«Ζούμε σε ρυθμό... πουτανομιλιονέρ»
 «Μου αρέσει τα υλικά να λένε από μόνα τους τι είναι. Το μάρμαρο να είναι βράχος και το μέταλλο να γυαλίζει» λέει η 84χρονη γλύπτρια για την αναδρομική της έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη που θα ξεδιπλώσει την πορεία της: πολεμιστές, ήρωες, άγιοι, ζώα, πετεινά. |
Εγγονή του μακεδονομάχου Παύλου Μελά -οι οικογενειακές της ρίζες φτάνουν μέχρι την Μπουμπουλίνα!- και σύζυγος του αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη, η γλύπτρια Ναταλία Μελά δεν μπορούσε παρά να κάνει τέχνη τους μύθους και τους θρύλους που τη γαλούχησαν. Οχι όμως με έναν στείρο ή γραφικό τρόπο, αλλά με έμπνευση και λιτότητα, δίνοντας πνοή σε υλικά όπως το μέταλλο και το μάρμαρο. «Για μένα ο μύθος είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Ιδίως γιατί είναι φορτισμένος και δοκιμασμένος από το χρόνο».
Τη συναντήσαμε στο σπίτι της, στη Βασιλίσης Σοφίας, όπου από τις αρχές της δεκαετίας του '40 βρίσκεται και το εργαστήριό της που συγκέντρωνε όλη τη διανόηση της παλιάς Αθήνας: από τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, μέχρι τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Μίνω Αργυράκη. Μια φωτογραφική αναπαράσταση αυτού του εργαστηρίου μαζί με τους πάγκους και τα σύνεργα της δουλειάς της θα εισάγουν τον επισκέπτη στη μεγάλη αναδρομική έκθεση της Μελά, που εγκαινιάζεται στις 27 Μαρτίου στο Μουσείο Μπενάκη, στην οδό Πειραιώς.
Χωρισμένη σε θεματικές ενότητες, μέσα από 170 έργα, η έκθεση θα ξεδιπλώσει την πολύχρονη πορεία της στην γλυπτική και στη ζωγραφική. Ταπεινά πετεινά και κατσικούλες που κουβαλούν ξέγνοιαστες παιδικές μνήμες, εργαλεία που βρίσκει στην οδό Αθηνάς -ένα φτυάρι, μια σπάτουλα- έχουν μεταμορφωθεί σε αγέρωχους πολεμιστές και λυγερές κοπέλες, κολάζ με τα χρώματα και τα σχήματα του Αιγαίου, αλλά και φωτογραφίες μνημείων δίνουν το στίγμα της δυναμικής γλύπτριας η οποία στα 84 της χρόνια παραμένει δημιουργική.
«Αυτό τον καιρό κάνω δύο έργα με τον Αρχιμήδη και τον Πυθαγόρα, γιατί δύο εγγονοί μου είναι μαθηματικοί», μας λέει. Αλλωστε, η εγγονή που έχει και το όνομά της επιμελείται την πολυσέλιδη έκδοση που συνοδεύει την έκθεση και περιλαμβάνει κείμενα των Αγγ. Δεληβορριά, Ν. Ανδρικοπούλου, Δ. Πικιώνη, Α. Λεβίδη, Ισμ. Καπάνταη, Τ. Θεοδωρόπουλου.
- Από μικρή θέλατε να γίνετε καλλιτέχνις;
«Οχι, ούτε κι αργότερα σκεφτόμουν ότι είμαι καλλιτέχνις. Ομως πάντα είχα διάθεση να κάνω πράγματα με το χέρι. Οταν ήμουν 10 χρόνων προσκοπίνα, έφτιαχνα κοτοπουλάκια με καλούπια όπου έριχνα κερί και τα πήγαινα στους προσκόπους».
- Οταν δώσατε εξετάσεις για την Καλών Τεχνών, οι γονείς σας πώς το δέχτηκαν;
«Εδωσα μυστικά εξετάσεις δύο φορές γιατί την πρώτη δεν πέτυχα. Εν τω μεταξύ είχα περάσει στη Νομική, αλλά δεν με ενδιέφερε. Ημασταν μόνο τρεις γυναίκες στη σχολή, ανάμεσά μας και η Λυμπεράκη που παντρεύτηκε τον Μόραλη. Τότε τα πράγματα ήταν αυστηρά -πρώτα έπρεπε να κάνεις γλυπτική και μετά να εκθέσεις, έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να σε εγκρίνουν οι καλλιτέχνες και οι κριτικοί».
