ΠΑΡΑΔΟΞΑ

Μια κηδεία, πολλοί αρραβώνες κι ένα Σωματείο

Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Οι επικήδειοι που εκφωνήθηκαν στη Μητρόπολη για τον αρχιεπίσκοπο άγγιξαν τέτοια μελοδραματικά ύψη κολακευτικής υπερβολής και ήταν τέτοιας μεγαλοπρέπειας τα πυροτεχνήματα των εγκωμίων που εκτοξεύθηκαν ώστε, στο εξής, κάθε δημόσιος άνδρας, όπως είθισται να λέγεται, δεν θα 'ταν αδικαιολόγητος αν αδημονούσε να ξαπλώσει στο φέρετρο. Ωστόσο, οι αποχαιρετισμοί, παρά τους ποταμούς των δακρύων, ελευθέρωσαν σε κάποιο υπόστρωμα της κοινής γνώμης δειλά κύματα ανακούφισης, σαν να πρόβαλλε επιτέλους, έστω αντεστραμμένη, μια αλήθεια που οι πάντες αποσιωπούσαν και που, καθώς άρχιζε να αναδύεται όλο και πιο τολμηρά απ' τα βάθη της συνείδησης του εκκλησιάσματος, εξασφάλιζε στον νεκρό τη θέση που ανέκαθεν του ταίριαζε, δηλαδή αυτήν ενός πολιτικού ή κινηματογραφικού αστέρα πρώτου μεγέθους.

Μάλλα λόγια, και ίσως όχι τυχαία, το αποτέλεσμα αυτοακυρώθηκε. Θα μπορούσε ταυτόχρονα να παραπέμψει κανείς στα λόγια του Αντόρνο, καταγεγραμμένα στο «Minima Moralia», σύμφωνα με τα οποία, για να τα επαναλάβω από μνήμης, η καχυποψία για το εκάστοτε σημαίνον πρόσωπο που αποβιώνει είναι συνήθως τέτοια ώστε τα θερμά λογύδρια, μπροστά στον τάφο, βεβαιώνουν, εξ αντιδιαστολής, ότι ο συχωρεμένος μόνον αμέμπτου ηθικής δεν ήταν. Αν ήταν, η τόση έμφαση θα περίττευε.

Ολο το παραπάνω συγκλίνει με την εμπειρία του κόστους που καταβάλλεται όταν αγνοεί κανείς τα μυστικά της τέχνης του πένθους. Αυτή η αμέλεια μοιάζει, εδώ, ακόμη πιο εγκληματική ειδικά επειδή αφορά, ή υποτίθεται πως αφορά, ένα συμβάν που λαβαίνει χώρα στην καρδιά της Ορθόδοξης ευαισθησίας, όπου το πένθος, αν δεχτούμε πως η λεγόμενη αλλοτρίωση δεν έχει σαρώσει αμετάκλητα και οριστικά τα πάντα, είναι ή θα έπρεπε να είναι το Α και το Ω. Κατόρθωσαν, για εκατοστή φορά, να κηδέψουν μια διασημότητα, όχι ένα πρόσωπο, αφού το πρόσωπο αγιογραφήθηκε σαν κάποιος άλλος, σαν κάποιος που δεν υπήρξε παρά μόνον φωτισμένος απ' την πλευρά την ενδοξολογίας και άρα αμέτοχος στην πληρότητα την απαραίτητη για έναν εξίσου πλήρη και θεραπευτικό αποχαιρετισμό.

Ασφαλώς, η σημασία του πένθους, στην οποία η Ορθόδοξη Παράδοση έδωσε, παράλληλα με το μυστήριο της αγάπης, απόλυτη προτεραιότητα, δεν είναι επινόηση των χριστιανών αλλά βηματοδοτεί, από κτίσεως κόσμου, τις τελετουργίες όλων των πολιτισμών, μέχρις ότου η λεγόμενη πατερική διδασκαλία της Ανατολικής Εκκλησίας τής παραχωρήσει τα πρωτεία στην ιεράρχηση των ψυχικών εργασιών, προσδίδοντάς της επιπλέον, για πρώτη φορά, μια χαρμόσυνη απόχρωση (π.χ. στον Ιωάννη της Κλίμακος), η οποία κλονίζει την αυστηρή βιολογική δικαιοδοσία του νόμου της γέννησης και του θανάτου, με την πεποίθηση ότι τίποτα ωραίο δεν μπορεί να γεννηθεί εάν, προηγουμένως, δεν συντελεστεί μια απώλεια. Ομως, εν προκειμένω, καθώς το πένθος λειτουργεί με τρόπο τόσο μεροληπτικό, διάτρητο άλλωστε από συγκρούσεις συμφερόντων που αντηχούν ίσαμε το ξεχαρβαλωμένα τηλεοπτικά σκηνικά ενισχύοντας τη θεαματικότητα, η ακριβής φύση της απώλειας παραμένει προβληματική.

