτή δήλωση «θα έχει αποτελέσματα [απαλλάσσοντας δηλ. την Ελλάδα από τις παραπάνω δεσμεύσεις της] 12 μήνες μετά την επίδοσή της».
Κάθε συζήτηση περί ελληνικού «βέτο» στην ένταξη των γειτόνων μας στο ΝΑΤΟ είναι, με άλλα λόγια, νομικά αδιανόητη, αφού οι σχετικές διαδικασίες προβλέπεται να ξεκινήσουν σε δυο μήνες και να ολοκληρωθούν ώς τον ερχόμενο Απρίλιο. Προς τι, λοιπόν, η όλη παραφιλολογία περί «βέτο» που ξεκίνησε με το ντιμπέιτ και συνεχίζεται μέχρι σήμερα; Είναι δυνατόν όλοι οι συμμετέχοντες σ' αυτήν (δημοσιογράφοι, πολιτικοί και λοιποί εμπειρογνώμονες) να αγνοούν αυτή την πολύ απλή και σαφή πρόβλεψη; Ή μήπως μας δουλεύουν, όλοι τους, κανονικά;
Αυτή η απλή παρατήρηση εξηγεί και το λόγο που κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν έχει ξεστομίσει τον όρο «βέτο», ενώ ο ίδιος ο κ. πρωθυπουργός αισθάνθηκε την ανάγκη να δηλώσει ότι ουδέποτε ανέφερε τη λέξη! Βέβαια η υπουργός Εξωτερικών κατά την ομιλία της την περασμένη Κυριακή στη Βουλή επιχείρησε να μειώσει την ισχύ της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, με το επιχείρημα ότι «οι πράξεις και οι παραλείψεις των Σκοπίων και κάθε λογής προκλήσεις υπονομεύουν το πνεύμα και το γράμμα της Ενδιάμεσης Συμφωνίας». Υπονόησε δηλαδή για μια ακόμα φορά ότι μπορεί να αντιδράσει στην είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, ως «αντίμετρο» για την «προκλητική τους στάση». Ομως γνωρίζει η κυρία Μπακογιάννη ότι δεν υπάρχουν διεθνείς συμφωνίες που ισχύουν «κατά περίπτωση».
"Οι δημοσκοπήσεις θα δημοσιεύονται έως και την Παρασκευή πριν τις εκλογές"
(Θ.Ρουσόπουλος, 30/9/2007)
Με μια από τις πρώτες της αποφάσεις η νέα κυβέρνηση καταργεί την απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων τις τελευταίες δύο βδομάδες πριν από τις εκλογές. Αυτή η εξαγγελία αποτελεί ασφαλώς μια ένδειξη αναγνώρισης (και ίσως ευγνωμοσύνης) προς τις εταιρείες δημοσκόπησης που αποτελούν τα τελευταία χρόνια ένα ισχυρό παράγοντα σταθεροποίησης της εκάστοτε κυβέρνησης. Ασφαλώς ήταν γελοίο φύλλο συκής η απαγόρευση που ίσχυε για τις τελευταίες δύο βδομάδες, για να μην χειραγωγείται τάχα το εκλογικό σώμα. Η χειραγώγηση που επιτυγχάνεται από τους ψιθύρους, τις διαρροές, τα «κρυφά γκάλοπ» είναι πολύ μεγαλύτερη. Κατά συνέπεια, καλά κάνει η κυβέρνηση και καταργεί αυτό τον περιορισμό. Ομως αυτό το μέτρο αναγνώριζε έμμεσα ότι οι δημοσκοπήσεις δεν είναι απλώς μια μέθοδος μέτρησης της κοινής γνώμης, αλλά και ένα όπλο για τον πολιτικό της επηρεασμό. Αλλωστε και ο κ. Ρουσόπουλος τις χαρακτήρισε (άθελά του) στη Βουλή «προεκλογικού τύπου δράσεις».
Ολες οι εταιρείες πανηγύριζαν φέτος με την επιτυχία στις προβλέψεις τους. Αλλά το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι σε ποιο βαθμό η αξιοσημείωτη βεβαιότητα που παρουσίαζαν αυτές οι μετρήσεις είχε επίδραση στην τελική επιλογή των πολιτών. Αν συγκρίνει κανείς τη διαφορά των δύο μεγάλων κομμάτων που εμφάνιζαν οι μετρήσεις και που μειωνόταν στα όρια του στατιστικού λάθους με την τεράστια απόκλιση που παρουσίαζε η παράσταση νίκης υπέρ της Ν.Δ., θα αντιληφθεί ότι αυτή η πεποίθηση (που βέβαια προερχόταν από τις ίδιες τις δημοσκοπήσεις!) ήταν το δυνατό χαρτί της κυβερνητικής πλευράς και έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ της.
