Με τη μετάφραση τα κλασικά κείμενα αφυπνίζονται

ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΧΙΝΑ

- Πώς θα αποτιμούσατε σήμερα, με νωπή ακόμη την ολοκλήρωση της μετάφρασης της «Οδύσσειας» του Ομήρου στα νέα ελληνικά, τις προσπάθειες ενδογλωσσικής μετάφρασης στον τόπο μας;

Δ.Ν.Μαρωνίτης: Η ενδογλωσσική μετάφραση (από τα αρχαία στα νέα ελληνικά) βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας υπό καθεστώς υποτίμησης και συνάμα κατάχρησης. Η υποτίμηση τεκμαίρεται, εκτός των άλλων, και από το γεγονός ότι, παρά τη σωρεία λογοτεχνικών κρατικών βραβείων, που έχουν θεσπιστεί και δίνονται κάθε χρόνο, η ενδογλωσσική μετάφραση παραμένει εκτός κρατικής αποτίμησης. Η κατηγορία εξάλλου της κατάχρησης δικαιολογείται πιστεύω, αν ληφθεί υπόψη η πληθωριστική μετάφραση αρχαίων δραμάτων (τραγωδιών και κωμωδιών), προορισμένων για το Φεστιβάλ Επιδαύρου, αλλά και για άλλα περιφερειακά φεστιβάλ. Στην πλειονότητά τους οι φεστιβαλικές αυτές μεταφράσεις ελέγχονται ευκαιριακές, όταν δεν είναι μεταφράσεις παλαιότερων μεταφράσεων.

-Φαντάζομαι, πάντως, ότι η παρατήρησή σας περί κατάχρησης δεν υπαινίσσεται ότι υπάρχουν κείμενα που δεν μεταφράζονται στη νεοελληνική ή πάντως, ότι οποιαδήποτε προσπάθεια απόδοσής τους στη γλώσσα που μιλάμε σήμερα, είναι καταδικασμένη να υστερεί σε σχέση με το πρωτότυπο.

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Εκκρεμεί πάντα το θεμελιακό ερώτημα αν και κατά πόσον τα κλασικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας είναι μεταφράσιμα, δυσμετάφραστα ή και αμετάφραστα. Προσωπικά συντάσσομαι ανεπιφύλακτα υπέρ της μεταφρασιμότητάς τους. Αλλως τα κείμενα αυτά, παραμένοντας αμετάφραστα, κατά κάποιον τρόπο ληθαργούν. Ενώ με τη μετάφραση αφυπνίζονται και επανέρχονται σε φάση εκφραστικής εγρήγορσης. Επιπλέον: μεταφρασμένα τα κλασικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας αποκαλύπτουν τον καταγωγικό τους χαρακτήρα (ιστορικό, γραμματολογικό και λογοτεχνικό), ενώ συγχρόνως αποβάλλουν το καταθλιπτικό βάρος της δογματικής και ανιστόρητης μυθοποίησής τους. Τέλος, η μεταφραστική μεταφορά των κλασικών κειμένων από το παρελθόν στο παρόν λειτουργεί ως καταλύτης της πραγματικής (ελεγκτικής αλλά και ελεγχόμενης) αξίας τους, σε όλα τα κρίσιμα πεδία της σύγχρονης κουλτούρας.

-Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες.