Μιλώντας για την τέχνη του πένθους, αναφέρομαι ως επί το πλείστον σε δύο μείζονες συνθήκες, που οι ανατολικές παραδόσεις τοποθετούν, αν και διακριτικά, σε θέση περίοπτη. Η πρώτη σχετίζεται με τη βεβαιότητα ότι το πένθος είναι διηνεκές και γενικό, και άρα εκ των ων ουκ άνευ, εφόσον συνοδεύει όλες τις μορφές απομάκρυνσης που συνθέτουν την ανθρώπινη ζωή ως μακρά σκυταλοδρομία αποχωρισμών. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ψυχαναλυτής για να αντιληφθεί ότι, εκτός και πέραν του νεκρού αντικείμενο πένθους είναι οτιδήποτε αφήνουμε πίσω μας. Ενα υπέροχο υπόδειγμα πένθους δίνεται με την παραίτηση ακόμη και απ' την ίδια τη συνομιλία με τον Θεό, όπως τη συναντάμε στο κεφ. ΛΒ' Περί Καθαράς Προσευχής, του αγίου Ισαάκ του Σύρου, όταν το υποκείμενο ατενίζει εκστατικό το φως του μεσημεριού, πενθώντας τον παροδικό χαρακτήρα των εγκοσμίων σιωπηρά, στο χείλος της αμφιταλάντευσης μεταξύ οδύνης και ευτυχίας. Το πένθος του Ισαάκ είναι επίσης πένθος για τη γλώσσα, με την έννοια ότι τα πάντα, δέντρα, πουλιά, βότσαλα, άνεμοι, σημαίνουν από μόνα τους, οπότε η λεκτική γλώσσα πλεονάζει και αποσύρεται. Το να πενθείς τη μητρική σου γλώσσα (όπως το υπονόησε ο Ελύτης) πα' να πει να πενθείς το Εγώ σου, θυσιαστικό ανδραγάθημα που συνιστά την κορωνίδα του πένθους.

Πράγματι, αποχωριζόμαστε αρχικά τον πλακούντα, κατόπιν το στήθος της μητέρας, κατόπιν την αγκαλιά της, κατόπιν την ενστικτώδη ζωική ενύπαρξη του νηπίου καθώς μπαίνουμε στην ομιλούμενη γλώσσα και χάνουμε ένα τμήμα του φυσικού εαυτού μας προκειμένου να ενταχθούμε στον γλωσσικό πολιτισμό της κοινωνίας και να υπάρξουμε, στο εξής, μέσω αναπαραστάσεων. Εν συνεχεία, αποχωριζόμαστε το σπίτι, τις σχολικές περιόδους, τους φίλους, τις παρέες, τους πρώτους πλατωνικούς έρωτες, τις αναπάντητες φιλοδοξίες, την αίσθηση προστασίας και όλα όσα αποτέλεσαν περιεχόμενο της δεξαμενής ενισχύσεων του φαντασιακού μας. Για να μη πολυλογώ, αποχωριζόμαστε την ίδια την παιδική μας ηλικία που είναι ο ισχυρότερος, ο πιο πεισματάρης ανάμεσα στους νεκρούς. Από ψυχολογική άποψη, αυτό το στάδιο πένθους είναι ιδιαζόντως λεπτό και αντίξοο, για να μην πούμε ότι η αποτυχία, εδώ, συνεπάγεται την αναπαραγωγή των ψυχικών δυσλειτουργιών, την απλησία, τους θυμούς που γίνονται μίση, την ματαίωση που τρέπεται σε εκδικητικότητα, την προσκόλληση που καταλήγει σε ζήλια και εν γένει το σύνολο των ελαττωματικών ψυχικών συμβολισμών, με μια λέξη αυτό που η ανθρώπινη κοινότητα αποκαλεί «το Κακό».

