Είναι γνωστή ανά τον κόσμο ως αστυνομική συγγραφέας, βρίσκεται στην κορφή των πωλήσεων στη Γαλλία και, μεταφρασμένη, στις προθήκες όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Το τελευταίο της όμως βιβλίο, γραμμένο για τον Ιταλό συνάδελφό της συγγραφέα που ζει στη Γαλλία, η Φρεντ Βάργκας το έγραψε μάλλον με τη λιγότερο γνωστή επαγγελματική της ιδιότητα, αυτής της ιστορικού (εργάζεται ως ερευνήτρια της μεσαιωνικής περιόδου στο Γαλλικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών) κι όπως μας λέει «ταυτόχρονα κι ίσως πιο πολύ, απλώς ως πολίτης, με μοναδικό στόχο την υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας που είδα να βιάζεται βάναυσα».
Η συλλογή κειμένων «Η αλήθεια για τον Τσέζαρε Μπατίστι» αποτελεί εν θερμώ παρέμβαση σ' ένα αληθινό αστυνομικό, δικαστικό, πολιτικό και δημοσιογραφικό θρίλερ, που ταλανίζει από το Φλεβάρη τις δύο χώρες ένθεν κακείθεν των Αλπεων με «μήλον της Εριδος» κι εν τέλει «κορφή του παγόβουνου» την απέλαση ή μη στην Ιταλία του γνωστού συγγραφέα.
 Τσέζαρε Μπατίστι: Από τους «οπλισμένους προλετάριους», συγγραφέας δημοφιλών αστυνομικών μυθιστορημάτων. Τώρα όμως, αν εκδοθεί στην Ιταλία κινδυνεύει να μείνει στη φυλακή για πολλά χρόνια |
Μετά την κυκλοφορία του βιβλίου στα τέλη του Μάη κι ύστερα από κάποιους μήνες αποκλεισμού, ο Τύπος την αποκάλεσε «εγγονή του Βολταίρου» αλλά κι «εκπρόσωπο Τύπου ενός φονιά». Το βιβλίο πουλάει καθημερινά εκατοντάδες αντίτυπα, αλλά τα μυθιστορήματά της κατρακύλησαν σε πωλήσεις ύστερα από τις επιθέσεις που δέχτηκε.
Βρεθήκαμε στο σπίτι της στο Παρίσι. Για τις πωλήσεις των βιβλίων της μας λέει πως «δεν πειράζει, υπάρχουν κάποτε και πράγματα σοβαρότερα από την καριέρα κάποιου ως συγγραφέα» Δράττεται της ευκαιρίας για να καταδικάσει «τις ολοκληρωτικές, μεσαιωνικές πρακτικές των σύγχρονων δυτικών "δημοκρατιών", που κατασκευάζουν κατά βούληση αποδιοπομπαίους τράγους στο όνομα του αντιτρομοκρατικού αγώνα», να καταγγείλει και ν' αποκαλύψει πρόσωπα και πράγματα που εμπλέκονται στην υπόθεση και να δηλώσει πως «αν θέλουν να μας κάνουν -Γάλλους, Ιταλούς κι όλους τους Ευρωπαίους- να "καταπιούμε" τη Γαλλική Επανάσταση, να γκρεμίσουμε τους ανδριάντες του Νταντόν και του Ροβεσπιέρου, δεν θα τα καταφέρουν!»
- Γνωριζόσασταν από πριν με τον Μπατίστι; Πώς αποφασίσατε ν' ασχοληθείτε με την υπόθεση;
«Πέρα από δυο τρεις φορές που είχαμε συναντηθεί κατά σύμπτωση σε φεστιβάλ αστυνομικού μυθιστορήματος κι ένα δυο βιβλία του που είχα διαβάσει, όχι δεν τον ήξερα, δεν είχαμε καν κοινές παρέες. Ως συνάδελφός του πήγα μαζί με άλλους να τον δω στις 3 του Μάρτη, την ημέρα που αποφυλακίστηκε προσωρινά μέχρι την οριστική ετυμηγορία των δικαστών. Εκεί τον γνώρισα. Ως ιστορικός προσπαθώ να κατανοώ τη σύγχρονη γαλλική πραγματικότητα κι έκανα το ίδιο και για τη δεκαετία του 1970 στην Ιταλία. Κι από εκεί αποφάσισα, από κοινού με τους άλλους συναδέλφους συγγραφείς, να κάνω κάτι. Πρώτη ενέργεια ήταν ένα γράμμα που απευθύναμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς αντίκρισμα... Ομως τότε ακόμα μπορούσες τουλάχιστον να υποψιαστείς μέσα από τον Τύπο την αλήθεια...».
