Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων

Για ζωντανά μουσεία

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)

Στην Ελλάδα του σήμερα, τι ανακαλούμε άραγε αυθόρμητα στο άκουσμα της λέξης μουσείο;

Ενα βασίλειο της αισθητικής γεμάτο θησαυρούς, προορισμένο για μια ελίτ καλλιεργημένων πολιτών; Ή μήπως ένα χώρο σε διάλογο με την κοινωνία, επικεντρωμένο όχι στη λατρεία των αντικειμένων αλλά στην εκπαίδευση και την ψυχαγωγία των ανθρώπων; Αν ίσχυε το δεύτερο, αν είχε αφομοιωθεί από το συλλογικό μας υποσυνείδητο ένας τέτοιος ορισμός, θα λειτουργούσε σαν ζωντανή απόδειξη μιας συστηματικής εφαρμογής κι εδώ της φιλοσοφίας που απ' τη δεκαετία του '70 άρχισε να διέπει ανάλογους θεσμούς στο εξωτερικό. Μιας φρέσκιας δηλαδή αντίληψης, εκπορευόμενης από την επιστήμη της μουσειολογίας, που μελετά και προτείνει τρόπους ώστε να προσαρμοστούν τα μουσεία στο ρόλο που οι σύγχρονες κοινωνίες απαιτούν.

Στη χώρα μας, ωστόσο, η συγκεκριμένη επιστήμη κάνει ακόμα τα πρώτα της βήματα κι όσοι την υπηρετούν αφομοιώνονται με αργούς σχετικά ρυθμούς. Ο Δημήτρης Κωνστάντιος, πάντως, ο αρχαιολόγος-μουσειολόγος που επί μια οκταετία κρατά το τιμόνι του Βυζαντινού της Αθήνας, το δηλώνει εμφατικά: «Χρειαζόμαστε αλλαγές παντού!».

Στη διάρκεια ημερίδας που, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων, διοργάνωσε προχθές στη Θεσσαλονίκη το διεπιστημονικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Μουσειολογία» του ΑΠΘ, για πολλοστή φορά υποστήριξε την ανάγκη να μετατραπούν όλα τα μεγάλα δημόσια μουσεία σε ΝΠΔΔ, ώστε ν' αποκτήσουν τη διοικητική και οικονομική αυτονομία που θα τους επιτρέψει να ξεδιπλώσουν τη δυναμική τους. Απ' τη μεριά του, άλλωστε, δεν μπορεί να το χωνέψει: «Είναι δυνατόν να κατέχουμε ολόκληρο τετράγωνο επί της Βασ. Σοφίας και να μην μπορούμε να στήσουμε ένα σωστό πωλητήριο κι ένα καφέ; Κι όμως, βρισκόμαστε ανάμεσα σε γραφειοκρατικές συμπληγάδες, αναγκασμένοι να παρακαλάμε δυσκίνητους οργανισμούς όπως το ΤΑΠ και τον ΟΠΕΠ που ούτε μεταξύ τους δεν μπορούν να τα βρουν...».

Η επανάσταση που έχει συντελεστεί στο εξωτερικό δεν εξαντλείται, βέβαια, στους χώρους αναψυχής του κοινού ή στο διευρυμένο ωράριο λειτουργίας των μουσείων. Δεν εξαντλείται ούτε στα εκπαιδευτικά τους προγράμματα, ούτε στην εκδοτική τους δραστηριότητα, ούτε στο πώς αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες -μολονότι πρόκειται για ουσιαστικούς πυλώνες μιας σύγχρονης μουσειακής πολιτικής. Αυτό που, πάνω απ' όλα, ίσως, φανερώνει τον συντονισμό της δράσης τους με τις νέες τάσεις της μουσειολογίας είναι το πώς διαρθρώνουν τις εκθέσεις των μόνιμων ή των περιοδικών τους συλλογών.

«Το ζητούμενο πλέον είναι, με βάση τα αντικείμενα, να αφηγείσαι μια ιστορία», λέει ο Δ. Κωνστάντιος.

«Μπορείς π.χ. να δείξεις παραστατικά στους επισκέπτες πώς έθαβαν οι πρόγονοί μας τους νεκρούς τους; Μόνον έτσι θα τους συγκινήσεις». Ή, όπως το θέτει η αρχιτέκτων Λένα Κατσανίκα, που μεταξύ άλλων σχεδίασε την επιτυχημένη επανέκθεση του Βυζαντινού της Αθήνας το 2004, στόχος είναι να «υποβάλλεις στους επισκέπτες συνειρμούς ιδεών και συναισθήματα που θα κεντρίσουν τη μνήμη, τη φαντασία και τη γνώση και θα τους οδηγήσουν στη σύλληψη μιας ιστορικής πραγματικότητας».

Σύμφωνα με την αρχαιολόγο Ασπασία Λούβη -γενική διευθύντρια του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, το οποίο έχει ήδη προχωρήσει στην ίδρυση μιας σειράς θεματικών τεχνολογικών μουσείων ανά την επικράτεια- «μπορεί η μουσειολογία να ήρθε σ' εμάς με καθυστέρηση, αλλά προχωράμε με άλματα. Χάρη στους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα κεφάλαια που αντλήθηκαν από τα διαδοχικά ΚΠΣ όλο και συντονιζόμαστε με τις νέες ιδέες». Λαμπρό παράδειγμα το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης.

Ο παιδευτικός χαρακτήρας της έκθεσής του (όπου δεν χρησιμοποιούνται καν βιτρίνες), οι υψηλές προδιαγραφές των εργαστηρίων και των αποθηκών του και οι διευκολύνσεις που προσφέρει στο κοινό το ανέδειξαν το 2005 ως το καλύτερο μουσείο της Ευρώπης.