Η δεύτερη συνθήκη αφορά την ειλικρίνεια, μια ανάγκη που υπαινίσσεται πως, αν ο Χριστός, για παράδειγμα, επέμενε να μεταχειρίζεται τους όρους Αγάπη και Αλήθεια σαν συνώνυμα, σίγουρα δεν αστειευόταν. Κατ' επανάληψιν, η εμπειρία δείχνει ότι ο νεκρός, για να το θέσω μεταφορικά, δεν μπορεί να πετύχει την ανάπαυση αν οι ζωντανοί δεν γνωρίζουμε καλά και σε βάθος ποιος ήταν. Ετσι, για να βρεις μιαν ειρηνική λύση στο πρόβλημα του αποχωρισμού από κείνον που αγάπησες ή νόμισες ότι αγάπησες, οφείλεις να έχεις αντιληφθεί, σε βάρος όλων των επί μέρους εξιδανικεύσεων, περί ποίου επρόκειτο. Τέτοιος είναι εξάλλου ο ρόλος της αγάπης ως γνωριμίας.

Διαφορετικά, ο πεθαμένος περιφέρεται αιωνίως στους μαιάνδρους του ψυχισμού σου σαν απειλητική εκκρεμότητα. Στις αρχαίες παραδόσεις, αλλά και στις νεότερες εποχές, λόγου χάριν στον ρομαντισμό, η παρενέργεια αυτής της μετέωρης αποστασιοποίησης από τον νεκρό εικονογραφήθηκε με την ευρύτατα διαδεδομένη εντύπωση ότι ο νεκρός στοιχειώνει. Αν σήμερα έχουμε κυριευθεί από τέτοια «στοιχειά», φερ' ειπείν από τον φασματικό πληθυσμό των τηλεοπτικών ειδώλων, οφείλεται κατ' ουσίαν στην συλλογική έλλειψη αντικειμένου πένθους. Η φρενήρης επιτάχυνση της ζωής, η τυφλή ανταπόκριση στην επιτακτική εντολή να ζήσουμε στο άμεσο μέλλον, το ξερίζωμα του ατόμου από την υποκειμενική χρονικότητα, περιόρισε τις δυνατότητες πένθους στο μηδέν. Πάψαμε να ξέρουμε ποιος έχει πεθάνει και ποιος ζει. Και ιδού γιατί η ζωή μας θυμίζει τόσο έντονα μεταθανάτια υπνοβασία.

Αυτό διακρίνεται πεντακάθαρα στους νευρωσικούς σχηματισμούς, που δεν είναι παρά «στοιχειωμένες» καταστάσεις οι οποίες ατύχησαν στο να βρουν εγκαίρως τη διέξοδό τους προς την κατανόηση. Ας δεχτούμε, επί τη ευκαιρία, πως ο Χριστόδουλος δεν κατάφερε να πενθήσει τον παιδικό του ναρκισσισμό, ώσπου αυτός στοίχειωσε την παρουσία του ανδρός στην τηλεόραση μ' εκείνη την έφεση στους θεατρινισμούς, που τόσο επικρίθηκε. Η βιασύνη και ο τρόμος μπροστά στο ενδεχόμενο να μνημονευθεί το γεγονός ότι ο θανών παρουσίαζε επίσης μιαν όψη όχι απαραιτήτως θεάρεστη, μας οδήγησε στον να τον κηδέψουμε με τα συνήθη τετριμμένα κενά και πομπώδη λόγια, των οποίων το κραυγαλέο έλλειμμα αντικρίσματος αντηχούσε στο περιθώριο της ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης σε εθνικό δίκτυο.

Σαν να λέμε ότι οι πάντες ανυπομονούσαν να τον στείλουν στην αγκαλιά του Κυρίου μια ώρα αρχύτερα κι έτσι έστειλαν εκεί έναν άλλον, ενώ ο ίδιος εγκαταστάθηκε ταριχευμένος μέσα σ' αυτούς που τον θεωρούσαν βάρος, απ' όπου τώρα στοιχειώνει την εκλογή του διαδόχου του με το περίφημο αξεπέραστο όριο των επιτευγμάτων του, για τα οποία όλοι υποπτεύονται ότι υπήρξαν απλώς άθλοι τηλεοπτικής φωτογένειας. Στο μέτρο που δεν τον πενθούμε ειλικρινά, στο μέτρο που δεν του συγχωρούμε την προφανή, την σχεδόν βουλιμική του έλξη για τους φακούς της δημοσιότητας, ένα κομμάτι της ψυχής του θα μένει πάντα σ' αυτόν τον κόσμο σαν υποπροϊόν της συλλογικής φαντασίας.