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Θεωρώ εκβιαστικά κάποια, κοινότοπα πλέον, διλήμματα τα οποία επιβαρύνουν ειδικότερα τις ενδογλωσσικές μεταφραστικές δοκιμές αρχαιοελληνικών κειμένων. Λόγου χάριν: το δίλημμα της ελεύθερης ή της πιστής μετάφρασης· της φιλολογικής ή της λογοτεχνικής· της παραδοσιακής ή της νεωτερικής. Με δεδομένη προϋπόθεση ότι ζητούμενο της μετάφρασης είναι το τόξο προβολής από τη γλώσσα-πηγή στη γλώσσα-στόχο (από τη μεταφραζόμενη δηλαδή γλώσσα στη μεταφραστική), είναι αυτονόητη η προτεραιότητα της πρώτης αλλά δεσπόζουσα η τελική σημασία της δεύτερης. Η προτεραιότητα της πρώτης αποτελεί κατά κάποιον τρόπο εγγύηση μεταφραστικής ετοιμότητας και εντιμότητας. Ενώ ο τελικός χαρακτήρας της δεύτερης προσανατολίζει τη μεταφραστική κίνηση (και συγκίνηση) προς τη μεταφραστική απόλαυση. Γενικότερα: η μεταφραστική θεωρία και πράξη δεν πρέπει να είναι οπισθοδρομική· οφείλει να είναι κάθε φορά παροντική, ελπίζοντας να αποβεί και προδρομική.

-Παραμένει ωστόσο η διάκριση, το δίλημμα, αν θέλετε, μεταξύ φιλολογικής και λογοτεχνικής μετάφρασης. Στα μαθητικά μου, τουλάχιστον, χρόνια η πρόκριση της φιλολογικής μετάφρασης έναντι της λογοτεχνικής τονιζόταν με κάθε τρόπο. Η εν χρήσει μετάφραση στην τάξη έπρεπε να υπηρετεί το πρωτότυπο, να διευκολύνει τη διδασκαλία. Δεν απασχολούσε η αυτοτέλεια των μεταφρασμένων κειμένων.

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Προτείνω την παράκαμψη, πράγμα που συνεπάγεται και την απόρριψη, του διλήμματος περί φιλολογικής ή λογοτεχνικής μετάφρασης. Επειδή κατ' αρχήν η διάζευξη αυτή αντιβαίνει στη σημασιολογική σύζευξη των δύο όρων. Αν φιλόλογος σημαίνει φίλος του λόγου, και λογοτέχνης τεχνίτης του λόγου, αναρωτιέται κανείς πώς νοείται η μία ιδιότητα ερήμην της άλλης. Εχω την αίσθηση ότι το προκείμενο δίλημμα προέκυψε, αφ' ενός, στο εσωτερικό της ακαδημαϊκής κοινότητας, προς ενίσχυση του κύρους της κλασικής φιλολογίας, αφ' ετέρου, στον ανοιχτό χώρο της λογοτεχνικής παραγωγής ως πρόσθετος δείκτης εκφραστικής δεξιοσύνης. Τελικώς, η αποκλειστική πρόκριση της φιλολογικής μετάφρασης υπονοεί μάλλον ατάλαντο φιλόλογο, ενώ η αποκλειστική προτίμηση της λογοτεχνικής μετάφρασης μάλλον αφιλολόγητο λογοτέχνη. Αντ' αυτού προτείνεται να κατοχυρωθεί η συμφιλίωση, αν όχι και η ταύτιση, των δύο όρων. Σύμφωνα και με το ιδρυτικό ελληνιστικό παράδειγμα, όπου φιλολογία και λογοτεχνία θεωρήθηκαν συμπληρωματικές λειτουργίες, η άσκηση των οποίων συχνά συνέπιπτε στο ίδιο πρόσωπο.

-Αναφέρατε όμως και ένα τρίτο δίλημμα, αυτό μεταξύ παραδοσιακής και νεωτερικής μετάφρασης. Πώς το λύσατε εσείς αυτό, κυρίως σε ότι αφορά τη μετρική -κοινό και βασανιστικό πρόβλημα όσων αναλαμβάνουν να μεταφράσουν ποίηση;

