E-ONLINE
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΕλλάδαΠολιτικήΟικονομίαΤέχνεςΑθλητισμόςΚόσμοςHOME




Παρασκευή
18 - 07 - 2008



ΣΤΗΛΕΣ
ΛΟΓΟΥ ΧΑΡΙΝ
ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ...
ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΣΚΟΝΗΣ
ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΔΙΑΦΟΡΑ
ΑΡΧΕΙΟ

Αναζήτηση
Αρχείο
παλαιότερων ενθέτων

Βρίσκεστε στο παλαιό site του www.enet.gr

Το www.enet.gr άλλαξε.

Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.

Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.



Ριζοσπαστισμός, ελεύθερο και απροκατάληπτο πνεύμα, νέα ερευνητικά πεδία

Η δυναμική των Νεοελληνικών Σπουδών στην Αμερική

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Πανεπιστημιακοί εκπρόσωποι των τριών Εταιρειών Ευρώπης, Αμερικής και Αυστραλίας αντήλλαξαν απόψεις για το παρόν και το μέλλον του κλάδου τους στο Πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Αψογοι διοργανωτές ήταν ο Δήμος Αθηναίων και ο Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με τη συμμετοχή των υπουργείων Πολιτισμού, Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Ηταν η πρώτη φορά που σε συνέδριο εν Ελλάδι υπήρξε τόσο αθρόα συμμετοχή εξ Αμερικής. Την αμερικανική εταιρεία, τη γνωστή Modern Greek Studies Association, εκπροσώπησαν οι καθηγητές Georgios Anagnostu, Vangelis Calotychos, Stathis Gourgouris, Frank Hess, Alexander Kitroeff, Martha Klironomos, Vassilis Lambropoulos, Neni Panourgia, George Syrimis, Karen van Dyck και Gonda van Steen. Η παρουσία τους συνέπεσε με την πιο πρόσφατη ελλαδική πολεμική εναντίον μιας συγκεκριμένης τάσης του κλάδου στα αμερικανικά πανεπιστήμια (μια πολεμική που συνεχίζεται από τον Φεβρουάριο) και έδωσε την ευκαιρία να συζητηθεί τι ακριβώς προτείνουν οι εκφραστές της στις ΗΠΑ.

Στόχο των επιθέσεων αποτελεί μια επιστημονική τάση η οποία διερευνά τη θέση των Νέων Ελληνικών στο σημερινό πανεπιστήμιο. Οπως συμβαίνει κατά περιόδους, ο Ελληνισμός ως διδακτικό και ερευνητικό αντικείμενο έχει δεχθεί πρόσφατα νέες σημασιοδοτήσεις και αξιολογήσεις. Η παλαιά Ελλάς των βουβών ερειπίων του Γάλλου λόγιου, του Γερμανού αρχαιολόγου, του Βρετανού ποιητή και του Αμερικανού ταξιδιώτη έχει παρέλθει, μαζί με αυτούς που τη δημιούργησαν. Σήμερα η παγκόσμια διανόηση και έρευνα ενδιαφέρονται για την Ελλάδα της Τζούντιθ Μπάτλερ και όχι της Ιντιθ Χάμιλτον, του Φουκό και όχι του Μαλρό, του Χάινερ Μίλερ και όχι του Μάρτιν Χάιντεγγερ, του Κάρτλιτζ και όχι του Μπάουρα. Σήμερα πιστεύουμε πως ο Νίτσε κέρδισε τον αγώνα κατά του Βιλαμόβιτς, και ο Πρωταγόρας κατά του Πλάτωνα. Ορισμένοι λοιπόν Νεοελληνιστές της Αμερικής προτείνουν πως στο σημερινό διεθνοποιημένο πανεπιστήμιο οι πολιτιστικές σπουδές, οι οποίες επωφελούνται από τις κατακτήσεις του μετα-στρουκτουραλισμού, αποτελούν το παραγωγικότερο πλαίσιο μελέτης του νεότερου οικουμενικού Ελληνισμού καθώς ανοίγουν νέα πεδία γνώσης και φωτίζουν αγνοημένες γωνιές της νεότερης Ιστορίας. Αν αυτός ο προσανατολισμός οδηγεί και στην αμφισβήτηση καθιερωμένων αρχών, αυτό θεωρείται και αναμενόμενο και παλαιόθεν συστατικό του ελληνικού στοχασμού. Σε αντίδραση, επιστήμονες και κριτικοί στην Ελλάδα οι οποίοι προσκολλώνται ακόμη στις ελληνικές πολιτιστικές εξαγωγές του 1960, σπεύδουν να κολλήσουν στους επιστήμονες του εξωτερικού δυτικόφοβες ετικέτες («εκσυγχρονισμός», «παγκοσμιοποίηση», «πολιτική ορθότητα», «μηδενισμός», «πολυ-πολυτισμικότητα») και να σπιλώσουν την πνευματική και επαγγελματική υπόληψή τους.