Αυτή η άρον άρον προώθηση του νεκρού στα αζήτητα, με την έννοια ότι το τηλεοπτικό ψευτοπένθος αποκλείει την εμβάθυνση στην περιπλοκότητα του χαρακτήρα του, είναι μια απρέπεια που οι αρμόδιοι, μητροπολίτες και πολιτικοί, διαισθάνονται και την πληρώνουν με τις ενοχές τους. Αναλόγως, όσο πιο ένοχοι νιώθουν τόσο υπερβάλλουν στο λιβάνισμα, πράγμα που τους κάνει ακόμη λιγότερο πιστευτούς.

Τουτέστιν, η αλήθεια για τον Χριστόδουλο ειπώθηκε ανάποδα, κι όχι μόνον αλλά η αντιστροφή κλόνισε την υπόθεση ότι, πού ξέρεις, ίσως υπήρξε όντως ένας γλυκός και συμπαθής, άκακος άνθρωπος, σαν υπερφυσικό μωρό που απολάμβανε ευγνωμόνως την προσοχή των άλλων με φωτεινά εκφραστικά μάτια και μ' εκείνη την εκλεκτή ποιότητα λιπώδους ιστού που έδινε στις κινήσεις του ένα ρυθμό δυσκίνητης αυτοκρατορικής άνεσης, όπως ορισμένοι αξιαγάπητοι ράφτες ή παντοπώλες στην επαρχία της δεκαετίας του '60, τους οποίους η γειτονιά υπεραγαπούσε, αν και τους κοίταζε κάπως λοξά, εξαιτίας του ότι δεν είχαν παντρευτεί. Εντέλει, η αλήθεια που λογοκρίθηκε ήταν ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε γαλουχηθεί στην καρδιά των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, στην διαβόητη Χρυσοπηγή, όπου η χριστιανική παιδεία παρέμενε ηθικής και δικανικής τάξεως, μια παιδεία μικρονοϊκή, σχολαστική και πουριτανική, διαποτισμένη από την εθνικοφροσύνη της επταετίας και απ' την αρνητική αύρα ατόμων όπως ο Πειραιώς Καλλίνικος.

Αυτή η πνευματική καταγωγή τού ενέπνεε έναν λόγο ταυτόχρονα εθνεγερτήριο και μικροαστικό. Υπενθυμίζω ότι, σε περιπτώσεις που επιχειρούσε να εκθειάσει την προσωπικότητα κάποιου, προσέφευγε σε επαίνους όπως «παιδί με καλή ανατροφή», «σπουδαγμένος», «επιστήμονας», «με γονείς που χαίρουν υπολήψεως στην κοινωνία» και τα συναφή, όπως θα έκανε ας πούμε η γιαγιά μου. Στο επίπεδο του κηρύγματος, και μολονότι αναφερόταν συχνά, αορίστως, στην αγάπη για τις χαμένες πατρίδες ή για τη νεολαία, ο διαπροσωπικός αγαπητικός λόγος, ως πεμπτουσία της πατερικής Παράδοσης, του ήταν ολότελα ξένος και πιθανόν τον έφερνε σε αμηχανία ένεκα των ερωτικών αντίλαλων που ενδέχεται να ξυπνήσει η πνευματική αγάπη όταν διαχέεται στο σώμα.

Οπότε η ρητορική του αναμασούσε αξίες όπως η εντιμότητα, η εργασία, η υπευθυνότητα, η έξωθεν καλή μαρτυρία και η πίστη στην οικογένεια και την Πατρίδα. Ολα όσα μας τυράννησαν στα εκπροτεσταντισμένα κατηχητικά της εφηβείας μας, όπου το αντιερωτικό μήνυμα της Ζωής και του Σωτήρα έκανε το φως των κεριών να τρεμοπαίζει, σε σημείο να αισθανόμαστε τον Χριστό σαν έναν ίσκιο που καιροφυλακτούσε για να μοιράσει τιμωρίες, ήταν πρωτογενώς και ανεξίτηλα γραμμένα στη στρεβλή θεολογική του παιδεία, εξού και ο κατήφορος της εκκοσμίκευσης στον οποίο όφειλε την έκρηξη της δημοτικότητάς του. Τόσο ο ίδιος όσο και οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, του πατριάρχη Κωνσταντινούπολης περιλαμβανομένου, με την εξαίρεση φυσικά του Αλβανίας, παρουσιάζουν την πίστη σαν κάτι μαγικό, όχι σαν υπόθεση της βιωματικής συνάντησης με τη Θεότητα. Νηστεία και προσευχή, ανεξαρτήτως καλοσύνης και αγαπητικής εγκαρδιότητας, το γνωστό παραμύθι.