- Αργότερα πήρατε και μαθήματα οξυγονοκόλλησης.
«Πάντα ήμουν αγοροκόριτσο... Με το μέταλλο έχεις ένα γρήγορο αποτέλεσμα, μπορείς να επέμβεις, να κόψεις, να κολλήσεις. Ομως το μάρμαρο είναι το αγαπημένο μου υλικό, παρ' ότι δύσκολο, δεν επιτρέπει λάθη. Η μεγάλη γλυπτική συνδέεται με το μάρμαρο».
- Σας αρέσει η επαφή με το υλικό;
«Μου αρέσει τα υλικά να λένε από μόνα τους τι είναι. Το μάρμαρο να είναι βράχος και το μέταλλο να γυαλίζει. Το πιο ωραίο γλυπτό είναι αυτό που σου λέει από τι είναι φτιαγμένο. Σε όλα τα μεγάλα έργα βλέπει κανείς το χέρι του καλλιτέχνη».
- Το μέσο, δηλαδή, δεν έχει σημασία;
«Το βίντεο δεν με αγγίζει, γιατί η γλυπτική για μένα έχει να κάνει με την αφή. Τα περισσότερα έργα που γίνονται σήμερα είναι βαρετά. Σου δείχνουν ένα κρεβάτι κρεμασμένο και σου λένε ότι είναι το απαύγασμα της ψυχής τους... άει στο καλό. Μου αρέσουν όμως τα χάπενινγκ γιατί τα κάνεις για το κέφι σου, έχουν το στοιχείο της φάρσας».
- Η οικογενειακή σας ιστορία ήταν βάρος ή κίνητρο για να δημιουργήσετε;
«Τα βλέπω πιο σεμνά τα πράγματα. Με επηρέασε πάρα πολύ βεβαίως το ηρωικό μέρος της οικογένειας, δηλαδή ο παππούς μου ο Παύλος Μελάς είναι ένα πρόσωπο πραγματικά ηρωικό... Και η ομορφιά του. Ο Αρης Κωνσταντινίδης ήταν κι αυτός μελαχρινός, ωραίος. Μου αρέσει η ομορφιά, όχι μόνο στη μορφή, αλλά και στην ψυχική διάθεση, στη φύση. Με απωθεί η ασχήμια και δυστυχώς ζούμε στην εποχή της λατρείας της ασχήμιας».
- Ο Παύλος Μελάς ήταν ένας ζωντανός μύθος για την οικογένεια;
«Οχι, ποτέ δεν μιλούσαμε γι' αυτόν, οι γονείς μου το απέφευγαν, το ίδιο έκανα κι εγώ με τα παιδιά μου. Ηταν κάτι το άπιαστο, έπρεπε να μείνει μύθος. Μου έλεγαν ότι έτυχες να γεννηθείς μια Μελά, δεν είσαι ο Μελάς. Αυτό που έμαθα είναι ότι οφείλουμε, πάνω από όλα είναι τα καθήκοντά μας, όχι τα δικαιώματά μας».
- Τι σκέφτεστε σήμερα βλέποντας όλα αυτά που γίνονται με την ονομασία των Σκοπίων;
«Μην αγριέψω... αίσχος. Ο λαός καταλαβαίνει, όμως θα όφειλε το επάνω στρώμα να έχει περισσότερη συνείδηση. Ο Γιάννης Τσαρούχης μού έλεγε ότι υπάρχουν δύο ρυθμοί στην Ελλάδα, ο αγγλομενιδιάτικος και ο τουρκοβαγκνερικός. Μια μέρα του είπα: δεν νομίζεις ότι πρέπει να προσθέσουμε κι έναν άλλον ρυθμό, τον πουτανομιλιονέρ; Δηλαδή, παλιά ήταν οι βασιλικοί κι έπειτα ήρθαν εξ ανατολών οι βενιζελικοί που μας έφεραν μια χλιδή, είχαν όμως και μια λεβεντιά, ήταν πατριώτες. Μετά όμως έφτασε το σημερινό κακό, να βγάζουν λεφτά από το ποδόσφαιρο. Οι πουτανομιλιονέρ μάς άγουν και μας φέρουν. Τους συμφέρουν τα λεφτά που παίρνουν από τα Σκόπια, από το Κοσσυφοπέδιο. Δεν τολμάμε να μιλήσουμε και δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε».