- Αργότερα, δηλαδή, δεν ήταν δυνατό;
«Στην αρχή ο Τύπος έδινε βήμα σε όποιον ήθελε να υπερασπίσει τον Μπατίστι. Σε απάντηση, η ιταλική κυβέρνηση αντέδρασε οργανώνοντας μιαν απίστευτη προπαγάνδα μέσα στη χώρα της αλλά και στη Γαλλία. Κάπου εκεί ήταν που ακόμα και η «Μοντ» άλλαξε γραμμή. Δημοσίευαν κείμενα του εισαγγελέα που είχε ασκήσει τη δίωξη στον Μπατίστι και μιας από τις βασικές μάρτυρες κατηγορίας, χωρίς όμως να λένε ποιοι είναι. Παρουσίαζαν τον Μπατίστι σαν κακοποιό του κοινού ποινικού δικαίου και τους Γάλλους που του συμπαραστάθηκαν σαν διανοούμενους αφελείς και απληροφόρητους. Εξοργίστηκα, έγραψα κάποια κείμενα, παρακίνησα κι άλλους να το κάνουν αλλά τότε καταλάβαμε πως τα κείμενα δεν «πέρναγαν» στον Τύπο.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν πληροφορούσαν πια, δηλητηρίαζαν. Σοκαρίστηκα. Χωρίς αντίλογο, παρουσίαζαν μια άποψη απ' την οποία έλειπε η οποιαδήποτε ανάλυση, έστω αναφορά της δεκαετίας του 1970 στην Ιταλία, τις μαζικές δολοφονίες από τους νεοφασίστες, τους ειδικούς αντιτρομοκρατικούς νόμους, τα βασανιστήρια. Η ίδια η δίκη, όπως και πολλές άλλες εκείνη την εποχή, ήταν σαθρή, με «μεταμελημένους» μάρτυρες να εμφανίζονται ύστερα από χρόνια και να καταδίδουν τον ένα ή τον άλλο και να τους καταδικάζουν χωρίς αποδείξεις, με βάση μόνο αυτές τις καταθέσεις.
Απέναντι στο ψέμα, κι αφού δεν είχα άλλο τρόπο, αποφάσισα να κάνω το βιβλίο. Το είπα στην εκδότριά μου και δούλεψα διαδοχικά 14 μέρες και νύχτες, σε συνεργασία και με τους -συντρόφους πια- Ιταλούς, με παράλληλες μεταφράσεις μέσω Ιντερνετ στις 5 η ώρα το πρωί».
- Στο βιβλίο δεν δόθηκε έμφαση μόνο στη δικαστική και αστυνομική διάσταση της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά κι ένα γενικότερο πλαίσιο για την Ιταλία της δεκαετίας του 1970, τη «στρατηγική της έντασης» απ' την πλευρά του ιταλικού κράτους και των διεθνών μυστικών υπηρεσιών, περιγράφοντας έναν εμφύλιο που απλώς δεν έχει αναγνωριστεί ως τέτοιος.
«"Εμφύλιος πόλεμος χαμηλής έντασης", έτσι ονομάστηκε, σωστά, η περίοδος. Στην Ιταλία δεν μιλάνε πια για την περίοδο αυτή και στη Γαλλία δεν γνωρίζουν. Η ιταλική κυβέρνηση, τα μίντια που ελέγχει αλλά και "δημοκρατικές" εφημερίδες της Αριστεράς παρουσιάζουν μόνο τη βία της άκρας Αριστεράς ως επίθεση σε μια οργανωμένη και τίμια κοινοβουλευτική δημοκρατία, τη στιγμή που με βάση τα ίδια τα επίσημα στοιχεία του ιταλικού υπουργείου Εσωτερικών για τη δεκαετία του 1970 το 67% των οργανωμένων ενεργειών βίας προέρχονταν από την άκρα Δεξιά και μόνο το 27% από την Αριστερά. Κι είναι γνωστό πως η "στρατηγική της έντασης" ενορχηστρώθηκε με την ενεργό ανάμειξη της CIA και των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών (το σχέδιο «Γκλάντιο») και της στοάς Ρ2, της οποίας μέλος ήταν ο σημερινός πρωθυπουργός.
