E-ONLINE
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΕλλάδαΠολιτικήΟικονομίαΤέχνεςΑθλητισμόςΚόσμοςHOME




Παρασκευή
22 - 08 - 2008



ΣΤΗΛΕΣ
ΛΟΓΟΥ ΧΑΡΙΝ
ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ...
ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΣΚΟΝΗΣ
ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΔΙΑΦΟΡΑ
ΑΡΧΕΙΟ

Αναζήτηση
Αρχείο
παλαιότερων ενθέτων

Βρίσκεστε στο παλαιό site του www.enet.gr

Το www.enet.gr άλλαξε.

Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.

Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.



«Νεοελληνικές Σπουδές της Αμερικής»: μία αξιολόγηση

Μια απάντηση στην κριτική του Β. Λαμπρόπουλου

Το ότι ένας από τους κύριους εκφραστές του κριτικού τραμπουκισμού στις νεοελληνικές σπουδές σήμερα διαμαρτύρεται αγανακτισμένος εναντίον των επικριτών του χαρακτηρίζοντάς τους «τσαμπουκάδες», και μάλιστα με ένα κείμενο που αποτελεί την επιτομή του κριτικού τραμπουκισμού του, δεν θα πρέπει να μας εκπλήττει, αφού ο άνθρωπος αυτός είναι ο καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μίτσιγκαν Βασίλης Λαμπρόπουλος. Αναφέρομαι στο κείμενό του «Η δυναμική των Νεοελληνικών Σπουδών στην Αμερική» («Βιβλιοθήκη» «Ελευθεροτυπίας», 18-7-08), το γραμμένο με αφορμή τον εναντίον του λίβελο του Κ. Γεωργουσόπουλου («Τα Νέα», 16-2-08), με το οποίο ο Λ. -και σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα- εξαπολύει για πολλοστή φορά το προ εικοσιπενταετίας πρωτοεξαποσταλέν μανιφέστο-δίδαγμά του προς τις απανταχού της υφηλίου νεοελληνικές σπουδές, στην προσπάθειά του να τις εκπολιτίσει και να τις εισαγάγει στον 20ό αιώνα.

Αλλά σε τι συνίσταται ο κριτικός τραμπουκισμός του Λ.; Σε τι άλλο από το ότι εδώ και σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια παραποιεί και διαστρεβλώνει συνειδητά τις απόψεις όλων εκείνων των νεοελληνιστών -κυρίως, βέβαια, των ελλαδικών- που δεν συμφωνούν με τις ιδέες του. Ο Λ. εφαρμόζει με τον πλέον αδίστακτο τρόπο εκείνη τη μέθοδο των κριτικών αντιπαραθέσεων, την οποία οι πλέον ακραίοι μεταμοντερνιστές έχουν αναγάγει σε επιστήμη: παρουσιάζει τις απόψεις των αντιπάλων του σαν ένα κριτικό σκιάχτρο, σαν μια ανότητη και ιδεοληπτική κατασκευή, έτσι ώστε να μπορεί εύκολα να τις ανατρέψει.

Απόλυτος σχετικισμός

Η μέθοδος αυτή υπαγορεύεται από τη φιλοσοφία του Λ., η οποία συνοψίζεται ως εξής: καθώς δεν υπάρχει αλήθεια, παρά μόνο οι ιδέες των ανθρώπων οι οποίες κατασκευάζουν την αλήθεια (Λαμπρόπουλος: «Εννοιες όπως αλήθεια, πραγματικότητα, γεγονός, τεκμήριο και απόδειξη δεν μπορούμε πια να τις παίρνουμε τοις μετρητοίς: είναι πολιτισμικά κατασκευάσματα»), καμία εξήγηση γραμματειακού έργου δεν μπορεί να επιβληθεί ως σωστή. Η ιδέα ότι μια άποψη για ένα κείμενο θα μπορούσε να δικαιωθεί από ένα ή περισσότερα στοιχεία του κειμένου είναι ανυπόστατη, γιατί όλα τα στοιχεία του κειμένου είναι υποκειμενικά επινοήματα του αναγνώστη του. Ως εκ τούτου, το κείμενο δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνοι «οι όροι και οι προϋποθέσεις της παραγωγής και της κατανάλωσής του». Οχι μόνο δεν υπάρχει αντικειμενική εξήγηση ενός λογοτεχνικού κειμένου, λέει ο Λ. -πράγμα βέβαια εύλογο-, αλλά δεν υπάρχει ούτε εξήγηση λιγότερο ή περισσότερο αντικειμενική από μιαν άλλη. Κάθε άποψη για ένα έργο έχει την ίδια εγκυρότητα με κάθε άλλη, και μια άποψη αναδεικνύεται «σωστή» μόνο και μόνο επειδή κατορθώνει να υπερισχύσει και να επιβληθεί ως τέτοια. Ακόμη και η άποψη που πρεσβεύει τα παραπάνω, λέει ο Λ., δεν είναι σωστή. Κι εγώ ο ίδιος που την υποστηρίζω, καταλήγει, «γνωρίζω πως δεν έχω δίκαιο. Αναγνωρίζω πως δίκιο έχει όποιος επιβάλλει το δικό του δίκαιο».