Στη σύγχρονη πολιτική σκηνή η σχέση δημοσκοπήσεων και εκλογικών αποτελεσμάτων τείνει να μεταμορφωθεί σε σχέση κότας και αυγού. Κανείς δεν μπορεί με σιγουριά να «μετρήσει» την πολιτική επίδραση των «μετρήσεων». Το πρόβλημα είναι ότι όλο και περισσότερο τα κόμματα εξουσίας υποχρεώνονται να διαμορφώνουν την πολιτική τους διαβάζοντας μετρήσεις και όχι συγκροτώντας κάποιο συνεκτικό πρόγραμμα. Το αποτέλεσμα είναι η εξαγγελία κάποιων «δημοφιλών» προτάσεων, αλλά και η προσπάθεια των κομμάτων να αποκρύψουν τα αντιδημοφιλή στοιχεία της πολιτικής τους, έτσι ώστε να μην τα περιλαμβάνουν οι εταιρείες στις έρευνές τους. Σ' αυτή την προσπάθεια συναινούν και οι εταιρείες, που ούτως ή άλλως εξαρτώνται από κάποιο μεγάλο κόμμα ή κάποιο ισχυρό μέσο ενημέρωσης.
Οι κυβερνήσεις είναι έτοιμες να αποδεχτούν τη «λαϊκή ετυμηγορία» των δημοσκοπήσεων σε θέματα όπως το βιβλίο Ιστορίας της Στ' Δημοτικού, αλλά βέβαια δεν θα δεχτούν ανάλογα αιτήματα της πλειοψηφίας για το πετρέλαιο θέρμανσης ή για το ασφαλιστικό. Στις σπάνιες περιπτώσεις που τολμούν τα κόμματα να αμφισβητήσουν τις δημοσκοπήσεις το αποτέλεσμα είναι να αυτογελοιοποιηθούν, όπως συνέβη με την αψυχολόγητη επίθεση Αθανασάκη κατά της MRB.
Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα όταν οι δημοσκοπήσεις αναλαμβάνουν το ρόλο να εκλέξουν αρχηγό σε κάποιο κόμμα, όπως συμβαίνει τώρα με το ΠΑΣΟΚ. Οι σχεδόν καθημερινές δημοσκοπήσεις, η πληθώρα των «ποιοτικών χαρακτηριστικών» που υποτίθεται ότι μετρούν έχουν οδηγήσει σε απόλυτη αφασία τους υποψήφιους αρχηγούς, που περιορίζονται σε σπασμωδικές κινήσεις. Μόλις διαπιστώθηκε ότι υστερεί ο κ. Παπανδρέου σε «αποφασιστικότητα» έναντι του αντιπάλου του, θέλησε να δείξει πυγμή στην κοινοβουλευτική ομάδα με τα γνωστά τραγελαφικά αποτελέσματα. Και μόλις οι «μετρήσεις» έδειξαν ότι ο κ. Βενιζέλος ενδιαφέρεται μόνο για την καρέκλα, εκείνος έκατσε αμέσως και συνέταξε πλατφόρμα 20 θέσεων για να αποδείξει την πολιτική του ιδιαιτερότητα. Αλλά και ο κ. Σκανδαλίδης υπέβαλε τη δική του υποψηφιότητα μόλις οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι χρειάζεται ένας τρίτος «ενωτικός» πόλος.
Το αστείο είναι ότι οι δημοσκοπήσεις αυτές εμφανίζουν μεγάλες διακυμάνσεις, ενώ είναι και μεταξύ τους αντιφατικές. Αλλά ποιος νοιάζεται; Μόνο τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που περιμένουν πού θα κάτσει η μπίλια για να πάρουν θέση υπέρ του ενός ή του άλλου.