Αντίθετα, το αποτέλεσμα της πρόσφατης επανέκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αμφισβητείται. «Τα κελύφη μόνο άλλαξαν. Η φιλοσοφία παρέμεινε η ίδια», λέει η Λένα Κατσανίκα. Οπως, άλλωστε, επισήμανε σ' ένα πύρινο άρθρο του ο εθνολόγος-μουσειολόγος Στέλιος Παπαδόπουλος (βλ. «Καθημερινή» 15/8/04), στα κείμενα και τις λεζάντες «κυριαρχεί το αρχαιολογικό ιδίωμα, δυσνόητο έως ακατανόητο για τον κοινό θνητό, και η στεγνή αρχαιολογική πληροφορία, άχρηστη για τη μέθεξη του επισκέπτη στη σημασία των έργων. Επικρατεί, αποπνικτική, μια δήθεν λιτότητα, μια στέγνα, που υποδηλώνει απουσία βίωσης του παρουσιαζόμενου πολιτισμού, άγνοια, αδιαφορία (ή περιφρόνηση;) για όσα κεφαλαιώδη πέτυχε τα τελευταία χρόνια η επιστήμη της μουσειολογίας».

Το παράδειγμα του Λονδίνου

Αν η μουσειολογία είναι η επιστήμη των μουσείων, ένας κλάδος που αγγίζει και διαπερνά μια ποικιλία γνωστικών πεδίων -αρχαιολογία, συντήρηση έργων τέχνης, αρχιτεκτονική κ.ο.κ.- ο μουσειολόγος τι ακριβώς είναι; «Ενας μεσολαβητής!», λέει η καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης και της Μουσειολογίας στο ΑΠΘ Ματούλα Σκαλτσά: «Εκείνος που ερμηνεύοντας τον λόγο των ειδικών τον καθιστά απλό και κατανοητό για το αμύητο κοινό».

Τέτοιοι μεσολαβητές άρχισαν να κάνουν δειλά δειλά την εμφάνισή τους στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '90, εφοδιασμένοι με βρετανικούς, κατά κανόνα, μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών. Σήμερα, μηχανολόγοι, αρχιτέκτονες και ιστορικοί τέχνης μπορούν ν' αποκτήσουν μεταπτυχιακό μουσειολογίας κι εδώ από το ΑΠΘ, ενώ και το Καποδιστριακό της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου διαθέτουν τμήματα μουσειολογίας επικεντρωμένα στους τομείς της συντήρησης και των νέων τεχνολογιών αντίστοιχα.

Βρίσκουν άραγε δουλειά; Το υπουργείο Πολιτισμού μόλις το 2005 απέκτησε μόνιμους μουσειολόγους, οκτώ τον αριθμό. Οπως, όμως, υποστηρίζει η Μ. Σκαλτσά, «όλοι οι απόφοιτοι του μεταπτυχιακού μας απασχολούνται. Κατά τη διάρκεια δε των σπουδών τους έχουν την ευκαιρία να εφαρμόσουν τη θεωρία σε πραγματικές συνθήκες, όπως έγινε πρόσφατα με τη δημιουργία του Εκκλησιαστικού Μουσείου Θεσσαλονίκης και του Λαογραφικού στο Βελβεντό της Κοζάνης. Οι αντιδράσεις, βέβαια, των αρχαιολόγων δεν έχουν καμφθεί ακόμη. Φοβάμαι πως και στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης η μπάλα των σπουδαίων εκθεμάτων θα στήσει το χορό...».

Η ίδια επέστρεψε μόλις από το Λονδίνο, όπου δεν έχασε την ευκαιρία να επισκεφθεί την Tate Modern. «Σ' όλη την είσοδο», λέει, «έχουν τοποθετηθεί βίντεο που συνδέουν έργα του μοντερνισμού κι έργα μεταγενέστερα με μια σειρά ιστορικών γεγονότων, έτσι ώστε ο επισκέπτης να μπαίνει υποψιασμένος στις αίθουσες. Οι Εγγλέζοι έχουν αντιληφθεί ότι η μουσειολογία χρειάζεται και στη σύγχρονη τέχνη. Κάτι που θ' αργήσουμε να το συνειδητοποιήσουμε εδώ».

Η Αννα Καφέτση, διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, δεν διαφωνεί: «Φυσικά και έχουμε ανάγκη από εξειδικευμένους επιμελητές που να κατέχουν γνώσεις και διοίκησης και μουσειολογίας».

Ωστόσο, μπροστά στην τάση για θεματική κι όχι γραμμική παρουσίαση των συλλογών, στέκεται επιφυλακτική: «Πειράματα σαν αυτό της Tate Modern ή και του Μπομπούρ πρόσφατα χρειάζονται πολύ προσοχή. Δεν μπορεί στο όνομα μιας ευφάσταστης και φαντασμαγορικής παρουσίασης ν' ανακατεύονται παλιά και νέα έργα σ' έναν αχταρμά. Μια θεματική παρουσίαση των έργων, έξω από το πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκαν, προκαλεί σύγχυση κι αποδυναμώνει τις καλλιτεχνικές τους προθέσεις. Ομως, εμείς είμαστε ακόμη μακριά απ' όλα αυτά, έχουμε άλλα προβλήματα ν' αντιμετωπίσουμε. Οταν δεν έχουμε κτίριο ακόμη, τι να πούμε για μουσειολογικές πρακτικές;».


7 - 20/05/2007


Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.