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Αναλόγως πλαστό κρίνεται και το δίλημμα της αναχρονιστικής ή της νεωτερικής μετάφρασης των κλασικών κειμένων. Μεταφραστικό εργαλείο στο κεφάλαιο αυτό πρέπει να είναι η ισχύουσα γλώσσα τής, σύγχρονης προς την εκπονούμενη μετάφραση, λογοτεχνίας, δίχως όμως να αγνοείται το διαχρονικό βάθος της μεταφραστικής γλώσσας. Με βάση αυτή την αρχή, στη μετάφραση της «Οδύσσειας» προκρίθηκε ο ελεύθερος (έρρυθμος πάντως) στίχος. Αφ' ενός, για να μη συμπιέζεται γλωσσικά, συντακτικά και υφολογικά το μεταφραστικό κείμενο από τους εκβιαστικούς κανόνες της μετρικής παράδοσης, αφ' ετέρου, για να αναδειχθεί ο εσωτερικός ρυθμός του λόγου έναντι του εξωτερικού, μετρικού ρυθμού, η προβολή του οποίου θα καθιστούσε τη μετάφραση συμβατική και τελικώς αναχρονιστική. Θεωρώ ότι μια τέτοια μεταφραστική επιλογή απελευθερώνει τη λανθάνουσα ένταση του πρωτότυπου κειμένου, που δημιουργείται μεταξύ του υποχρεωτικού μύθου του και της ελεύθερης πλοκής του.

-Πάντως, η παράκαμψη όλων αυτών των διλημμάτων δηλώνει ότι μάλλον θεωρείτε πως υπάρχει μια υπόγεια δίοδος που οδηγεί από το μεταφραζόμενο έργο στο μετάφρασμα και την οποία μπορεί και πρέπει να αναζητήσει ο μεταφραστής για να αποφύγει να ενδώσει «είτε στον αποτρόπαιο τρόμο είτε στην παρακλητική προσευχή», όπως είχατε κάποτε γράψει.

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Η ενδογλωσσική μετάφραση τοποθετεί τις σχέσεις αρχαίου και νέου ελληνισμού σε νηφάλια βάση, στο βαθμό που δεν θεωρεί αγεφύρωτη την απόσταση μεταξύ τους. Επιπλέον, απορρίπτει την κηδεμονία της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας από την αρχαιοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία. Αντ' αυτού η μεταφραστική συνάντησή τους, η τριβή τους ηλεκτρίζει τις δύο συμβαλλόμενες γλώσσες και λογοτεχνίες και ενεργοποιεί το λανθάνοντα μαγνητισμό τους.

-Θα μπορούσαμε να εξειδικεύσουμε όλα όσα ώς τώρα συζητήσαμε στη μεταφραστική περιπέτεια της «Οδύσσειας»;

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Στη μετάφραση της «Οδύσσειας», που εξελίχθηκε στα δεκατρία χρόνια της εκπόνησής της, διαμορφώθηκαν τρεις κυρίως στόχοι. Ο πρώτος αφορούσε την απόδοση του αφηγηματικού ειρμού και ρυθμού, που συνέχει το έπος απαρχής μέχρι τέλους· πρόκειται για απίστευτα ευλύγιστο ειρμό και ρυθμό, που καμπυλώνεται αναλόγως με τη δραματική ή την περιγραφική ένταση της αφήγησης, αλλά ποτέ δεν διαρρηγνύεται το κέλυφός του. Ο δεύτερος στόχος αποσκοπούσε στην τελική αποφόρτιση του μεταφραστικού κειμένου τόσο από το μόχθο της παραγωγής του όσο και από την έντονη παρουσία τού μεταφραστή. Ο τρίτος στόχος, παρεπόμενος του δεύτερου, είχε να κάνει με τη φιλοδοξία μιας ανοιχτής μετάφρασης, η οποία προσκαλεί και υποδέχεται τον αναγνώστη της και τον ακροατή της. Σε σημείο που του υποβάλλει την όρεξη να οικειοποιηθεί το μεταφρασμένο κείμενο, ακόμη και να το παραφράσει στην προσωπική του διάλεκτο.


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 24/06/2005


Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.