Οταν λοιπόν η κυρία Ρεπούση και οι περί αυτήν εισηγούνται τον όρο «ελληνόφωνος χώρος» για την περίοδο της ξένης κυριαρχίας (1453-1821) κι όχι Ελλάδα, διότι κατά την άποψή τους «πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, δεν υπήρχε Ελλάδα», στην ουσία, οι καλοί μας «διαφωτιστές» λένε το ίδιο που, αιώνες νωρίτερα, έλεγε ο Γεννάδιος και όλοι οι Τουρκόφιλοι, εκφράζοντας την πιο μαύρη εκδοχή της Εκκλησίας, στην πιο σκοτεινή της εποχή, ότι δηλαδή «επιγνώσκειν τους Ελληνας όχι διά της γεωγραφίας, αλλά διά της θρησκείας». Παράδοξον; Καθόλου! Οταν κοινός παρονομαστής στον «διαφωτισμό» ορισμένων και στον σκοταδισμό άλλων είναι η χρήση της Ιστορίας ως νομιμοποιητικής της Εξουσίας, τότε αυτά που έλεγαν όσοι τότε στήριζαν την Οθωμανική Κυριαρχία ή την Ιερά Συμμαχία, λένε τώρα όσοι στηρίζουν τη Νέα Τάξη ή τους «Ανθρωπιστικούς Βομβαρδισμούς»...
.................................................
Αν εξαιρέσουμε τους Τούρκους στρατιωτικούς και το κεμαλικό καθεστώς στο εκπαιδευτικό σύστημα της γείτονος, θέμα α-συνέχειας των Ελλήνων (κάνοντας πολλούς από μας «Τούρκους» με την εύθυμη έννοια), έχουν θέσει μόνον οι καθ' ημάς αναθεωρητές της Ιστορίας.
Χωρίς έρευνα, χωρίς στοιχεία, με επιλεκτικές αναφορές στη βιβλιογραφία κι ακόμα επιλεκτικότερες ερμηνείες, εισηγούνται
στα ελληνικά γράμματα ένα θεώρημα που δεν δύνανται να αποδείξουν και ταυτοχρόνως προσφέρουν σε ορισμένες πολιτικές δυνάμεις την Ιστορία ως προπαγάνδα στο ταψί προκειμένου να νομιμοποιηθούν πολιτικές επιλογές επικίνδυνες για τον λαό
καθώς, για να επιτευχθούν, προϋποθέτουν την αποσύνδεση της λαϊκής παράδοσης (και της ισχυρής αντιστασιακής συνέχειας που τη διατρέχει) από το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας, δηλαδή τη συνεκτική αίσθηση του συνανήκειν (με όλες τις αξιώσεις για αυτεξούσιο που συνεπάγεται κάτι τέτοιο).
*****
Το μαγικό κλειδί που ξεκλειδώνει ή κλειδώνει πολιτικές συμπεριφορές που άπτονται των απαιτήσεων του λαού για εθνική κυριαρχία, έχει να κάνει με την αυτογνωσία του ίδιου του λαού· με το αίσθημα αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας, όχι μόνον στην αύρα του, αλλά στον τρόπο του. Πολλοί άλλοι (λαοί) που δεν διαθέτουν αυτήν τη συνέχεια την επινοούν ή την κατασκευάζουν, «εμείς» την αποδομούμε. Γιατί;
Η συνέχεια επιβάλλει χρέη, υποχρεώσεις -όποιος τα αντέχει. Αυτοί που δεν τα αντέχουν γιατί θέλουν «να κόψουν και οι άλλες αλεπούδες την ουρά τους»;
*****
Μπορεί ορισμένοι απ' τους αναθεωρητές της Ιστορίας να δηλώνουν Μαρξιστές ή αριστεροί αλλά, για να θυμηθούμε τον Μπρεχτ, δεν ενδιαφέρει μόνον αυτό που λένε αλλά και ο τρόπος που το λένε.