Εδώ και περίπου 25 χρόνια τέτοιες επιθέσεις έχουν γίνει συνήθεις. Κάθε τόσο βρίσκεται μια αφορμή για να ξεσπάσει μια κατακραυγή εναντίον Αμερικανών Νεοελληνιστών: μια διατριβή για το Μακεδονικό, ένα συνέδριο για το Κυπριακό, μια ανθολογία ποίησης, μια ανάλυση του Σεφέρη εμπνέουν ορισμένους να κατηγορήσουν τους υπερατλαντικούς επιστήμονες ούτε λίγο ούτε πολύ για εθνική μειοδοσία. Οι επιθέσεις είναι τόσο τακτικές που έχουν γίνει σχεδόν προβλέψιμες. Εξίσου προβλέψιμη είναι η γκάμα των αγανακτισμένων, η οποία, εκτός από πανεπιστημιακούς διαφόρων κλάδων, περιλαμβάνει δημοσιογράφους, κριτικούς, δοκιμιογράφους, ακόμη και ιδιώτες οι οποίοι (όπως πιστοποιήθηκε ξανά αυτούς τους μήνες από την μπλογκόσφαιρα) πολιτικά τοποθετούνται οπουδήποτε μεταξύ κομμουνισμού και «Χρυσής Αυγής». Πρόκειται λοιπόν για μια συστηματική επίθεση που εδώ και ένα τέταρτο αιώνος εκδηλώνεται σε εφημερίδες, ένθετα, περιοδικά, τηλεόραση και διαδίκτυο, επιστρατεύοντας ένα ευρύ φάσμα επιστημόνων, διανοουμένων και καλλιτεχνών σε μια οξεία πολεμική, η οποία απορρίπτει συλλήβδην τη «θεωρητική» τάση των Νεοελληνικών Σπουδών της Αμερικής. Διδακτικό, θεσμικό, πολιτιστικό, πολιτικό έργο, όλα πετάγονται με βδελυγμία στα σκουπίδια, αρχίζοντας φυσικά από το ερευνητικό.

Αντιμέτωποι με τον «εξευτελισμό του δημόσιου διαλόγου» και τον «τον πιο νεάντερταλ αντιαμερικανισμό του δρόμου», επιφανείς πανεπιστημιακοί και από τις δύο μεριές του Ατλαντικού έχουν δικαίως ζητήσει μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια, κυρίως επειδή η κρατούσα ρητορική της πολεμικής είναι ο τσαμπουκάς. Η κριτική ως τσαμπουκάς δεν καταδέχεται να επιχειρηματολογήσει (τα επιχειρήματα είναι για τους αδυνάτους) ή να φιλοσοφήσει (η φιλοσοφία είναι για τους ανέραστους). Ο τσαμπουκάς ξηγιέται. Ούτε έχει καιρό για τις πολυτέλειες ενός διαλόγου: σπεύδει να μετατρέψει κάθε άτυχο συνομιλητή σε αντίπαλο υποψήφιο για κατατρόπωση. Δεν ακολουθεί συμβάσεις, όπως η ανταλλαγή ιδεών ή η δημόσια ευπρέπεια. Ο τσαμπουκάς καρπαζώνει όποιον βρει μπροστά του για να επιβραβευθεί με το χάχανο των τζαμπατζήδων. Είναι άκρατα επιθετικός επειδή τον ενδιαφέρει να βγαίνει πάντα κερδισμένος. Τέλος, η κριτική ως τσαμπουκάς προσβάλλει, ταπεινώνει, εξευτελίζει, υπονοώντας: «Αν νομίζετε πως έχω κυλισθεί στον βόρβορο, περιμένετε να δείτε πόσο εσμό είμαι ακόμη έτοιμος να επιστρατεύσω. Κι αν με θεωρείτε αήθη, θα σας δείξω πως είμαι ουτιδανός». Ο τσαμπουκάς υπερθεματίζει σε ποταπότητα, αποστομώνοντας κάθε αντίπαλο με τον οχετό της αυτάρεσκης χυδαιότητάς του.