Γράφω τα παραπάνω όχι για να παραστήσω τον θεολόγο αλλά για να δείξω την αγεφύρωτη, την ουρανομήκη απόσταση της Ορθόδοξης Παράδοσης ως πενθητικής θεραπευτικής αγωγής από το σημερινό κατάντημα μιας Εκκλησίας που έγινε ολόκληρη, από μόνη της, παραεκκλησιαστική οργάνωση. Κατ' επέκτασιν, η μειωμένη επίγνωση των κριτηρίων που θα όφειλε να ζωογονεί αυτή η Εκκλησία, εάν υπήρχε, βρίσκει σύμφωνους τους περισσότερους ιεράρχες κι αυτό τεκμαίρεται από τον τρόπο που μιλάνε καθώς, κυρίως, και απ' τις προσπάθειες που καταβάλλουν για να συναγωνιστούν την κοινωνική πρόνοια αντί να επιστρέψουν στις υποτιθέμενες ενορίες και να διδάξουν τη στοργή του βλέμματος ως άγραφο κεφάλαιο του Ευαγγελίου.

Απεναντίας, πολιτικοποιήθηκαν κουτσά στραβά και κολάκευσαν τον αρχιεπίσκοπο μετά θάνατον παραδεχόμενοι ότι υπήρξε, ως προς αυτό, ο πρώτος ανάμεσά τους. Αναμενόμενο ήταν να χαθούν οι επικήδειοι στις τυμπανοκρουσίες δίχως να ακουστεί ούτε λέξη για τα σκιρτήματα της συμπόνιας ή για τις θύελλες που αντιστέκονται στην αγάπη ή για τη μελαγχολία του απογεύματος της Κυριακής που οι πεθαμένοι την ξορκίζουν με λαϊκά τραγούδια. Αντ' αυτών, υμνήθηκαν τα αιώνια θέλγητρα της Ελλάδος, κορασίδας φτωχής αλλά τίμιας που είχε για προίκα της, λέει, την εθνική υπερηφάνεια, της οποίας ο μακαριστός υπήρξε τριτεγγυητής. Αυτό στολίστηκε με μια γαρνιτούρα σεβασμού για την εισαγόμενη βιοηθική.

Κινούμενος σε παράλληλη γραμμή, ο βαρύγδουπος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης αναφέρθηκε στον Χριστόδουλο σε σχέση με τη σίτιση των αστέγων, την προσφορά δουλειάς στους μετανάστες, τη διαρκή μέριμνα για την πολιτισμική μας ταυτότητα, το «επικοινωνιακό χάρισμα» και το ότι «έφερε την Εκκλησία στο κέντρο των δελτίων». Τελείωσε αναφέροντας ότι ο αρχιεπίσκοπος εξέδωσε 198 βιβλία και φυλλάδια και τον συνέκρινε με τον Ιερό Χρυσόστομο. Είναι κι ο λόγος που οι επικήδειοι άρεσαν στον Κουναλάκη, ο οποίος θα ήθελε τον επόμενο Προκαθήμενο διευθυντή κοινωφελούς ιδρύματος, υπό τον όρο να μην εμπλέκεται στην εξωτερική πολιτική.