Είχαν οργανώσει τυφλές βομβιστικές επιθέσεις σε πλατείες και σιδηροδρομικούς σταθμούς, ίδιας σκληρότητας με την πρόσφατη της Μαδρίτης, με εκατοντάδες νεκρούς. Στις 3 του Μάρτη, τη μέρα που κρινόταν το αίτημα αποφυλάκισης του Μπατίστι μέχρι να εκδικαστεί η απέλαση, η ιταλική δικαιοσύνη απάλλαξε οριστικά 3 από τους νεοφασίστες που είχαν καταδικαστεί για τη βόμβα στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου, το 1969. Το σκεπτικό ήταν πως είχαν χρησιμοποιηθεί για την καταδίκη τους καταθέσεις μεταμεληθέντων. Σκανδαλώδες! Την ίδια στιγμή, η Ιταλία ζητούσε την έκδοση ενός ανθρώπου που είχε δικαστεί ισόβια ερήμην, με μόνες αποδείξεις κάποιες χαλκευμένες καταθέσεις μεταμεληθέντων! Είναι προφανές πως έχουμε να κάνουμε μ' έναν εμφύλιο που είχε νικητές και ηττημένους, κι όπου οι νικητές, ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου, εξαντλούν όλη την εκδικητική τους μανία, δαιμονοποιώντας την άκρα Αριστερά και παρουσιάζοντάς την λίγο πολύ σαν Αλ Κάιντα».
- Από την άλλη, πάντως, η γαλλική κυβέρνηση και δικαιοσύνη φαίνεται να συνεργάζονται...
«Αυτό είναι η ντροπή της Γαλλίας. Μετά την κυβερνητική αλλαγή στη Γαλλία, το 2002, οι δύο υπουργοί Δικαιοσύνης, ο Ντομινίκ Περμπέν και ο Ρομπέρτο Καστέλι, της Λίγκας του Βορρά, είχαν συναντηθεί τη συμβολική 11η Σεπτέμβρη 2002 για να καταστρώσουν "κοινή αντιτρομοκρατική πολιτική". Εκεί έγινε γνωστό πως ο Ιταλός παρέδωσε στο Γάλλο ομόλογό του λίστα με αριστερούς πρόσφυγες από τα "μολυβένια χρόνια" προς έκδοση. Το πράγμα είναι σοβαρό: θέλουν να καταργήσουν το "δόγμα Μιτεράν" για μη έκδοση όσων διώκονται για πολιτικούς λόγους, που δεν είναι τίποτα άλλο από τη δυνατότητα της χώρας να παρέχει πολιτικό άσυλο. Το 2001 συνέλαβαν, απέλασαν κι έκλεισαν σε "ειδικό κελί" τον Π. Περσικέτι, διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο 8 του Παρισιού.
Για τον Μπατίστι κι άλλους 15, των οποίων δεν μάθαμε ακόμα τα ονόματα, κυκλοφόρησαν μια πλαστή ανακριτική αναφορά που τους περιέγραφε ως "υπό απέλαση", φθινόπωρο του 2003! Αυτή απορρίφθηκε το Δεκέμβρη κι ύστερα από δυο μήνες βρέθηκε η ίδια εισαγγελέας που είχε απορρίψει τη δίωξη να ασκεί την τωρινή, έπειτα από ένα δήθεν τσακωμό με γείτονα (ο οποίος τυγχάνει και μέλος του Εθνικού Μετώπου...)!
Απ' όπου και να την πιάσεις, η υπόθεση βρωμάει, αποτελεί πολλαπλή παραβίαση θεμελιωδών κανόνων του δικαίου: Απροκάλυπτη παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στη δικαιοσύνη (πέρα από τ' άλλα ψέματα και τις σκευωρίες, ο Περμπέν έχει αποκαλέσει από τηλεοράσεως "δολοφόνο" τον Μπατίστι...). Παραβίαση της αρχής non bis in idem (σ.σ. δεν δικάζεται κανείς δυο φορές για το ίδιο πράγμα): μη απελάσιμος οριστικά από τη γαλλική δικαιοσύνη το 1993, και τώρα ξανακρίνεται δίχως να έχει αλλάξει τίποτα, πέρα από την πολιτική βούληση της εξουσίας...».