Το αποτέλεσμα είναι ότι κόμματα και πολιτικά στελέχη μεταλλάσσονται όλο και περισσότερο σε μαριονέτες του ίδιου τους του εαυτού, έτοιμα να διαμορφώσουν το λόγο και τη δράση τους ανάλογα με τα «ευρήματα» της τελευταίας δημοσκόπησης.
ΜΕΧΡΙ ΣΤΙΓΜΗΣ δεν υπήρξε καμιά επίσημη αντίδραση από τα μέλη του Δ.Σ. της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών για το κυριακάτικο δημοσίευμά μας, το οποίο αναφερόταν στη χουντική προϋπηρεσία του προέδρου της Νικολάου Μέρτζου.
ΤΗ ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΤΟΥ με την ανάδειξη αυτού του θέματος εκφράζει ο αναγνώστης μας Χρήστος Σαββίδης: «Τώρα ανακαλύψαμε ποιος είναι ο Μέρτζος, ποιοι είναι οι φίλοι του και τι στη ζωή του υπηρέτησε; Χρειάζεται να σκάψει κανείς τόσο βαθιά για να βρει τις απόψεις του; Ο "Ελληνικός Βορράς", τι είδους εφημερίδα ήταν, το ξεχάσαμε; Πιο πιθανό βέβαια είναι το να μην γνωρίζουμε. Η κοινωνία της Θεσσαλονίκης, μπορεί να της παίρνει καιρό, βάζει τον καθένα στη θέση του. Αργεί, επειδή τα μέσα που διαθέτει -τύπος- είναι ανύπαρκτα».
ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΑΠΟΨΗ εκφράζει ο κ. Μ. Κυριακίδης: «Ως κάτοικος της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας θα ήθελα να σας εκφράσω την αγανάκτησή μου για την επιστολή του κ. Μέρτζου. "Χέστηκα" γράφει ο κ. Μέρτζος στην επιστολή του απαντώντας στις ερωτήσεις του "Ιού" και δεν αντιλαμβάνεται ότι έτσι χέζει πατόκορφα το κύρος ενός πνευματικού ιδρύματος και ολόκληρης της μακεδονικής κοινωνίας. Ποιος του δίνει αυτό το δικαίωμα; Ως πότε καταξιωμένοι διεθνώς Μακεδόνες ιστορικοί, όπως ο κ. Ιωάννης Κολιόπουλος και ο κ. Χαράλαμπος Παπαστάθης, θα επιτρέπουν να αναγορεύονται χουντικοί εκδότες-δημοσιογράφοι, δηλαδή άνθρωποι των ΜΜΕ με βεβαρημένο παρελθόν (αυτό κι αν είναι χαρακτηριστικό της Νέας Τάξης), ή δεν ξέρω τι άλλο, ως πνευματικοί εκφραστές της μακεδονικής κοινωνίας και ως εκπρόσωποι των επιστημόνων μελετητών της μακεδονικής ιστορίας; Δεν αντιλαμβάνονται ότι έτσι προσβάλλουν και τον ίδιο τους τον εαυτό; 'Η μήπως φοβούνται το παρακράτος, που πολλές φορές έχει αποδειχθεί ότι ζει και βασιλεύει στην πόλη μας; Ευθύνη των επιστημόνων δεν είναι μόνο να προάγουν τον πολιτισμό της κοινωνίας όπου ζουν αλλά και να προασπίζουν την ποιότητα του πολιτισμού της. Η σιωπή σας, κύριοι Κολιόπουλοι και Παπαστάθηδες, αποτελεί συνενοχή στο έγκλημα που διαπράττεται τα τελευταία χρόνια εις βάρος του κύρους της πόλης και της περιοχή μας».
ΕΚΕΙΝΟΣ ΒΕΒΑΙΑ που ανέλαβε την υπεράσπιση του κ. Μέρτζου ήταν -ποιος άλλος;- ο βουλευτής του ΛΑΟΣ Αδωνις Γεωργιάδης. Διάβασε μάλιστα από την εκπομπή του όλη την απάντηση Μέρτζου στον «Ιό», χωρίς να μπει βέβαια στον κόπο να διαβάσει και τη δική μας επιστολή. Φυσικά, όταν θαυμάζει το «χιούμορ» του Πλεύρη -που ήθελε από τηλεοράσεως να κάνει σαπούνι τον Πάγκαλο- είναι φυσικό να του ταιριάζει γάντι και το «χιούμορ» κάθε άλλου χουντικού.
Ο ΙΟΣ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