Της Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ
Σφοδρή κριτική κατά του νέου Μουσείου της Ακρόπολης επεφύλασσε στο χθεσινό απολογισμό του για το περσινό έργο της Αρχαιολογικής Εταιρείας ο γενικός γραμματέας της, ακαδημαϊκός Βασίλειος Πετράκος.
 Ο απολογισμός του έργου της Αρχαιολογικής Εταιρείας για το 2007 έκανε τον Β. Πετράκο να επιτεθεί στους «σημερινούς διαχειριστές των αρχαίων, που τα βλέπουν όπως οι πολιτικοί» |
Ξεκίνησε την ομιλία του πικρά, λέγοντας πως είχαμε ελπίσει το 2007 να είναι αίσιο, αλλά «όσα συνέβησαν δημιούργησαν πληγές που άφησαν σημάδια στον τόπο, σημάδια στη φύση, σημάδια στο πνεύμα και στην ψυχή των ανθρώπων» και έκλεισε εξίσου πικρά αναφερόμενος αφ' ενός στη φωτιά της Αρχαίας Ολυμπίας και αφ' ετέρου στην ολοκλήρωση ανέγερσης του νέου Μουσείου της Ακρόπολης, τονίζοντας ότι «η κατασκευή του εκεί αποτελεί λάθος ακατανόητο».
«Δεν κρίνω την αρχιτεκτονική μορφή του», είπε στο ετήσιο ραντεβού του με τα μέλη της Εταιρείας, «γιατί η κρίση μου θα βασιζόταν σε υποκειμενικά στοιχεία. Ισως το ίδιο μουσείο, λίγες εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα, να ήταν ανεκτό, χωρίς να καταστρέφει αρχαία. Δεν θα ήταν ούτε το Βρετανικό Μουσείο ούτε το Μητροπολιτικό της Νέας Υόρκης ούτε η Γλυπτοθήκη του Μονάχου ούτε η Εθνική Πινακοθήκη του Βερολίνου ούτε το Μουσείο Περγάμου ούτε το Charlottenburg ούτε το Εθνικό Αρχαιολογικό της Αθήνας. Το νέο μουσείο θα ήταν κάτι που θα εξέφραζε την εποχή μας και θα στέγαζε με επάρκεια τα αρχαία της Ακρόπολης».
Επισήμανε ως αντίφαση ότι «χτίστηκε πάνω σε μια μεγάλη και καλά διατηρημένη συνοικία της αρχαίας Αθήνας» και δεν διέφυγε της κριτικής του ότι «όταν τελείωσε το μουσείο ανακαλύφθηκε ότι δύο διατηρητέα κτήρια της Διον. Αρεοπαγίτου το ενοχλούσαν και ο αρμόδιος Οργανισμός απαίτησε να γκρεμιστούν».
 «Τα έργα τέχνης, που βρέθηκαν στον Βράχο, δεν άφησαν την Ακρόπολη, για να κρυφτούν, ούτε στον πόλεμο, είπε ο Β. Πετράκος |
Πικρά τα λόγια του και για τη μεταφορά των αρχαίων από την Ακρόπολη. «Τα καλλιτεχνήματα εγκατέλειψαν την Ακρόπολη μέσα σε' ένα ορυμαγδό διαφημιστικής υστερίας για τους χώρους του μουσείου, για τα διάφανα δάπεδά του, για τον τρόπο εκσφενδονισμού των αρχαίων από το Βράχο με τρεις γερανούς, για το χρόνο της διαδρομής κάθε κιβωτίου...». Αλλά αυτά τα έργα τέχνης, «που βρέθηκαν όλα στο Βράχο, δεν είχαν αφήσει το χώμα του από τη στιγμή που γεννήθηκαν. Δεν άφησαν την Ακρόπολη ούτε κατά τον πόλεμο για να κρυφθούν. Είχαν γνωρίσει τα ακίνητα αυτά αρχαία την αγάπη των παλιών αρχαιολόγων, εκείνων που τα βρήκαν και τα σεβάστηκαν ως μνημεία του παρελθόντος». Και έκλεισε λέγοντας: «Οι σημερινοί διαχειριστές των αρχαίων φοβάμαι πως τα βλέπουν όπως οι πολιτικοί».
Πολύ σκληρή γλώσσα χρησιμοποίησε και στην αναφορά του στο «σκάνδαλο Ζαχόπουλου». Εστίασε την κριτική του στις αποφάσεις του ΚΑΣ για αποχαρακτηρισμούς και τόνισε: «Η μεγάλη βλάβη που προκλήθηκε από όσα αποκαλύφθηκαν μετά τις 20 Δεκεμβρίου είναι η άμβλυνση της επιστημονικής συνείδησης ανθρώπων, που συμμετείχαν σε όσα οψίμως απαριθμούνται και η υποταγή τους σε εντολή που τους μετέτρεψε σε ενεργούμενα». Ευθύνες απέδωσε και στην Αρχαιολογική Υπηρεσία τόσο για την πυρκαγιά στην Αρχαία Ολυμπία όσο και για το γεγονός ότι το τοπίο δεν έχει ακόμα αποκατασταθεί.
Ο απολογισμός του για το κυρίως έργο της Αρχαιολογικής Εταιρείας, το ανασκαφικό, αν δεν ήταν πενιχρός, πάντως δεν περιείχε καμία έκπληξη, γιατί κυρίως συνεχίστηκαν παλιές ανασκαφές: Στο Πρωτοελλαδικό νεκροταφείο στο Τσέπι Μαραθώνα (Μαρία Παντελίδου-Γκόφα), στη Σκάλα Ωρωπού (Αλέξ. Μαζαράκης-Αινιάν) όπου βρέθηκε ένα αψιδωτό οικοδόμημα των υστερογεωμετρικών χρόνων και ένα άλλο καμπυλόγραμμο με πολυάριθμα σπασμένα αγγεία της Γεωμετρικής περιόδου σε στρώμα με πυρακτωμένες πλίθρες, καμένα ξύλα και στάχτη.
Στις Μυκήνες συνεχίστηκε η έρευνα (Σπύρος Ιακωβίδης) στο εσωτερικό της Ακρόπολης και στην οικία Πέτσα όπου σκάβεται το δωμάτιο πηγαδιού σε βάθος 12,35 μ. Εκεί μέσα βρέθηκαν 317 λίγο-πολύ πλήρη αγγεία με άλλα 350 τα οποία μπορούν να συμπληρωθούν.
Στην Αρχαία Μεσσήνη (Π. Θέμελης) προχώρησε η έρευνα στο Θέατρο, στη Βασιλική του Θεάτρου, στη στοά της Αγοράς, στο ναό της θεάς Μεσσήνης και στο Βουλείο (βουλευτήριο). Μικρότερης έκτασης έρευνα έγινε (Μαρίζα Μαρθάρη) στην Ακρόπολη της Χαλανδριανής (θέση Καστρί).
Επίσης στη Ζώμινθο Κρήτης στον Ψηλορείτη (Γιάννης Σακελλαράκης - Διαμαντής Παναγιωτόπουλος) αποκαλύφθηκαν νέα στοιχεία στο λεγόμενο κεντρικό κτήριο. Τέλος, στο Μουσείο Ηρακλείου άρχισε η καταγραφή αρχαίου υλικού παλιών ανασκαφών.*