Η νησιωτική χώρα των 300.000 κατοίκων που τον περασμένο Νοέμβριο ήταν, σύμφωνα με έρευνα του ΟΗΕ, το καλύτερο μέρος για να ζει κάποιος στον κόσμο, μπροστά και από τη Νορβηγία που για αρκετά χρόνια μονοπωλούσε την πρωτιά, κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος.
Ο πρωθυπουργός της Ισλανδίας Γκέιρ Χάαρντε παραδέχθηκε πριν από λίγες ημέρες ότι η χώρα του βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να ρουφηχτεί στο μαγκανοπήγαδο της πιστωτικής κρίσης και να οδηγηθεί σε εθνική χρεοκοπία.
Κατάρρευση
Το νόμισμά της έχει καταρρεύσει, το χρηματιστήριο της βουτά διαρκώς (-77% κάτω μόνο την περασμένη Τρίτη) όταν δεν είναι κλειστό, οι τρεις μεγαλύτερες τράπεζές της εθνικοποιήθηκαν, ενώ η κυβέρνηση αναζητά απεγνωσμένα βοήθεια από το ΔΝΤ, τη Ρωσία και τις χώρες της Σκανδιναβικής Χερσονήσου.
Στηριζόμενη στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την αλουμινοβιομηχανία, η οικονομία της Ισλανδίας κατάφερε τα τελευταία χρόνια να επιτύχει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, χαμηλή ανεργία και κατά κεφαλήν εισόδημα υψηλότερο του μέσου όρου της Ε.Ε.
Ωστόσο, το χρηματοπιστωτικό της σύστημα αποδείχτηκε ότι ήταν σαθρό. Για κάποιους η ταχύτατη επέκταση που αυτό γνώρισε στα τελευταία χρόνια, ήταν ζήτημα χρόνου να εξελιχθεί σε τραγωδία για την οικονομία όταν το πάρτι στις αγορές θα τελείωνε.
Οι ισλανδικές τράπεζες δανείστηκαν υπέρμετρα άφθονο χρήμα από τη διεθνή διατραπεζική αγορά αλλά και από τις καταθέσεις από το εξωτερικό, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την επέκτασή τους. Λόγω του μικρού μεγέθους της εσωτερικής αγοράς, η επέκτασή τους αυτή στράφηκε στο εξωτερικό, όπου αρκετές φορές λειτούργησαν σαν εταιρείες private equity αρπάζοντας μερίδια σε ξένες επιχειρήσεις.
Οι τρεις μεγαλύτερές της τράπεζες -Glitnir, Kaupting, Landsbanki, επεκτάθηκαν στη Βρετανία και τις σκανδιναβικές χώρες, αγόρασαν ευρωπαϊκές τράπεζες, ενώ άνοιξαν υποκαταστήματα ακόμη και στην Κίνα ή τον Καναδά. Αποτέλεσμα ήταν λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση οι ισλανδικές τράπεζες να καταλήξουν να είναι από τις πλέον εκτεθειμένες στον κόσμο.
Τα χρέη των ισλανδικών τραπεζών έφθασαν τα 125 δισ. ευρώ, 10 φορές μεγαλύτερα από το ΑΕΠ της χώρας. Οταν ξέσπασε η κρίση και η διατραπεζική αγορά «πάγωσε», οι δανειστές άρχισαν να ζητούν τα χρήματά τους πίσω. Αδυνατώντας να ανταποκριθούν οι ισλανδικές τράπεζες στράφηκαν στην Κεντρική Τράπεζα της χώρας, η οποία όμως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί καθώς δεν διέθετε τα ανάλογα χρηματικά διαθέσιμα. Μπροστά στο φάσμα τη χρεοκοπίας η κυβέρνηση έσπευσε να εθνικοποιήσει τις τρεις μεγαλύτερες εξ αυτών.
Μικρά περιθώρια
Αυτή την εβδομάδα η κεντρική τράπεζα της χώρας προχώρησε σε μείωση του βασικού της επιτοκίου από 15,5% σε 12% στην προσπάθειά της να αναθερμάνει την πίστωση. Η Ισλανδία είχε διατηρήσει σε πολύ υψηλά επίπεδα τα επιτόκια της τα τελευταία χρόνια στην ανεπιτυχή της προσπάθεια να χαλιναγωγήσει τον πληθωρισμό.
Η κατάρρευση της κορόνας, όμως, τροφοδότησε περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς η Ισλανδία εισάγει τα περισσότερα από τα αγαθά που καταναλώνει.
Οι μεγάλοι εισαγωγείς θεωρούν ότι η γρήγορη αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά συναλλάγματος είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να μη σημειωθούν ελλείψεις στα τρόφιμα, τα αποθέματα των οποίων αρκούν πια μόλις για 3-5 εβδομάδες. Ηδη, πάντως, έχουν μπει περιορισμοί στο συνάλλαγμα που μπορεί να πάρει ένας Ισλανδός που ταξιδεύει στο εξωτερικό.