Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.
Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.
Ανάλυση στα γεγονότα
Η «ευρω-νάρκη του Κοσόβου»
ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΚΡΑΤΟΣ
Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΩΡΤΖΗ*
Το τελευταίο στάδιο στη διαδικασία διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, η οποία άρχισε με πόλεμο πριν από σχεδόν μιάμιση δεκαετία, αποτελεί το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Με μία τελική ρύθμιση αυτού του κρίσιμου και εκκρεμούς ακόμη σήμερα ζητήματος εκφράζεται η ελπίδα ότι θα μπορούσε να αρχίσει μια αντίστροφη εξέλιξη που θα οδηγούσε τα πράγματα στην αντίθετη φορά. Ητοι, σε καταλλαγή και βαθμιαία προσέγγιση για να αντιμετωπιστούν επί τέλους και τα ανθρώπινα προβλήματα μιας ήδη εξαθλιωμένης κοινωνίας. Αυτό, βεβαίως, θα εξαρτηθεί από αυτήν τούτη την τελική ρύθμιση, η οποία θα πρέπει να μη δυσαρεστεί κανέναν, διότι θεωρείται εκ των προτέρων απίθανο το ότι θα μπορούσε αυτή να ικανοποιεί κάποιον. Σήμερα πλέον, δώδεκα χρόνια μετά το Ντέιτον και οκτώ από τους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς, είναι περισσότεροι εκείνοι οι «πρώην Γιουγκοσλάβοι» που έχουν ήδη αντιληφθεί το «παιχνίδι» που έγινε εκεί στην πλάτη τους από τους άλλους εκείνους, οι οποίοι συμμετείχαν οι ίδιοι σε αυτό «μετά ή άνευ γνώσεως» ή το αγνοούν ακόμη.
Οσο δε παραμένει σε εκκρεμότητα το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου τόσο θα παρεμβάλλονται και νέοι κρίσιμοι παράγοντες, που θα καθιστούν ακόμη δυσκολότερη μία έστω σε βασικά σημεία ρύθμισή του. Η κατάσταση έχει εξελιχθεί στο μεταξύ σ' ένα είδος διεθνοπολιτικού πόκερ, όπου η κάθε πλευρά προσπαθεί να «ιδεί» τα χαρτιά του αντιπάλου ή έστω να υπολογίσει τι χαρτιά κρατάνε οι άλλοι στα χέρια τους.
Μολαταύτα αποφασίστηκε να ανοίξει τελικά ακόμη ένας γύρος συνομιλιών για το Κοσσυφοπέδιο, ενώ θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως δεν πρόκειται να οδηγήσει σε κάποια ρεαλιστική λύση. Μια νέα πρόταση ρύθμισης της κατάστασης, του λεγόμενου «στάτους» του προτεκτοράτου, η οποία να είναι κοινά αποδεκτή ή να εμπεριέχει στοιχεία αποδοχής και από τα δύο μέρη, το σερβικό και το αλβανοκοσοβαρικό, είναι η μόνη πιθανή κατάληξη. Με δεδομένο λοιπόν το ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν θα είναι σε κάθε περίπτωση ικανοποιημένη, η νέα προσπάθεια με τις συνομιλίες που άρχισαν πρόσφατα στη Βιέννη προσανατολίζεται στο να καταλήξει σε μία φόρμουλα, όπου τουλάχιστον δεν θα είναι -απολύτως- δυσαρεστημένες οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Τούτο σημαίνει ότι η φόρμουλα θα περιορίζει τα θετικά για τη μία πλευρά, ήτοι την ανεξαρτησία υπό διεθνή εποπτεία, και ότι θα πρέπει να διασφαλίσει κάτι περισσότερο για τη σερβική μειονότητα, η οποία δεν ξεπερνά πληθυσμιακά το 1/10 του συνόλου. Ως προς το τελευταίο όμως, θα πρέπει να επισημανθεί γι' άλλη μια φορά πως δεν είναι το κυρίως ζητούμενο της διένεξης, όπως τούτο προβάλλεται τελευταία. Διότι το Κοσσυφοπέδιο αποτελεί τμήμα επικρατείας ενός κράτους που έχει συνυπογράψει τη Συνθήκη του Ελσίνκι, πέραν της εθνοϊστορικής σημασίας που δεν έπαψε ποτέ να έχει η περιοχή για τους Σέρβους. Πέραν δε τούτου, ο κοσοβάρικος αλβανόφωνος πληθυσμός δεν είναι η μοναδική ευρωπαϊκή πολυπληθής μειονότητα στο πλαίσιο ενός κράτους, όπου διαβιοί με καθεστώς ευρείας ή περιορισμένης αυτονομίας.