Με βάση αυτό το θεωρητικό σχήμα, που εδράζεται στη θεωρία της ισχύος του Φουκό, διανθισμένη με στοιχεία από τη θεωρία του ανατολισμού του Σαΐντ, τη θεωρία των μειονοτήτων και, γενικά, από τις πολιτισμικές σπουδές, ο Λ. κατασκευάζει το δικό του δίκαιο, δηλαδή τη δική του αλήθεια για τις νεοελληνικές σπουδές. Ομως τα στοιχεία αυτά είναι τόσο κακοχωνεμένα, ώστε η κατασκευή του να αποτελεί ένα θεωρητικό συνονθύλευμα, η εφαρμογή του οποίου στη νεοελληνική πραγματικότητα, σε συνδυασμό με την αφέλεια των ιδεών του, να καταλήγει σε προσεγγίσεις που κυμαίνονται από το ανώριμο ώς το εξωπραγματικό και το φαιδρό.

Ετσι ο Λ. και οι Νεοελληνιστές της Αμερικής, όπως αυτοαποκαλείται η σχολή του (στην Αμερική, βέβαια, υπάρχουν και νεοελληνιστές που δεν συμφωνούν με τις απόψεις τους, όμως το ζητούμενο είναι, όπως είδαμε, να επιβάλεις το δικό σου δίκαιο), γίνονται κήρυκες ενός «Ελληνισμού άνευ έθνους», αφού το έθνος, κατά τη βεβαιότητά τους, δεν είναι παρά μια κατηγορία επινοημένη από την ιδεολογία του εθνικισμού, δηλαδή ένα κείμενο. Και καθώς τα κείμενα δεν υπάρχουν, αλλά μόνο απόψεις για τα κείμενα, οι οποίες μάχονται για να υπερισχύσουν, η Ελλάδα δεν υφίσταται: υπάρχουν μόνο απόψεις γι' αυτήν και «κάθε άποψη για την Ελλάδα είναι εξίσου "πραγματική" με οποιαδήποτε άλλη». Με την ίδια λογική, ο Σολωμός, ο Σεφέρης ή ο Σικελιανός είναι σημαντικοί απλώς επειδή κατόρθωσαν, χάρη και στη βοήθεια του κατεστημένου, να επιβληθούν ως τέτοιοι, ενώ ο σπουδαίος ποιητής Π. Πανάς και «μεγάλες γυναίκες συγγραφείς, όπως η Μ. Αραβαντινού, η Μ. Χατζηλαζάρου, η Ε. Μυλωνά», που δεν μπόρεσαν να επιβληθούν, βρίσκονται στην αφάνεια.

Παραμορφωτική εικόνα

Στη μεγαλομανή προσπάθειά του να επιβάλει τις απόψεις του στις νεοελληνικές σπουδές ο Λ. μετέρχεται κάθε μέσο. Τη μέθοδο της παραποίησης την ενισχύει με τον προσωπικό του τρόπο: τρόπο ύπουλο γιατί δεν αναφέρει τα ονόματα των ανθρώπων τις απόψεις των οποίων παραμορφώνει· βάναυσο λόγω της θρασύτητας και του μεγέθους της παραμόρφωσης· και υποκριτικό, αφού την ίδια στιγμή που συνεχίζει αδιάπτωτη την κριτική ασυδοσία του, διαμαρτύρεται (απαριθμώντας ψευδή στοιχεία) για κακοποίηση των απόψεών του και ζητεί... «μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια, κυρίως επειδή η κρατούσα ρητορική της πολεμικής είναι ο τσαμπουκάς» (των αντιπάλων του, εννοείται).

