Αν ενθυμούμεθα καλώς (πράγμα παιζόμενο), ο Προϋπολογισμός και η σύνταξή του υπήρξε το «εθνικό θέμα», το οποίον χρησιμοποίησε σεμνά και ταπεινά ο κ. Καραμανλής για να σύρει τη χώρα σε εκλογές. Ε λοιπόν ουδείς εκ των αγορητών βουλευτών φάνηκε να το θυμάται (όπως παρατήρησε ο Πρόδρομος), αλλά και η όλη συζήτηση για δαύτον ήταν η πιο υποτονική κι αδιάφορη από παλινορθώσεως της Δημοκρατίας. Ισως επειδή όλοι ξέρουμε τι κούφια νούμερα είναι όλα αυτά, ότι τίποτα εξ όσων λέγονται δεν θα τηρηθεί, ουδέ καν θα επιδιωχθεί...
Αποξενώνεται ο λαός απ' το σύστημα - δεν είναι απαραιτήτως κακό, δεν είναι απαραιτήτως α-πολιτικό, μπορεί μια νέα πολιτική να κυοφορείται.
Νοσφεράτου.
Χρόνια τώρα ένοιωθα αυτό το όνομα, τη λέξη αυτήν οικεία, πλην όμως με μιαν απροσδιοριστία, σαν να μου έλεγε κάτι, που δεν μπορούσα να ακούσω - ψυχανεμιζόμουν μια σχέση, αλλά αυτή έμενε ασαφής,
γοητευτικά και σκοτεινά ασαφής, όσον άλλωστε γοητευτικά σκοτεινό κι ασαφές ήταν και το πλάσμα που άκουγε σε αυτό το όνομα, ο Νοσφεράτου.
Ωσπου διάβασα τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο να γράφει ότι έμαθε κι αυτός την ετυμολογία της λέξης -του ονόματος- πως πιθανόν να σημαίνει: ο φέρων τη νόσο...
Ακόμα κι αν δεν είναι αλήθεια, είναι γοητευτικό- άλλωστε με τους εγγράμματους Γερμανούς του φουτουρισμού, του μπαουχάουζ και της πρωτοπορίας του μεσοπολέμου, τίποτε δεν αποκλείεται.
....................................................
Η πόλη φωτισμένη για τις γιορτές
δεν αφήνει χώρο για μαυρόασπρα πλάνα πάνω στις στέγες των σπιτιών
ούτε για θλιμμένες μαύρες σκιές που προλαβαίνεις να δεις με την άκρη του ματιού να διασχίζουν το φως-καρέ ενός παραθύρου· η πόλη πια περιμένει τα ζόμπι να 'ρθουν πανστρατιά, τους φευγαλέους φόβους τους μασάει,
τις δειλές απειλές τις τρώει για μπρέκφαστ στα τηλεοπτικά πρωινάδικα,
τον Νοσφεράτου θα τον έκανε η κυρία Μενεγάκη καλσόν.
Αγέρωχη η πόλη αγνοεί.
Μέσα της γονατισμένη.
Ετσι ήταν οι πόλεις απ' όταν, το πρώτον, εφωτίσθηκαν.
Θέαμα παράξενο εκ του μακρόθεν -από το ύψος των ορέων με τις οξιές- για τους αρχαίους αέρηδες με τα παγωμένα γένια...
...αντιθέτως στα καθ' ημάς, θα μπορούσε να εκληφθεί ως οροπέδιο και η πλατεία Μαβίλη.
* * *
Οι γιορτές είναι σαν μια επίσκεψη των ονομάτων - σαν λέξεις γεμάτες αναμνήσεις, είναι κίνδυνος θάνατος για όσους ξέμειναν πίσω απ' τους χορούς των νεράιδων, αίφνης θλιμμένοι
σαν ένα παιδί που παίζει κρυφτό και σιγά-σιγά εννοεί ότι κανείς δεν ψάχνει να το βρει, ότι ματαίως ανακάλυψε και διάλεξε τον πιο καλόν κρυψώνα -κανείς δεν είχε το σθένος και την επιμονή τόσον πολύ να ψάξει- και γιατί; Ισως μάλιστα απ' την αρχή οι άλλοι να αδιαφορούσαν...
Η πόλη γελά με κάτι τέτοια, τα δάση τα σέβονται.
Οι πόλεις μεγαλώνουν, τα δάση μικραίνουν.
Κι εσύ στην πόλη ακούς ένα τραγούδι πέντε φορές και μια διαφήμιση εκατό. Βλέπεις ένα φιλμ μία φορά και βλέπεις τις διαφημίσεις χίλιες φορές - δεν μπορεί! κάποια στιγμή ξεμένεις πίσω απ' τη σκιά των ονείρων σου
και βγαίνεις έξω στο ηλεκτρικό φως της νύχτας,
όπως το παιδί που βγήκε από την κρυψώνα του, αζήτητο· παραξενεμένο (και συνεπώς παράξενο) απ' την ανακάλυψη ότι ο κόσμος δεν είναι δικός του.
Τι ερημιά, τότε!
Δεν σε δείχνει κανένα αστέρι. Και είναι από άχυρα οι άνθρωποι, όχι η φάτνη σου. Αχυρα χρυσόχρωμα, που στροβιλίζονται κάτω από το ηλεκτρικό φως της νύχτας, στους δρόμους, στις πλατείες, στις σειρήνες των περιπολικών που καραδοκούν να ηχήσουν...
....................................................
Ως εκ τούτων (κι άλλων πολλών) ο Νοσφεράτου ήταν πάντα μια λέξη. Καθόλου κακό. Πάντα μπορείς να καπνίσεις ένα τσιγάρο με μια λέξη και να πεις δυο κουβέντες μαζί της· πάντα μπορείς να προσπαθήσεις να δώσεις σε μια λέξη το νόημα που θέλεις να έχει.
Ακόμα κι όταν πια δεν την καταλαβαίνει κανείς.
Δεν την καταλαβαίνεις κι εσύ.
Δεν σε καταλαβαίνει κι εκείνη...
Ενα κρυφτό που έχει μαρμαρώσει κάτω απ' το ηλεκτρικό φως της νύχτας στην πόλη...
* * *
Με έναν λόγο μια φορά κι έναν καιρό, μακρυά απ' τα παγωμένα δάση σε ένα φωτεινό αλώνι από μπετόν, έπαιζε όλη νύχτα η ένοπλη θλίψη του γλυκύτατου Ναζαρινού με τη φτωχή ύβριν μιας θνητής και θανάσιμης απελπισίας. Κανένα δράμα και καμμία κάθαρση - ένα παιχνίδι απλώς για να περάσει η νύχτα.
Τα δράματα τα γράφουν οι συγγραφείς, μπορεί, στην πραγματικότητα και να μην έχουν συμβεί ποτέ.
Απέθαντος, αυτός που φέρει τον θάνατον - τη νόσον· ένα παιχνίδι των λέξεων. Δεν είναι δα και τα Ελευσίνια Μυστήρια, για να τρέξει να φωτισθεί ο Ιουλιανός.
Κι αθάνατος, ο θανάτω θάνατον πατήσας, ένα άχυρο απ' τη φάτνη Του η Ιλιάδα που μας πρόσφερε να ζούμε στον αιώνα...