Μεταμοντέρνο και παγκοσμιοποίηση

Τι ακριβώς στιγματίζουν οι πολέμιοι των Νεοελληνιστών της Αμερικής; Η λογική τους στηρίζεται σε μια πλήρη ισοπέδωση: εξισώνουν την αμερικανική επιστήμη με το μεταμοντέρνο κι αυτό με κατάργηση των ιδεωδών κι αυτό με την παγκοσμιοποίηση κι αυτό με τον ιμπεριαλισμό. Και σε αυτή την εξίσωση αντιπαραθέτουν μιαν άλλη: απόρριψη του μεταμοντέρνου σημαίνει αντίσταση στον κατακτητή, υπεράσπιση της παράδοσης και θωράκιση της ελληνικότητας. Επομένως το αμερικανικό πανεπιστήμιο χρηματοδοτείται από τον καπιταλισμό, και μόνο τις βλέψεις του μπορεί να υπηρετήσει. Για όσους βάλλουν κατά των Νεοελληνιστών, υπάρχει πάντα κάποια αμερικανική συνωμοσία που τα εξηγεί όλα. Οντως η συνωμοσιολογία διέπει απολύτως τη λογική τους: Γιατί, αναρωτιούνται, αυτοί οι καθηγητάδες διαρκώς αμφισβητούν; Απλούστατα, τα παίρνουν. Πληρώνονται αδρά από ελληνικά υπουργεία και αμερικανικά ιδρύματα, από τον ντόπιο φορολογούμενο και τον ξένο επιχειρηματία για να υπονομεύουν τον δυτικό πολιτισμό, και ειδικά τα ελληνικά πρωτεία. Αλλωστε, αν δεν τα έπαιρναν, γιατί να φύγουν από την πατρίδα τους; Τι τους φταίει στον τόπο τους; Δεν τους αρέσει η ελληνική γραμμή; Σίγουρα όλοι τους πουλήθηκαν στους ιμπεριαλιστές για το κέρδος...

Η δύναμη της λογικής αυτής είναι απροκάλυπτα συγκινησιακή και ηθικολογική: Πώς μπορεί κανείς να μην πάρει το μέρος του μικρού, του αδικημένου, του καταπιεσμένου; Το σχήμα αντιδιαστέλλει το άσπρο από το μαύρο και καλεί τους πάντες να πάρουν το μέρος του καλού. Λειτουργεί δηλαδή σαν εκείνους τους στίχους που παρακινούν παρέες αλλά και πλήθη σταδίων σε μια αμιγή συλλογική ταύτιση: «γιατί τ' άδικο το ζούμε μέσ' από την κούνια μας», «γιατί 'χα χέρια καθαρά και μια καρδιά μεγάλη», «Λευτεριά και Ρωμιοσύνη είν' αδέρφια δίδυμα». Οι επιθέσεις κατά του αμερικανικού πανεπιστημίου επιτρέπουν σε ορισμένους Ελλαδίτες και άλλους Ευρωπαίους Νεοελληνιστές να παραβλέψουν τα προβλήματα των δικών τους ιδρυμάτων και να ενωθούν σε μια συλλογική αποστροφή προς ένα άλλο σύστημα αναλογιζόμενοι: Μπορεί να έχουμε τα χάλια μας, αλλά τουλάχιστον δεν είμαστε σαν τους χασάπηδες των λαών.

