Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.
Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.
ΑΠΟΨΕΙΣ
Τι λείπει από τα πανεπιστήμια
Του ΘΟΔΩΡΗ ΠΕΛΑΓΙΔΗ*
Οι καθηγητές πανεπιστημίου «απέχουν» από το έργο τους, ζητώντας μεγαλύτερους μισθούς και υψηλότερη χρηματοδότηση για τα πανεπιστήμια. Τα χρήματα πράγματι δεν είναι αρκετά, υπολογισμένα σε αγοραστική δύναμη, συγκρινόμενα με το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Πολλά πανεπιστήμια, επίσης, τουλάχιστον όσον αφορά τις «σκληρές» υποδομές, δείχνουν εγκαταλειμμένα και ένας καλόπιστος φορολογούμενος θα συμφωνούσε ότι χρειάζονται περισσότερα χρήματα.
Αν ισχύουν τα παραπάνω, η εντεινόμενη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης όσον αφορά το μέσο εκπαιδευτικό αποτέλεσμα, πρέπει να οφείλεται στην υποχρηματοδότηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικά υποστηρίζεται ότι η ελληνική κοινωνία δαπανά 4.157 δολ. ανά φοιτητή, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι διπλάσιος και στη Σκανδιναβία, ιδιαίτερα, τριπλάσιος. Με δεδομένη την απολύτως κρίσιμη και καθοριστική σημασία της εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη, εκτός ίσως από επιμέρους αντιρρήσεις, θα μπορούσε κανείς να δει με συμπάθεια την κινητοποίηση αυτή.
Κι όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια περιλαμβάνει και την απόδοση των καθηγητών, και έχει να κάνει:
**Πρώτον, με το φτωχό εκπαιδευτικό και ερευνητικό αποτέλεσμα των περισσότερων πανεπιστημιακών τμημάτων.
**Δεύτερον, με το γεγονός της συνεχούς απαξίωσης των πτυχίων όσον αφορά το αντίκρισμά τους στην αγορά εργασίας.
Πράγματι, σύμφωνα με το κύριο μέγεθος αξιολόγησης ενός πανεπιστημίου και των ερευνητών του, τις επιστημονικές δημοσιεύσεις, η χώρα μας βρίσκεται στην προτελευταία θέση στην Ε.Ε. με 219 δημοσιεύσεις στο 1 εκατ. κατοίκους, ενώ η Σουηδία στην πρώτη με 9451, ενώ για την εκπαιδευτική διαδικασία διατυπώνονται παράπονα από τους φοιτητές για τις απουσίες των καθηγητών κι όχι μόνο. Η βασική δικαιολογία που μπορεί να διατυπωθεί για το φτωχό ερευνητικό αποτέλεσμα είναι ο φόρτος εκπαιδευτικής εργασίας (διδασκαλία), κάτι τέτοιο, όμως, δεν προκύπτει.
Οι σπουδές είναι γενικά «χαλαρές» στην Ελλάδα, συγκρινόμενες τουλάχιστον με την Ε.Ε. ή την Αμερική. Οσον αφορά τα στοιχεία που δείχνουν τη δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή και τον αριθμό φοιτητών ανά καθηγητή, εάν αφαιρεθούν οι «φοιτητές-φαντάσματα», δηλαδή εκείνοι που εγγράφονται, αλλά δεν συμμετέχουν στην ακαδημαϊκή ζωή, η αναλογία καθηγητών-φοιτητών βρίσκεται πολύ κοντά στα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Οσον αφορά την αγορά εργασίας, η κοινωνική δυσαρέσκεια αφορά τις απογοητευτικές επιδόσεις των πτυχιούχων στην αγορά εργασίας. Το ποσοστό ανεργίας τους φτάνει το 15%, τρεις φορές υψηλότερο από το ευρωπαϊκό!
Στο πλαίσιο αυτό, η υψηλότερη χρηματοδότηση θα έλυνε τα προβλήματα; Θα βελτίωνε ίσως την υποδομή, αλλά σε ένα σύστημα βασισμένο απολύτως στη συσσώρευση «κανόνων» (rules) και καθόλου σε κίνητρα (incentives) για καλύτερες επιδόσεις και αξιοποίηση των πόρων, πιθανώς η διοχέτευση χρημάτων θα κατέληγε και πάλι σε φτωχό αποτέλεσμα. Ή μήπως η αύξηση στους μισθούς των καθηγητών θα έφερνε περισσότερες δημοσιεύσεις; Οχι, γιατί οι αμοιβές και τα επιδόματα δεν καθορίζονται από το ερευνητικό έργο των καθηγητών κι επομένως δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς βελτίωση της απόδοσής τους.