- Ηρωες υπάρχουν σήμερα;
«Κοιτάξτε όλα αυτά τα παιδιά που διαδηλώνουν εκεί έξω. Χωρίς βία. Αυτοί είναι για μένα ήρωες».
- Για ένα διάστημα ήσασταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος.
«Οταν είσαι νέος είσαι σαν ηφαίστειο και κάποια στιγμή ξεσπάς -μην κοιτάς τώρα, τα γηρατειά είναι φρίκη. Ποιος δεν θέλει να διορθώσει τον κόσμο; Ομως μετά έγιναν φοβερά πράγματα. Οταν σκοτώθηκε ο Κίτσος Μαλτέζος, κατάλαβα ότι δεν πάει άλλο και αποχώρησα».
- Ζήσατε όμως και ωραίες στιγμές στο εργαστήριό σας που είχε γίνει καλλιτεχνικό στέκι.
«Ηταν μια εποχή πολύ αισιόδοξη μετά την απελευθέρωση. Ο Τσαρούχης, ο Εγγονόπουλος ήταν φίλοι μου, στον Εγγονόπουλο θαύμαζα την πολυμάθειά του. Με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα δεν τα πήγαινα καλά γιατί ήταν στενοκέφαλος. Κάναμε ατελείωτες συζητήσεις, θυμάμαι μια φορά ο Εμπειρίκος μιλούσε τόσο έντονα για κάποιο πολιτικό θέμα που κόντεψε να του πέσει η μασέλα. Μια άλλη φορά είχαμε πάει μαζί με τον Μίνω Αργυράκη στη δεξίωση ενός αμερικανού στρατηγού, στη θέση των γονιών μου, χωρίς να το ξέρουν. Και η γυναίκα του στρατηγού έδωσε στον Αργυράκη συγχαρητήρια γιατί ήταν πολύ καλός... γελοιογράφος!».
«Πώς ερωτεύτηκα τον Αρη»
- Υπήρχε αλληλεπίδραση ανάμεσα στο έργο σας και στο έργο του Αρη Κωνσταντινίδη;
«Εκείνος με επηρέασε πολύ, μου έμαθε πόσο σημαντικό είναι το σχήμα και τι είναι άσχημο, δηλαδή κάτι που δεν έχει σχήμα. Ηταν πολύ αυστηρός κριτής μου. Ο ίδιος ζωγράφιζε πολύ καλά, είχε ρυθμό και ήξερε την οικονομία των χρωμάτων».
- Τι σας έλεγε για τα κτίρια της Αθήνας;
«Πολλές φορές όταν γύριζε σπίτι από περίπατο το μεσημέρι δεν ήθελε να φάει γιατί είχε δει κάτι άσχημο που του χαλούσε τη διάθεση, ή κάτι το πομπώδες, το ψεύτικο. Αυτά τον ενοχλούσαν πολύ».
- Πώς νιώθετε όταν βλέπετε σήμερα να γκρεμίζουν τα «Ξενία» του;
«Δεν υπάρχει σεβασμός γιατί δεν υπάρχει μέτρο. Ο Κωνσταντινίδης είχε αίσθηση του μέτρου επειδή ήταν βαθύτατα Ελληνας. Για μένα ο Αρης ήταν ήρωας. Γι' αυτά που έκανε. Γι' αυτό τον ερωτεύτηκα».
- Πώς εξηγείτε ότι το έργο του, όπως και το δικό σας, είναι τόσο τοπικό και τόσο διεθνές ταυτόχρονα;
«Κάθε είδους τέχνη άμα είναι δυνατή διαπερνά τα σύνορα με αδιόρατους τρόπους. Η συνείδηση ότι είσαι άνθρωπος δεν έχει πατρίδα, αλλά κάθε καλλιτέχνης έχει πατρίδα. Αν κοιτάξεις τα φυτά, αν μυρίσεις τη ρετσίνα από το δέντρο, αν δεις τα φύλλα της δάφνης κι από την άλλη δυστυχώς της πικροδάφνης, καταλαβαίνεις από τι είσαι φτιαγμένος».
Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.