Περιέργως η αποστροφή αυτή έχει στόχο αποκλειστικά Νεοελληνιστές και όχι καθηγητές σε άλλους κλάδους. Στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, για παράδειγμα, εργάζονται περίπου πενήντα Ελληνες και Ελληνο-Αμερικανοί επιστήμονες. Οι Ελλαδίτες συνάδελφοι του μηχανολόγου, του χημικού, του βιολόγου και του παπυρολόγου καθηγητή σέβονται την ποιότητα της δουλειάς του και την επαγγελματική του ακεραιότητα κι επομένως δεν τον θεωρούν φερέφωνο του ιμπεριαλισμού (κι ας ξέρουν πως χρηματοδοτείται με εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια ιδρυμάτων και εταιρειών). Αντιθέτως, ενδιαφέρονται να τον καλέσουν στην πατρίδα για ομιλίες και ανταλλαγές απόψεων. Είναι μόνον οι Νεοελληνιστές και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων που αντιμετωπίζουν τους συγκεκριμένους υπερατλαντικούς συναδέλφους τους με απαξίωση και χλευασμό. Μήπως οι Ελλαδίτες καθηγητές της Πληροφορικής, της Ιατρικής, του Πολυτεχνείου και της Φυσικής στερούνται πολιτικής ενημέρωσης και ευαισθησίας, και είναι έτοιμοι να δώσουν γην και ύδωρ στον καπιταλισμό; Οχι βέβαια! Τότε τι διακυβεύεται στην επίθεση κατά των Νεοελληνιστών, η οποία αποτελεί μοναδική εξαίρεση στα προγράμματα επαφών και ανταλλαγών μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής;

Υπάρχει κι ένα ακόμη μεγαλύτερο παράδοξο. Αναρωτιέται κανείς: Αυτοί οι αμερικανότροφοι υποτελείς της ηγεμονίας και υπηρέτες του ιμπεριαλισμού ποιους απολογητές του κεφαλαίου επικαλούνται στα γραφτά τους; Με ποιους υπερασπιστές της εκμετάλλευσης ταυτίζονται - με τους οικονομολόγους του Σικάγου, τα γεράκια της Ουάσιγκτον ή τους επιτελείς των Ρεπουμπλικανών; Ψάχνει, αλλά δεν βρίσκει κανέναν από αυτούς. Μάλιστα, με λίγες εξαιρέσεις, οι Νεοελληνιστές δεν αναφέρονται σε Αμερικανούς θεωρητικούς. Κατά κανόνα συνομιλούν με Ιταλούς (Αγκάμπεν, Νέγκρι), Γάλλους (Μπαντιού, Ρανσιέρ), Βρετανούς (Ιγκλτον, Μπάμπα), Γερμανούς (Χάμπερμας,) και άλλους Ευρωπαίους (Ζίζεκ). Μήπως τότε όλοι οι Ευρωπαίοι στοχαστές που παρουσιάζονται στη νεοελληνική έρευνα ταυτίζονται ιδεολογικά με το Πεντάγωνο και τη Γουόλ Στριτ; Αντιθέτως, είναι γνωστοί επικριτές τους. Μήπως είναι ανθέλληνες; Κανείς δεν είπε τέτοιο πράγμα. Μα τότε τι συμβαίνει; Πώς είναι δυνατόν οι Νεοελληνιστές των ΗΠΑ να υπηρετούν, όπως καταγγέλλεται εν Ελλάδι, τον επεκτατισμό αντλώντας από Ευρωπαίους αριστερούς στοχαστές;

Φυσικά όλοι γνωρίζουν πως οι φιλοσοφικο-πολιτικές θεωρίες που κυριαρχούν σήμερα στις ανθρωπιστικές σπουδές του αμερικανικού πανεπιστημίου υπερασπίζονται τους φτωχούς, τους περιθωριοποιημένους, τους έγχρωμους, τις μειονότητες, τις γυναίκες, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, την ισότητα, την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την αυτοδιάθεση των λαών. Σχεδόν όλες αυτές οι θεωρίες προέρχονται από Ευρωπαίους στοχαστές και καλλιεργούνται στην Αμερική από χιλιάδες Ευρωπαίους καθηγητές. Μήπως όλοι αυτοί, μαζί με την αφρόκρεμα της ευρωπαΐκής διανόησης που επισκέπτεται διαρκώς τη Νέα Ηπειρο, είναι επίσης τσιράκια των πολυεθνικών;