- Παρουσιάζετε μια διεθνή εξέλιξη με πολλαπλές προεκτάσεις. Κάνοντας το δικηγόρο του διαβόλου, θυμάμαι πως σε μια κορυφαία στιγμή της αντιπαράθεσης είχατε οργανώσει την ανοιχτή συζήτηση στο Σαλόνι του Βιβλίου τον Απρίλη, όπου το ύστατο επιχείρημα του ανταποκριτή της «Ρεπούμπλικα» στο Παρίσι ήταν «εθνικής» κλίμακας: Πρέπει ό,τι και να 'ναι ο Μπατίστι, να δικαστεί και να κριθεί για ό,τι έκανε στην Ιταλία.
«Αυτό είναι το βασικό και το πιο αστείο τους επιχείρημα, διότι αν πρέπει να πληρώσουν όλοι για ό,τι έκαναν ΟΚ, να πληρώσουν κι όλοι οι άλλοι: οι νεοφασίστες, η στοά Ρ2, η CIA, οι αρχές που βασάνιζαν κι εκπαραθύρωναν κρατούμενους.
Μιλάνε στο όνομα της δημοκρατίας και ξεχνάνε πως κάθε πολιτεία, για να πάει μπροστά ύστερα από μια εμφύλια σύγκρουση, έδινε αμνηστία. Αυτό έκανε η αρχαία Αθήνα μετά τους Τριάκοντα, αυτό έκανε π.χ. η Γαλλία μετά την Κομμούνα ή μετά τον πόλεμο της Αλγερίας... Η αμνηστία δεν είναι λήθη των θυμάτων όπως λένε, είναι μνήμη· είναι η δυνατότητα να μιλήσεις και να εξηγήσεις το πρόσφατο παρελθόν. Αυτοί όμως θέλουν να επιβάλουν τη σιωπή και το σκοτάδι· έτσι περνάει πιο εύκολα το ψέμα: έτσι στη ΡΑΙ, π.χ., παρουσίαζαν τρεις φορές τη μέρα ένα παλικάρι που είχε μείνει παραπληγικός από μια επίθεση για την οποία ο Μπατίστι δεν είχε καν καταδικαστεί για συμμετοχή, μιλώντας συνέχεια για το γνωστό δολοφόνο που διαφεύγει στη Γαλλία... Παρεμπιπτόντως, γι' αυτό είχε καταδικαστεί με την τρομερή κατηγορία της «ηθικής συνδρομής», κατηγορία με την οποία πάνω από δέκα χιλιάδες είχαν διωχθεί γιατί τάχα βρέθηκαν κάποτε σ' ένα καφέ την ώρα που γινόταν κουβέντα για μια προσεχή ενέργεια.
- Ετσι ίσως εξηγείται καλύτερα γιατί επέλεξαν τον Μπατίστι, που πραγματεύεται με το δικό του τρόπο την περίοδο, για ν' ανοίξουν τη φάμπρικα των απελάσεων...
Βέβαια, λένε κιόλας πως κάνει μια απολογία της βίας στα μυθιστορήματά του και δηλητηριάζει τους νέους. Καμία σχέση. Ο Τσέζαρε περιγράφει τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε η ένοπλη πάλη το κίνημα και τους χιλιάδες ανθρώπους που συμμετείχαν, τολμάει ν' αρθρώσει λόγο για την περίοδο, να προτείνει μια νηφάλια και κριτική ματιά στη θέση της σιωπής και του κυνηγιού μαγισσών.
Αυτοί όμως θέλουν να κατασκευάσουν αποδιοπομπαίους τράγους. Θέλουν να φτιάξουν ένα αμάλγαμα, όπου άκρα Αριστερά και τρομοκρατία ταυτίζονται. Εφαρμόζουν μια "προληπτική δικαιοσύνη", όπως το έκαναν και τότε, για να αντιμετωπίσουν την άνοδο των κοινωνικών αγώνων.