Στην έξοχη συγκριτική μελέτη ανάμεσα στο ιταλικό και βρετανικό σύστημα, ο καθηγητής R. Perrotti2 καταδεικνύει ότι το ιταλικό σύστημα, παρεμφερές με το ελληνικό, χαρακτηρίζεται από υποκριτική εμμονή στο «δημόσιο» πανεπιστήμιο και αποστροφή σε κίνητρα που επιβραβεύουν -με υλικό αντίκρισμα- την επιστημονική παραγωγή, τις αρετές και τα προσόντα των καθηγητών και τις αντίστοιχες ποιοτικές επιδόσεις των σχολών. Αντιθέτως, μάλιστα, η κυρίαρχη άποψη, αν κρίνει κανείς από το διάλογο που αναπτύσσεται στη χώρα μας, είναι εκείνη που απορρίπτει την αξιολόγηση (!) και απαιτεί από την πολιτεία να δίνει συνεχώς περισσότερα χρήματα χωρίς να ελέγχει το αποτέλεσμά τους!
Μερικοί θα υποστηρίξουν ότι η πολιτεία θεσπίζει ήδη την αξιολόγηση και επομένως η κατάσταση θα μπορούσε να βελτιωθεί, μαζί και ο τρόπος χρηματοδότησης. Λάθος, όταν ο οποιοσδήποτε καθηγητής είναι μόνιμος κρατικός υπάλληλος ή όταν δεν υπάρχει διαδικασία σύμφωνα με την οποία όταν ένα τμήμα δεν παρέχει ικανοποιητικό εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο και δεν έχει ζήτηση από τους φοιτητές, να καταργείται, τότε η αξιολόγηση θα καταλήξει, αν καταλήξει, σε κάποιας μορφής απλή διαπίστωση...
Κι όμως ο φορολογούμενος πληρώνει και πολλοί φοιτητές ξοδεύουν πολύτιμους πόρους, δηλαδή χρόνο και χρήμα, με πενιχρό αποτέλεσμα! Ετσι, η κοινωνία πληρώνει τελικά -και- επιπλέον επιδόματα ανεργίας και η ευρύτερη οικογένεια τα νέα «βάρη».
Οπως σε πολλά ζητήματα σε αυτή τη χώρα, αρνούμαστε να παραδεχθούμε το πρόβλημα, να συζητήσουμε ειλικρινά και να καταλήξουμε σε μεταρρυθμίσεις του θεσμικού πλαισίου. Δυστυχώς, το σύνταγμα δεν επιτρέπει την μετατροπή των ΝΠΔΔ πανεπιστημίων σε μη-κερδοσκοπικά, αυτόνομα ιδρύματα, γεγονός που θα έλυνε πολλά προβλήματα αξιοκρατίας, οικονομίας και καλής κατανομής των πόρων όπως αποδεικνύεται όχι μόνο με όλες τις σχετικές μελέτες στη βιβλιογραφία (μαζί και του R. Perotti), αλλά και με το ζωντανό παράδειγμα των εκπληκτικών αμερικανικών πανεπιστημίων. Ισως, όμως, η ίδρυση νέων, τέτοιου είδους ιδρυμάτων, πράγμα που επιτρέπεται, να δημιουργούσε συνθήκες δημόσιας αγοράς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και να τραβούσε και τα κρατικά ιδρύματα λίγο προς τα πάνω.
1. Βλέπε «Ερευνώντας», ΓΓΕΤ, Ιούλιος 2003.
2. R. Perotti «The Italian University System: Rules versus Incentives», mimeo, March 2002.
* Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΕΛΑΓΙΔΗΣ είναι επίκ. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Διπλή μαγεία επιτοκίων
Του ΠΑΥΛΟΥ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Μπορεί -και σε ποιο βαθμό- η νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας να επηρεάσει τελικά την πραγματική οικονομία; Και πρέπει να δίνεται στα επιτόκια τόση σημασία ίσαμε που οι κεντρικοί τραπεζίτες να αναγορεύονται ημίθεοι; Αυτά είναι δύο κρίσιμα ερωτήματα για κάθε οικονομία σήμερα, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, αν ληφθεί υπ' όψιν το ειδικό βάρος που αποδίδεται στο ύψος των επιτοκίων τα τελευταία χρόνια ως εργαλείων μακροοικονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τη σχετική περιθωριοποίηση των κυβερνήσεων και με την παράλληλη ανάδυση των κάθε είδους αγορών (χρήματος-κεφαλαίων-προϊόντων-υπηρεσιών) σε ρόλο κριτή και επιδιαιτητή.