Υπάρχει πάντως ένα μείζον μέρος του πανεπιστημιακού έργου τους που δεν συζητείται ποτέ, κι ας είναι το πιο βασικό - το διδακτικό. Από την Ανατολική ώς τη Δυτική Ακτή, οι Νεοελληνιστές διδάσκουν ελληνική γλώσσα, λογοτεχνία, τέχνη, μουσική, ιστορία, κοινωνία, πολεοδομία, φιλοσοφία σε Τμήματα Ανθρωπολογίας, Ιστορίας, Γλωσσολογίας, Πολιτικής, Φιλολογίας. Οι τάξεις τους πολλές φορές γεμίζουν. (Για παράδειγμα, το πρώτο εξάμηνο του 2008 το Νεοελληνικό Πρόγραμμα του Μίσιγκαν είχε στα μαθήματά του 380 φοιτητές, οι περισσότεροι μη ελληνικής καταγωγής.) Αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά, ώστε όχι μόνο να μην κλείνουν διδακτικές θέσεις (όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη), αλλά σταδιακά να δημιουργούνται και νέες. Κι όμως, στην πρόοδο του διδακτικού τους έργου δεν αναφέρεται κανείς, ίσως επειδή οι τιμητές τους φαντάζονται πως εκεί δεν γίνεται μάθημα αλλά πλύση εγκεφάλου και πως οι Αμερικανοί απόφοιτοι στελεχώνουν μυστικές υπηρεσίες, οπότε είναι το βρόμικο χρήμα και όχι ο ελληνικός πολιτισμός που γεμίζει τις αίθουσες.

Οι πραγματικοί λόγοι της πλατιάς απήχησης στους φοιτητές είναι πολλοί. Το πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα είναι παγκόσμιο και ανοιχτό, ψηφιακό και δικτυακό, απο-καλωδιοποιημένο και απο-εδαφοποιημένο. Οι Νεοελληνιστές προσαρμόζονται σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η οποία ανοίγει εξαιρετικές προοπτικές. Από μεμονωμένη οντότητα, το Νεοελληνικό Πρόγραμμα εξελίσσεται σε κόμβο συνάντησης πολλών ρευμάτων. Το παλιό μοντέλο, το οποίο τηρούσε διακριτά χρονικά, γεωγραφικά και επιστημονικά όρια, καταργείται. Οι Νεοελληνιστές δεν διδάσκουν πλέον χωριστά γλώσσα, λογοτεχνία, κοινωνία ή ιστορία, ούτε αρχίζουν από τον 18ο αιώνα για να καταλήξουν γραμμικά στον 20ό. Τους ενδιαφέρουν περισσότερο οι διασταυρώσεις και αλληλεπιδράσεις. Για παράδειγμα, σε ένα μάθημα για το Αιγαίο μπορούν να συναντηθούν η φιλόλογος με τον περιβαλλοντολόγο και η ανθρωπολόγος με τον αρχιτέκτονα, με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο θέμα να φωτίζεται από πολλές πλευρές. Ετσι η Ελλάδα λειτουργεί ως σταυροδρόμι όχι μόνο πολιτισμών, όπως λέγεται πάντα, αλλά και επιστημονικών προσεγγίσεων. Προσεγγίσεις που συνδυάζουν δύο και τρεις κλάδους αναδεικνύουν τις πιο σύνθετες πλευρές της και προσελκύουν περισσότερους φοιτητές. Παράλληλα έχει αναπτυχθεί μεγάλο ενδιαφέρον για υβριδικά και μεταιχμιακά φαινόμενα, το οποίο δεν αντιμετωπίζει τον Ελληνισμό σαν κάτι αδιαπέραστο και ανάδελφο, αλλά ως πολιτισμό με έντονα συγκρητικό χαρακτήρα, τονίζοντας έτσι μεικτά στοιχεία και συνοριακές επιμειξίες του.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το διδακτικό πεδίο των Νεοελληνιστών έχει διευρυνθεί αισθητά προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, αν και κέντρο της προσοχής τους παραμένει η Ελλάδα, η προβληματική τους περιλαμβάνει πλέον τους Ελληνες όλου του κόσμου. Γι' αυτό μιλούν για κοσμοπολιτικό, για διασπορικό, για οικουμενικό Ελληνισμό. Είναι φυσικό το σημερινό παγκόσμιο πανεπιστήμιο να ενδιαφέρεται για τους απανταχού Ελληνες, όπου κι αν βρίσκονται, ό,τι κι αν κάνουν. Δεύτερον, αν και κέντρο της προσοχής τους παραμένουν οι Ελληνες, η προβληματική τους περιλαμβάνει πλέον και την εικόνα των Ελλήνων που έπλασαν οι ξένοι - ο λόγιος, η περιηγήτρια, ο φιλόσοφος, η αρχαιολόγος. Αυτό συμβαίνει επειδή το μοντέλο των ξένων και επικράτησε παγκοσμίως και επηρέασε πολύ τους ίδιους τους Ελληνες. Παράλληλα λοιπόν με τον οικουμενικό Ελληνισμό, τους Νεοελληνιστές απασχολεί και ο ιδεολογικός Ελληνισμός, δηλαδή η κατασκευή της Ελλάδας ως φαντασιακού τόπου και χρόνου. Γενικά εξυπακούεται πως η δουλειά τους διαπνέεται από αναστοχασμό, θεωρία, διεπιστημονικότητα και τις πολιτισμικές σπουδές, ώστε να συμπορεύεται με τις πιο προωθημένες επιστημονικές τάσεις που διαμορφώθηκαν τα τελευταία 30 χρόνια.