Διαλέγονται μόνον μεταξύ τους. Στους άλλους απλώς ανακοινώνουν. Αποφεύγουν τον αντίλογο διά ζώσης, ενώ δεν αποφεύγουν τις ύβρεις, τις γενικεύσεις και τις συκοφαντίες για τους αντιπάλους τους.
Επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια, ανεξαρτήτως αν στο μεταξύ τα λεγόμενά τους έχουν αντικρουσθεί κι εκπέσει. Υπέρμαχοι του λέγε-λέγε-λέγε κάτι θα μείνει, επιμένουν ενώ,
όταν ζοριστούν πολύ, καταφεύγουν στην εξουσία, κι όταν ζοριστούν περισσότερο στις (πανίσχυρες) παρέες τους στα ΜΜΕ.
Δεν ξέρω πόσον αριστερά είναι όλα αυτά, αλλά «αριστεροί» - ξαριστεροί, χρόνια τώρα, αυτοί οι άνθρωποι συνδιαχειρίζονται με την εξουσία και τον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας την εκπαιδευτική απορρύθμιση ή μάλλον Αντιμεταρρύθμιση.
Πότε με τους «εκσυγχρονιστές», πότε με τους «μεταρρυθμιστές» αλλά πάντα μέσα στα κονδύλια συγγραφής εκπαιδευτικών βιβλίων (όσο πιο συχνά γίνεται) δεν παραλείπουν να κατασκευάζουν έναν εύκολο αντίπαλο -αλλά και άλλοθι- (το σκιάχτρο του εθνικισμού) ώστε να τον κατατροπώνουν. Προς τούτο, εύκολα
συκοφαντούν τον πατριωτισμό που αντιστέκεται ως εθνικισμό που επιτίθεται! Ωραίοι! Αλλά έως εδώ.
***
Είναι αλήθεια ότι ανάμεσα στους αναθεωρητές της Ιστορίας και τους αντιλέγοντες υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή, την οποίαν δεν μπορούμε να παραβλέπουμε.
Οι υπέρμαχοι της ασυνέχειας των Ελλήνων υπήρξαν επίσης υπέρμαχοι του Σχεδίου Ανάν, υπέρ των βομβαρδισμών της Σερβίας και, οι πιο προχώ, υπέρ της εισβολής στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.
Είναι οι ίδιοι που κατηγορούν για «αντιαμερικανισμό» τους αντιιμπεριαλιστές ή για αντισημιτισμό τους επικρίνοντες τη φασιστική ισραηλινή πολιτική.
Είναι οι ίδιοι που συκοφαντούν τους εργαζόμενους πότε ως υψηλόμισθους (τραπεζικούς και λιμενεργάτες), πότε ως θρασείς κι απαιτητικούς (καθηγητές), πότε ως διεφθαρμένους και άξιους της τύχης τους (γεωργούς) και πότε ως υποκινούμενους (φοιτητές).
Είναι οι εμβληματικοί παράγοντες αυτού του κυρίαρχου σήμερα «πολιτισμού» των μη-κυβερνητικών οργανώσεων (με κάργα κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις), των ανεξάρτητων Αρχών (που διορίζει η εξουσία) κι άλλων τέτοιων φαιδρών. Τη συνέχειά τους, μέσω της α-συνέχειάς μας, θέλουν να εξασφαλίσουν οι άνθρωποι.
Το βλέπω δύσκολο.
Με τα καμώματά τους ξύπνησαν πολλούς!
Υ.Γ. Οσο για τους εκσυγχρονιστές δημοσιογράφους που κόπτονται υπέρ του βιβλίου της κυρίας Γιαννάκου, απαξιώνοντας τους άλλους ως ιστορικολογούντες, ας αναφερθούν οι ίδιοι σε ένα έστω βιβλίο (αριθμός ένα) και θα τους χαρίσουμε άλλα δέκα.