Οσο εντείνεται όμως η διεθνής αντιπαράθεση για το ζήτημα του μέλλοντος του Κοσσυφοπεδίου τόσο διαπιστώνει κανείς συνεχώς ότι εν προκειμένω απουσιάζουν οι κυρίως ενδιαφερόμενοι, ήτοι οι Ευρωπαίοι, η ίδια η Ενωση των «27». Ωσάν να μην αποτελούσε τούτο ένα καθαρά ευρωπαϊκό πρόβλημα, έστω και βαλκανικό. Η Ε.Ε. -διά του Χαβιέ Σολάνα, που «πάτησε το κουμπί» του πολέμου το 1999- είναι απλός θεατής της αντιπαράθεσης ΗΠΑ - Ρωσίας για το Κοσσυφοπέδιο, το εκκρεμές του οποίου μπορεί να λειτουργήσει σαν μια νάρκη για όλη την Ευρώπη. Η νέα προσπάθεια με τις συνομιλίες της Βιέννης ήταν το αποτέλεσμα της ρωσικής αντίδρασης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου διαφάνηκε σαφέστατα η βούληση του μετασοβιετικού Κρεμλίνου να στηρίξει «χωρίς άλλο» τις σερβικές θέσεις. Η πολιτική του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν εν προκειμένω εμφανίζει πτυχές μιας ευρύτερης στρατηγικής, στην οποία είναι ενταγμένα τόσο το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου όσο και η γεωπολιτικά αναδιαμορφούμενη κατάσταση στο συνολικό νοτιοευρωπαϊκό χώρο.
Εν όψει του αδιεξόδου που επαπειλείται ήδη, η ηγεσία των Αλβανοκοσοβάρων είχε την ατυχή έμπνευση να «προειδοποιήσει» με μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της περιοχής, ενθαρρυνόμενη προφανώς από τις επίσης ατυχείς δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ περί ανεξαρτησίας «εδώ και τώρα». Το ενδεχόμενο λήψης μιας τέτοιας απόφασης θα προκαλούσε απρόβλεπτες αντιδράσεις της άλλης πλευράς, οδηγώντας σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, μέσα στις οποίες κατ' ανάγκην θα εμπλακεί αναμφίβολα και η Ε.Ε.
Κάθε είδους μονομερής ενέργεια σε παρόμοιες κρίσεις με διεθνείς προεκτάσεις έχει αποδειχθεί αφενός ατελέσφορη κι αφετέρου περιπλέκει επί πλέον τα πράγματα. Κλασικό παράδειγμα τέτοιας διεθνοπολιτικής αυθαιρεσίας υπήρξε η από μέρους του Ραούφ Ντενκτάς ανακήρυξη του βορειο-κυπριακού ψευδοκράτους το 1983, το οποίο έχει αναγνωρίσει μόνον η «μητέρα» Τουρκία. Το ανακηρυχθέν κυπριακό ψευδοκράτος δεν πέτυχε τίποτε το θετικό, παρά μόνο την πλήρη διεθνή απομόνωσή του, λόγω της οποίας έχει -κατ' ανάγκην- καταστεί πεδίο παράνομων δραστηριοτήτων και λαθρεμπορίου, προκειμένου να αντιμετωπίσει το διαρκή κίνδυνο οικονομικής του κατάρρευσης. Η περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου εμφανίζεται ακόμη δυσκολότερη, καθώς θα καταστεί μόνιμο το καθεστώς του προτεκτοράτου, ενώ δεν αποκλείεται η έξαρση της βίας ακόμη και με την παρουσία των διεθνών δυνάμεων εκεί.
Το «γόρδιο δεσμό» του Κοσσυφοπεδίου αποτελεί η διεθνο-πολιτική και δικαϊκή πτυχή του ζητήματος, καθώς η «ανεξαρτητοποίησή» του θα προσέκρουε σαφώς στον όρο περί απαραβιάστου των συνόρων, που περιλαμβάνεται στο κείμενο της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι του 1975. Και η παραβίαση μιας βασικής αρχής, ως εκείνης του «απαραβιάστου» των ευρωπαϊκών συνόρων, η οποία καθορίζει το πνεύμα και το γράμμα μιας από τις θεμελιώδεις συνθήκες ευρωπαϊκής ασφάλειας και συνεργασίας, θα υπονόμευε το συνολικό ευρωπαϊκό σύστημα με πολύ επικίνδυνα επακόλουθα. Κι ακριβώς αυτός είναι ένας καίριος λόγος για τον οποίο η όποια λύση οφείλει να έχει κοινά σημεία αποδοχής, μέσα από τα οποία μπορεί να βρεθεί μία βάση προσαρμογής τους ακόμη και μέσα στο κείμενο της Συνθήκης του Ελσίνκι.
Ως προς τούτο, βεβαίως, χρειάζεται απαραίτητα η συναίνεση και όλων των ευρωπαϊκών κρατών που τη συνυπέγραψαν, καθότι με την επικύρωση της Συνθήκης το έτος 1975 εκείνο που ήθελαν να αποτρέψουν ήταν ο κίνδυνος μιας βίαιης αλλαγής συνόρων στην επικράτειά τους, αλλά και σε βάρος άλλων χωρών, εν προκειμένω και της «χαμένης» Σερβίας. Και ο ενδόμυχος φόβος των περισσοτέρων σήμερα, ανομολόγητος γαρ, καθώς όλοι έχουν να κάνουν με κάτι παρόμοιο, συνίσταται στις συνέπειες που μέλλει να ακολουθήσουν, οιονεί νομοτελειακά, από τη δημιουργία ενός τέτοιου -και δη βαλκανικού- πρωθύστερου.
* Ο Γιάννης Τζώρτζης είναι δημοσιογράφος και πολιτικός επιστήμονας