Μέχρι πρόσφατα, η ανάπτυξη των Νέων Ελληνικών βασίστηκε σε ένα μοντέλο συνέχειας - γλωσσικής, ιστορικής, φυλετικής κ.λπ. Αυτό δεν είναι ούτε περίεργο ούτε κακό, αφού υπαγορευόταν από τις γενικότερες αρχές που έκαναν την παιδεία να υπηρετεί το έθνος-κράτος. Τώρα όμως ο ίδιος ο κόσμος όπου ζούμε έχει αλλάξει, κι αυτό το πανεπιστήμιο το αναγνωρίζει. Το καινούριο μοντέλο είναι η ετερότητα, κι από αυτό είναι λογικό να επηρεάζονται και οι Νεοελληνιστές. Αυτό σημαίνει πως ναι μεν συνεχίζουν να μιλούν για το παρελθόν, αλλά όχι σαν μια φυσική κι αδιάκοπη συνέχεια. Ναι μεν συνεχίζουν να συζητούν την ταυτότητα, αλλά την αντιλαμβάνονται με διαλεκτικό τρόπο. Αλλωστε ετερότητα δεν σημαίνει ένας οποιοσδήποτε άλλος. Εδώ μιλάμε επιστημολογικά για τη διαφορά, όχι τους διαφορετικούς, για το ανοίκειο και όχι τους άλλους εν γένει. Και βεβαίως η συζήτηση ξεκινάει από τη μεγάλη ετερότητα της νεωτερικότητας, που είναι η ίδια η νέα Ελλάδα.

Είναι όμως προπάντων τα δημοσιεύματα των Νεοελληνιστών που επισύρουν έναν συνδυασμό θυμηδίας και αηδίας, κι ας βγαίνουν στα σοβαρότερα περιοδικά, κι ας εκδίδονται από κορυφαίους οίκους. Ο λόγος που ένα θεωρητικό άρθρο ή βιβλίο για τον νεότερο Ελληνισμό θορυβεί είναι ο ριζικός σκεπτικισμός του. Στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές σπουδές ο στοχασμός έχει συχνά αμφισβητησιακό χαρακτήρα καθώς υπηρετεί την επιστήμη και όχι την πατρίδα, την προβληματική και όχι την εκκλησία, την έρευνα και όχι την οικογένεια. Είτε σε «δημόσιο» είτε σε «ιδιωτικό» ίδρυμα, ο καθηγητής δεν είναι ποτέ δημόσιος υπάλληλος. Επίσης, δεν δημοσιεύει για να αποκαλύψει μια αλήθεια ή να καθιερώσει ένα γεγονός, αλλά για να προσεγγίσει ένα θέμα, να θέσει ένα ζήτημα, να προωθήσει μια συζήτηση. Η προσφορά του είναι πνευματική, όχι στενά εργαλειακή. Ετσι η εργασία του έχει έντονα ρηξικέλευθο, πειραματικό χαρακτήρα και συχνά διέπεται από ανάλογο σκεπτικισμό. Ομως οι υπερασπιστές των ακατάλυτων ιδεωδών και των αιωνίων αξιών εκλαμβάνουν τον σκεπτικισμό για μηδενισμό και την αμφιβολία για άρνηση. Ακούν για κριτική σε θεσμούς, αρχές και αρχαιότητες και φρίττουν: Πού θα πάει αυτό, διαμαρτύρονται; Δεν θα μείνει τίποτε όρθιο; Κι αντί οι ίδιοι να αναρωτηθούν πώς κατασκευάζονται τα ηθικά, αισθητικά, εθνικά και άλλα λάβαρα που υψώνει σε κάθε επέτειο το πολιτιστικό κατεστημένο της χώρας τους, βλέπουν τον αναστοχασμό των διαφόρων κλάδων (την έσχατη επιστημονική υπευθυνότητα) σαν μια ακόμη απειλή στην εθνική ανεξαρτησία: Τι Κίρκεγκαρντ τι Κίσινγκερ, όλοι τους μας ζηλεύουν.