Το θέμα εξετάζεται σε σχετική εργασία («Μπορεί η νομισματική πολιτική να επηρεάσει την πραγματική οικονομία: η αμφίβολη αποτελεσματικότητα της πολιτικής των επιτοκίων») του ελληνικής καταγωγής καθηγητή οικονομικών Φίλιπ Αρέστης και του καθηγητή του Λιντς Μάλκομ Σόγερ για λογαριασμό του αμερικανικού προοδευτικού (μετακεϊνσιανών προσανατολισμών) «Levy Economics Institute», όπου είναι πρόεδρος ο Ελληνοαμερικανός Δημήτρης Παπαδημητρίου.
Η «νέα μακροοικονομική συναίνεση», που έχει γίνει δόγμα των ανεξάρτητων πλέον κεντρικών τραπεζιτών και έχει αποκτήσει μεγάλη επιρροή στη χάραξη οικονομικής πολιτικής κατά την τελευταία δεκαετία, είναι βασικά η εξής: Η νομισματική πολιτική, «χειραγωγώντας» τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια (αλλά όχι τα μακροπρόθεσμα, όπου ο έλεγχος είναι πολύ δυσκολότερος), μπορεί να ελέγξει αποτελεσματικά τον πληθωρισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει μόνιμες θυσίες για τα εισοδήματα και την απασχόληση των πολιτών, παρά μόνο προσωρινές. Είναι όμως έτσι;
Ο «νέος μονεταρισμός», όπως συχνά ονομάζεται, κράτησε στοιχεία από την παλιά κλασική ποσοτική θεωρία του χρήματος, αλλά προχωρεί σε πιο εκλεκτικό μείγμα θεωριών και συνταγών πολιτικής.
Ετσι, ενώ αναγορεύει τον έλεγχο του πληθωρισμού πρώτιστο στόχο, όπως είχε εισηγηθεί ο Μίλτον Φρίντμαν, στέκεται με σκεπτικισμό απέναντι στην ικανότητα των κεντρικών τραπεζών να αυξάνουν σε μόνιμη βάση την παραγωγή μέσα από πολιτικές «εύκολου χρήματος» (δηλαδή αύξησης της προσφοράς του). Από την άλλη, ο νέος μονεταρισμός υιοθετεί την κεϊνσιανή άποψη ότι η συνολική προσφορά χρήματος από μόνη της δεν είναι σημαντικός καθοριστικός παράγοντας για τον επηρεασμό του πληθωρισμού ή της απασχόλησης (όπως αντίθετα πίστευε ο Φρίντμαν).
Η «νέα συναίνεση» έχει ταυτιστεί ουσιαστικά με τα επιτόκια, που καλούνται να κάνουν τα διπλά «μαγικά» τους: αφ' ενός να θέσουν υπό έλεγχο τον πληθωρισμό και αφ' ετέρου να επέμβουν στον οικονομικό κύκλο, είτε «θερμαίνοντας» την πραγματική οικονομία, είτε «ψύχοντάς» την, ανάλογα με το αν η κεντρική τράπεζα θέλει αντίστοιχα να προσθέσει ή να αφαιρέσει ζήτηση από την αγορά. Με άλλα λόγια, η επιτοκιακή πολιτική μπορεί να θεωρηθεί μια πολιτική ενεργού ζήτησης, αφού το επιτόκιο που καθορίζει η κεντρική τράπεζα, έχει στόχο να επηρεάσει τη συνολική ζήτηση σε μια οικονομία, η οποία με τη σειρά της θα επηρεάσει το ύψος του πληθωρισμού.
Παρεμπιπτόντως, εφόσον τα επιτόκια πλέον δεν ελέγχονται από τις κυβερνήσεις (που έχουν κρατήσει στη μακροοικονομική φαρέτρα τους μόνο τα δημόσια ελλείμματα -αλλά αυτά μέσα σε στενό «κορσέ») αλλά από τις κεντρικές τράπεζες, στο όνομα της τεχνοκρατικής τεχνογνωσίας και της προφύλαξης της οικονομίας από τον πολιτικό και εκλογικό κύκλο (όπως μας θύμισε και ο ημέτερος κεντρικός τραπεζίτης Νίκος Γκαργκάνας παρουσιάζοντας την ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική), το όλο ζήτημα ξεφεύγει ουσιαστικά από το δημοκρατικό έλεγχο των πολιτών.