Ο κριτικός τραμπουκισμός του Λ. εκφράζεται όχι μόνο με το μέγεθος και τη συστηματικότητα της παραποίησης των θέσεων όσων δεν συμφωνούν με τις ιδέες του, αλλά και με το ύφος των κειμένων του. Δεν είναι μόνο ότι παρουσιάζει τους διαφωνούντες ως αφελείς ουσιοκράτες, θιασώτες μιας κουφόνοης μεταφυσικής αντίληψης των πραγμάτων· είναι και η υπεροπτική και χλευαστική αντιμετώπισή τους, η θρασύτητα με την οποία προσπαθεί να τους γελοιοποιήσει. Αυτή η θρασύτητα, πέρα από τη σαθρότητα των επιχειρημάτων του, που επίσης καθιστά αδύνατη κάθε σκέψη σοβαρής συζήτησης μαζί του, με κάνει να πιστεύω ότι ακόμη και ο λίβελος είναι, στην περίπτωσή του, επιτρεπτός προκειμένου να καυτηριαστεί η κριτική του κακοήθεια. Διότι όσοι δεν γνωρίζουν τη μετά τη μεταπολίτευση του 1974 πραγματικότητα των νεοελληνικών σπουδών, διαβάζοντας τα κείμενα του Λ. και των Νεοελληνιστών της Αμερικής, θα σχημάτιζαν την εντύπωση ότι -με την εξαίρεση του Λ. και της σχολής του- οι σπουδές αυτές βρίσκονται στον 19ο αιώνα· θα πίστευαν ότι υπηρετούνται, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, από ομοϊδεάτες του μακαριστού Χριστόδουλου και του εθνολάγνου υπερνομάρχη Θεσσαλονίκης, αφού τόσο οι ελλαδικοί επικριτές τού Λ. (οι Τ. Χριστίδης, Γ. Κεχαγιόγλου, Γ. Φαρίνου, Α. Μπελεζίνης, Κ. Γεωργουσόπουλος, Α. Ελεφάντης, Μ. Πιερής, Ν. Βαγενάς) όσο και οι εκτός Ελλάδος (Ε. Keeley, Ρ. Bien, R. Beaton, Ρ. Mackridge, D. Holton, D. Ricks, L.M. Danforth - για να περιοριστώ στους αγγλόφωνους) χαρακτηρίζονται συλλήβδην από τον Λ. (χωρίς να κατονομάζονται, όπως είπαμε) «οπισθοδρομικοί και αντιδραστικοί, που δρουν εξ ονόματος της εθνικοθρησκευτικής παράδοσης, συνέχειας και πίστης», ευήθεις που πιστεύουν ότι «η Ελλάδα, χειροτονημένη από το θείο, ανήκει σε μια θεία τάξη».

Δύο κρίσεις

Ανέφερα ονομαστικά τους ανθρώπους τους οποίους ο Λ. περιγράφει με τους παραπάνω χαρακτηρισμούς για να δείξω τον βαθμό και την έκταση της κριτικής βαναυσότητάς του. Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να αναφέρω πρόσθετα στοιχεία: το εύρος της άγνοιας της ελληνικής πραγματικότητας, τη συχνότητα των αντιφάσεων και το πλήθος των πραγματικών λαθών, με τα οποία ο Λ. προσπαθεί να οικοδομήσει επιχειρήματα. Θα αναφέρω μόνο τις κρίσεις γι' αυτήν του την προσπάθεια δύο, κατά τον Λ., ελληναράδων: «Η επίκριση της αναλυτικής και θεωρητικής φαιδρότητας της "Νεοελληνικής Φιλολογίας της Αμερικής"», γράφει ο Α. Ελεφάντης, «είναι υποχρέωση ορθοφροσύνης και επιστημονικής συνέπειας». Και σημειώνει ο R. Beaton: «Η αλλαγή στις νεοελληνικές σπουδές, τουλάχιστον, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ήταν τόσο ταχεία ώστε εκείνοι που κινδυνεύουν τώρα να μείνουν αποκομμένοι από τα ευρύτερα, διεθνή ρεύματα σκέψης να μην είναι οι συνάδελφοι της Ελλάδας αλλά εκείνοι οι Αμερικανοί νεοελληνιστές που, βυθισμένοι στο κυρίαρχο δόγμα και στη ρητορική της ημέρας, δεν είχαν ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση να γνωρίσουν πλήρως αυτό που συνέβαινε στο γνωστικό τους πεδίο, στην Ελλάδα και αλλού».

Ο Beaton τα έγραφε αυτά το 1998, δηλαδή σε μια εποχή που τα μεγαλεπήβολα σχέδια αυτού που ονομάστηκε Θεωρία είχαν ήδη ξεθωριάσει. Ο Νεοελληνιστής της Αμερικής, που από το 1985 πιπίλιζε θορυβωδώς τη θεωρητική καραμέλα του μαζί -χωρίς να το καταλάβει- με το φανταχτερό περιτύλιγμά της, δεν το είχε αντιληφθεί αυτό· όπως εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται ούτε και σήμερα αυτό που έχει συμβεί στο γνωστικό του πεδίο. Διότι αν είχε διαβάσει το «Μετά τη θεωρία» (2003) του Τ. Eagleton, τον οποίο υποδεικνύει υπερηφάνως ως έναν από τους άξιους συνομιλητές του, θα είχε δει ότι ο Eagleton, έχοντας πιπιλίσει την καραμέλα ατύλιχτη και έχοντας διαπιστώσει ότι έχει από καιρό λιώσει, έχει επιστρέψει, και μάλιστα με το πάθος του νεοφώτιστου, στην αναζήτηση εκείνου που περιφρονούσε. Στα καθ' ημάς ο Λαμπρόπουλος, έρμαιο του χρόνιου και βίαιου κριτικού αυτισμού του, εξακολουθεί να πιπιλίζει με τον ίδιο θόρυβο και με παλιοημερολογίτικη επιμονή το περιτύλιγμα της καραμέλας.


ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ Καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 22/08/2008


wap.enet.gr

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ



Αφιέρωμα




Μελέτη




Μυθιστόρημα



Παιδικό βιβλίο



Επιστολές


Πολιτική


Διάλογος


Διηγήματα


Θαμμένοι σε λέξεις
Φαίδων Ταμβακάκης



Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.