Η ατμόσφαιρα του 1968

Φέτος που κλείνουν σαράντα χρόνια από τις εξεγέρσεις του 1968 μπορούμε να αντιληφθούμε ξεκάθαρα πώς οι Ευρωπαίοι μεταμοντέρνοι στοχαστές, που στη δεκαετία του 1970 έθεσαν τη σύγχρονη κρίση αξιών ως κρίση και εννοιών και θεσμών, συνέχισαν το ριζοσπαστικό πρόταγμα της θεμελιακής αμφισβήτησης όλων των συμβάσεων που αρθρώθηκε σε τόσες χώρες εκείνη τη σημαδιακή χρονιά. Καθώς είναι γνωστό, παράλληλα με το πολιτικό πρόταγμα, οι εξεγέρσεις του 1968 είχαν ένα εξίσου ανατρεπτικό φιλοσοφικό πρόταγμα που ζητούσε την αυτονομία της σκέψης. Δεν είναι τυχαίο που το πανεπιστήμιο έπαιξε έναν τόσο σημαντικό ρόλο σε αυτές. Τα συνθήματα των διαδηλωτών διεκδικούσαν το δικαίωμα της έρευνας να αμφισβητεί και να αναιρεί. Οι στοχαστές του μετα-μοντερνισμού και του μετα-στρουκτουραλισμού προσπάθησαν να συνεχίσουν με φιλοσοφική ευθύνη και ανάλογη εμβέλεια αυτή τη σκεπτικιστική παράδοση, φέρνοντάς τη στο αμφιθέατρο, στο σεμινάριο, στη βιβλιοθήκη, στο συνέδριο. Σήμερα οι μαθητές τους εξακολουθούν να επιμένουν πως δεν γίνεται να τεθούν όρια στην αμφισβήτηση ούτε φραγμοί στην αμφιβολία. Καμία αξία δεν είναι ιερή, κανένας κανόνας δεν είναι απόλυτος.

Η μεταμοντέρνα σκέψη που απορρίπτει την ετερονομία κάθε υπερβατικού αξιακού συστήματος αποτελεί τη φυσική συνέχεια του 1968, διότι επεξεργάζεται έναν φιλοσοφικό ριζοσπαστισμό που επανεξετάζει τα θεμέλια του πολιτισμού, επισημαίνοντας ιδεολογικούς μηχανισμούς καταστολής και καταπίεσης. Εκεί εντάσσονται και ορισμένοι Νεοελληνιστές της Αμερικής που, επιμένοντας στο πολιτικο-φιλοσοφικό πρόταγμα της αυτοθέσμισης, μένουν πιστοί στην επιστημολογία της ριζικής, ανυποχώρητης αμφισβήτησης που γράφτηκε στους τοίχους του Παρισιού, της Φρανκφούρτης, της Πράγας και του Μπέρκλεΐ. Κι όταν κάποιος πατριδοκάπηλος τους ζητεί πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης, θυμούνται το πάντα επίκαιρο σύνθημα του 1968: «Προσοχή - φιλόδοξοι καριερίστες μπορεί τώρα να μεταμφιεστούν σε "προοδευτικούς"». Οντως, για τέτοιους «προοδευτικούς», η ελληνικότητα δεν είναι αξία, είναι καριέρα.

Κατά καιρούς ακούγονται μερικές φωνές που συνιστούν ψυχραιμία: Ας μην ωθούμε τα πράγματα στα άκρα, ας επιδείξουμε μετριοπάθεια, ας αποφύγουμε την πόλωση. (Κατ' ιδίαν οι ίδιες φωνές σε παρηγορούν: «Αυτός λέει τέτοια εδώ και χρόνια, μη δίνεις σημασία». «Τιμή σου που σε έβρισε». Φυσικά δεν παραδέχονται πως, χάρη στη δική τους ανοχή, η θεσμική ισχύς του τόσα χρόνια παραμένει αμείωτη.) Μήπως άραγε έφτασε η ώρα να κάνουμε μια πολιτισμένη συζήτηση; Ομως εδώ δεν πρόκειται για μεθοδολογική διαφωνία αλλά για φιλοσοφική διαφορά: όπως πολλοί έχουν σωστά τονίσει ξανά και ξανά, οι «λόγοι» διαφέρουν ριζικά, τα «παραδείγματα» δεν εφάπτονται πουθενά. Διαβάζουμε τελειώς διαφορετικά βιβλία. Δεν είναι λοιπόν θέμα να συμφωνήσουμε τι εννοούμε όταν μιλάμε για το ένα ή το άλλο είδος.