Οκ. Γκρίνσπαν και ο κ. Τρισέ θεωρούν καθήκον τους η Fed και η ΕΚΤ να κωφεύουν στις πολυφωνικές σειρήνες της δημοκρατίας, αν και η τελευταία καταφέρνει τελικά να ασκεί τις πιέσεις της στους κεντρικούς τραπεζίτες διά της πλαγίας οδού, π.χ. μέσα από την κριτική του τύπου, που αντανακλά συχνά τις επιθυμίες της κοινής γνώμης: Οταν η αγορά (με την ευρύτερη έννοια) θέλει χαμηλότερα επιτόκια και οι δημοσιογράφοι «μεγεθύνουν» το αίτημα, η κεντρική τράπεζα, θέλοντας και μη, το λαμβάνει υπ' όψιν της...
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν τα επιτόκια όντως πετυχαίνουν αυτή τη «μαγεία», με ποιον τρόπο και πόσο γρήγορα. Οι οικονομολόγοι έχουν αναπτύξει πληθώρα θεωριών σχετικά με τους «μηχανισμούς μεταβίβασης», δηλαδή τα «κανάλια» μέσα στα οποία τα αυξομειούμενα επιτόκια επηρεάζουν την ονομαστική και την πραγματική οικονομία.
Ομως, δεν υπάρχει ομοφωνία για το ποια από αυτά τα «κανάλια» είναι πραγματικά σημαντικά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση χώρας ή της εκάστοτε οικονομικής συγκυρίας στην ίδια χώρα. Επιγραμματικά, τα έξι βασικά «κανάλια» είναι: των επιτοκίων (ή κόστους δανεισμού), της επίδρασης του πλούτου, της συναλλαγματικής ισοτιμίας, του νομίσματος, της «στενής» πίστωσης (ή τραπεζικού δανεισμού) και της «ευρείας» πίστωσης (ή ισολογισμού των δανειζομένων). Υπάρχει, λοιπόν, μια μακρά και αβέβαιη αλυσίδα εξελίξεων και αναδράσεων που προκύπτουν κάθε φορά από μια αυξομείωση των επιτοκίων, με αβέβαια αποτελέσματα και μεγάλες χρονικές υστερήσεις.
Τα πράγματα δυσκολεύουν επειδή η κατάσταση είναι αμφίδρομη στην πράξη: η οικονομία επηρεάζει τη νομισματική πολιτική και αντιστρόφως.
Επιπλέον, εμπειρικές έρευνες της ΕΚΤ στην ευρωζώνη και της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας στη Βρετανία έχουν δείξει ότι είναι σχετικά μικρή η επίπτωση των μεταβολών στα επιτόκια πάνω στο ύψος του πληθωρισμού. Και, ακόμη πιο σημαντικό, αντίθετα με την πάγια άποψη των νεοκλασικών και των μονεταριστών, οι έρευνες δείχνουν ότι οι αλλαγές στο χρήμα και τις τιμές μέσω των επιτοκίων δεν έχουν μόνο βραχυπρόθεσμα και προσωρινά αλλά μακροπρόθεσμα και μόνιμα αποτελέσματα στην πραγματική οικονομία.
Με άλλα λόγια, η εμμονή στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών (έλεγχος πληθωρισμού) δεν είναι ζήτημα «ουδέτερο» -και τελικά αδιάφορο- από την άποψη της πραγματικής οικονομίας, αλλά έχει πραγματικές επιπτώσεις σε επίπεδο μειωμένων εισοδημάτων, χαμένων θέσεων εργασίας, απραγματοποίητων επενδύσεων, χαμηλότερου ρυθμού ανάπτυξης κ.λπ. Η βασική πρόκληση είναι συνεπώς να βρεθεί μια εναλλακτική νομισματική πολιτική, που δεν θα θεωρεί τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας ζήτημα δευτερεύον.
Πόσο κόβει το μαχαίρι της νομισματικής πολιτικής
Για μια σειρά από λόγους υπάρχει αμφιβολία σχετικά με το αν τα επιτόκια είναι πράγματι το αποτελεσματικό «όπλο» μακροοικονομικής διαχείρισης, όπως συνήθως ισχυρίζονται οι κεντρικές τράπεζες.
Σύμφωνα με πρόσφατες οικονομετρικές έρευνες στην ευρωζώνη από την ΕΚΤ, «υπάρχουν μετρήσιμα αποτελέσματα στην παραγωγή και τις τιμές από τις αλλαγές στη νομισματική πολιτική». Γενικά, θεωρείται ότι αύξηση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων μειώνει προσωρινά την παραγωγή (η πτωτική επίδραση κορυφώνεται σε έναν χρόνο περίπου - τόση χρονική υστέρηση χρειάζεται για να αποδώσει στο μέγιστο η μείωση του επιτοκίου), ενώ οι τιμές ανταποκρίνονται βραδύτερα, καθώς μειώνονται ανεπαίσθητα τον πρώτο χρόνο και στα επόμενα χρόνια πέφτουν βαθμιαία.
Ομως, η ποσοτική επίδραση των επιτοκίων είναι αρκετά μικρή, ώστε τελικά αμφισβητείται αν είναι τόσο σημαντική όσο επιμένει η κυρίαρχη άποψη των νέων μονεταριστών. Μείωση του επιτοκίου κατά 0,3% έχει μηδενική επίδραση στον πληθωρισμό τον πρώτο χρόνο και 0,07% τον τρίτο, ενώ αντίστοιχα η μείωση στην παραγωγή είναι 0,15% τον πρώτο χρόνο και 0,05% τον τρίτο.
Μια αύξηση του επιτοκίου κατά 1% που διατηρείται για δύο χρόνια μειώνει τις τιμές κατά 0,3%-0,4%, άρα ο πληθωρισμός για μια τριετία είναι κατά περίπου 0,1% το χρόνο χαμηλότερος, δηλαδή η επίπτωση είναι μικρή. Οι έρευνες δείχνουν επίσης ότι μια περιοριστική νομισματική πολιτική επηρεάζει πρωτίστως τις αγορές κεφαλαιουχικών αγαθών από τις επιχειρήσεις και πολύ λιγότερο τις δαπάνες των καταναλωτών. Αυτό όμως σημαίνει ότι μειώνεται η παραγωγικότητα στην οικονομία, αφού περιορίζονται οι επενδύσεις σε νέα τεχνολογία και μηχανήματα.
Επιπλέον, οι έρευνες της ΕΚΤ δείχνουν ότι η επίπτωση διαφέρει από χώρα σε χώρα. Στο ένα άκρο υπάρχουν χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Φιλανδία, όπου η αύξηση των επιτοκίων είναι αποτελεσματική για τον έλεγχο του πληθωρισμού, έχοντας μέτριο κόστος στην παραγωγή και την απασχόληση. Στο άλλο άκρο είναι χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία όπου, κατά την ΕΚΤ, η αύξηση των επιτοκίων έχει γενικά μέτρια επίδραση στον πληθωρισμό αλλά αντίθετα απειλεί με σοβαρή συρρίκνωση της παραγωγής και της απασχόλησης. Η παρατήρηση αυτή είναι ανησυχητική για την Ελλάδα, όταν κάποτε αρχίσουν να ανεβαίνουν τα επιτόκια και την ίδια περίοδο δεν θα υπάρχουν πια στον ίδιο βαθμό οι κοινοτικοί πόροι για να «υποστηλώσουν» τη ζήτηση.
Η ΕΚΤ παραδέχεται ότι, σύμφωνα με τις έρευνές της, τα αποτελέσματα της νομισματικής πολιτικής είναι μικρά τόσο στον πληθωρισμό όσο και στην παραγωγή.
Ομως μάλλον βγάζει λάθος συμπέρασμα, θεωρώντας ότι η επίδραση της νομισματικής πολιτικής είναι ουδέτερη μακροπρόθεσμα στην παραγωγή και ότι μόνο προσωρινές επιπτώσεις έχει σε αυτήν, ενώ αντίθετα επιμένει ότι η αλλαγή στο επίπεδο τιμών είναι μόνιμη, δυο συμπεράσματα συμβατά φυσικά με τη «νέα μονεταριστική συναίνεση» στα μακροοικονομικά.
Ομως η τράπεζα αγνοεί τις δυσμενείς επιπτώσεις στις επενδύσεις και τη μελλοντική παραγωγική δυναμικότητα σε βάθος χρόνου. Ο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης στην ευρωζώνη εξηγείται με αυτόν τον τρόπο, καθώς αποτελεί το τίμημα για την υπερβολική έμφαση της ΕΚΤ στη σταθερότητα των τιμών.
Π. Δ.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ - 26/10/2003
|