Είστε υπέρ ή κατά;

Το θέμα είναι τι κάνει ένας πνευματικός άνθρωπος της Ελλάδας όταν Νεοελληνιστές που έχουν κερδίσει με το έργο τους διεθνές επιστημονικό κύρος, εμπαίζονται και λοιδορούνται στην πατρίδα τους. Το θέμα είναι τι κάνει όταν καθηγητές που διδάσκουν τον σύγχρονο πολιτισμό μας σε χιλιάδες Αμερικανούς φοιτητές, συκοφαντούνται και καθυβρίζονται στην Ελλάδα. Το θέμα είναι τι κάνει ένας πνευματικός άνθρωπος της Ελλάδος όταν συμπατριώτες του που συμβάλλουν στην ανάπτυξη επιτυχημένων Νεοελληνικών Προγραμμάτων, περιοδικών και συνεδρίων, γυρίζουν στην πατρίδα τους για να μάθουν πως είναι ανεπιθύμητοι. Κοντολογίς, όταν οι πρέσβεις του Ελληνισμού συναντούν παντού αλλού ενθάρρυνση, ενώ στην Ελλάδα δέχονται μαθήματα ανηλεούς εθνικοφροσύνης απ' όσους επιδιώκουν να μονοπωλήσουν τον πατριωτισμό, δεν είναι πια καιρός για ήπιους τόνους, μετριοπάθειες και υπεκφυγές, αλλά για μια απλή πολιτική απόφαση, την «Απόφαση» του Αναγνωστάκη, την οποία οφείλουν να αντιμετωπίσουν οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου που παρακολουθούν την τρέχουσα διαμάχη εδώ και πέντε μήνες:

Είστε υπέρ ή κατά;/Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω.

Το πρόσφατο Παγκόσμιο Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών στο Μέγαρο Αθηνών επέτυχε να προσφέρει εξαίρετες συνθήκες για μια πολύπλευρη ενημέρωση και ανταλλαγή απόψεων μεταξύ ειδικών από όλο τον κόσμο. Εκεί έγινε φανερό πως ο καιρός της διαμάχης για την κριτική θεωρία, την ερμηνεία, τον κανόνα, τον ανθρωπισμό και τη δυτική παράδοση έχει παρέλθει οριστικά διότι η μεταμοντέρνα σκέψη έχει καταλάβει κεντρική θέση σε όλες σχεδόν τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Επομένως, οι Νεοελληνιστές της Αμερικής δεν έχουν λόγο να ασχολούνται με σκιαμαχίες που προέρχονται από ψυχροπολεμικές αγκυλώσεις και ύστερους εθνικισμούς. Αντιθέτως, αισθάνονται μεγάλη ικανοποίηση για την πρόοδο του κλάδου, που βρίσκει τα Νέα Ελληνικά στο αμερικανικό πανεπιστήμιο σε ισχυρότερη θέση από ποτέ. Επίσης, στις συνεδριάσεις του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών διαπίστωσαν με χαρά πως έχουν πολλά ακόμη να μάθουν από την πείρα διακεκριμένων συναδέλφων, οι οποίοι προάγουν σε όλες τις ηπείρους τη μελέτη του οικουμενικού Ελληνισμού.

* Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος κατέχει την Εδρα Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και είναι αντιπρόεδρος της Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών της Αμερικής


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 18/07/2008


wap.enet.gr

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ



Αφιέρωμα
Οι Νεοελληνικές Σπουδές ανά τον κόσμο



Μυθιστόρημα





Θετικές επιστήμες


Εκπαίδευση


Ιστοριογραφία


Πολιτική θεωρία


Παιδικό βιβλίο


Θαμμένοι σε Λέξεις
Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος



Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.