Και ούτω καθ' εξής. Ο υπουργός Παιδείας μίλησε για «ίδρυση στέγης ανύπαντρων μητέρων», για καταφύγια γερόντων και ναρκομανών, για πρόσφυγες και για επισκέψεις σε φυλακισμένους. Ο πρόεδρος της Βουλής επικρότησε την «ανάδειξη της Εκκλησίας σε σημαντικό παράγοντα εθνικής ζωής», λες και αυτή είναι η αποστολή της, καθώς και για «άνοιγμα στην κοινωνία», χωρίς να διευκρινίσει, ασφαλώς, ότι λέγοντας κοινωνία εννοούσε την τηλεόραση. Ακούστηκαν, τέλος, πολλά για το ότι ο Χριστόδουλος «έκανε γνωστή την Ελλαδική Εκκλησία εκτός συνόρων» και «ενίσχυσε τον ρόλο της στην Ευρώπη», σαν να ήταν αδιαμφισβήτητο ότι το Σώμα του Χριστού, όπως το χαρακτηρίζουν οι θεολόγοι, θα έπρεπε να στρατολογηθεί στον κύκλο εργασιών του ΕΟΤ ως θυγατρική εταιρεία. Πιο ρεαλιστής, ο δήμαρχος Αθηναίων, σημείωσε πως ο Χριστόδουλος «εκτελούσε τα θεσμικά του καθήκοντα», γεγονός που του φάνηκε πρωτοφανές ή παράδοξο, συμπληρώνοντας κι εκείνος ότι «ο Μακαριστός έβαλε την Εκκλησία στο κέντρο επικαιρότητας»!

Οσο για τον πατριάρχη, αυτός, μαζί με το σύνολο των δημοσιογράφων της τηλεόρασης, θαύμασε την αξιοπρέπεια του καημένου του Χριστόδουλου στη διάρκεια της νοσηλείας του. Ναι, είναι οδυνηρό να βλέπεις έναν τόσο μειλίχιο άνθρωπο να υποφέρει αλλά, στο κάτω κάτω, τι διαφορετικό θα του επιτρεπόταν να είχε κάνει; Στην Εκκλησία, όσο και στην τηλεόραση, οι ουρανομήκεις γενικολογίες αυτού του τύπου είχαν ήδη δηλητηριάσει το πένθος και οι αποχαιρετιστήριες ομιλίες σκιαγράφησαν ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να είναι ο καθένας και κανείς. Π.χ. οι πάντες υπογράμμισαν πως ο αρχιεπίσκοπος αγάπησε τον λαό και αγαπήθηκε απ' αυτόν, πράγμα που συνέβαινε, για παράδειγμα, και με τον άγγλο βασιλέα Γεώργιο Γ', μέχρι την ημέρα που τρελάθηκε. Πίστωσαν, στα υπέρ, ότι ήταν ο πρώτος έλληνας αρχιεπίσκοπος που έγινε παγκοσμίως γνωστός, και προσχώρησαν με τον πιο ανευλαβή τρόπο στη λογική του πρωταθλήματος, αντί να σκεφτούν ότι η δυναμική της Ορθοδοξίας έγκειται ακριβώς στο αφανές των αναπαραστάσεων που συνιστούν τον ψυχισμό της.

Αναμασήθηκαν επίσης μέχρι κορεσμού τα περί ανοίγματος στη νεολαία, λες και η νεολαία ήταν ένα κοπάδι που θα μπορούσε κανείς να το συγκεντρώσει μ' ένα σφύριγμα ή μ' ένα «Σας πάω!». Η αλήθεια είναι, και εδώ, ότι ο αρχιεπίσκοπος ήξερε τόσο λίγα για το κενό σημασιών που κληρονόμησε η νεολαία, τόσο λίγα για την ηθική και συναισθηματική σύγχυση που έσπειραν στις τάξεις της οι ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία, τόσο λίγα για τον ήρεμο πανικό που προκαλούσε στους 15άρηδες το ερώτημα σχετικά με το έλλειμμα ενδιαφέροντος των γονέων, τόσο λίγα για τις επιπτώσεις της συρρίκνωσης της πατρότητας ως επιτελικού θεσμού, τόσο λίγα για το βάσανο της μάχης που έδιναν αυτά τα παιδιά ενάντια στις πιέσεις των διαφημιστικών προτύπων, τόσο λίγα για την κατάθλιψη που μάστιζε τους τόπους συνάθροισής τους και τόσο λίγα για την υπαρξιακή άπνοια που απειλούσε τον έρωτα αγοριών και κοριτσιών, ώστε πίστευε πως θα πετύχαινε να αφοπλίσει τους νέους καλωσορίζοντας απλώς τα σκουλαρίκια και ανοίγοντας εκκλησιαστικά Ιντερνετ καφέ στις γειτονιές.

Το να λέει κανείς ότι ο αρχιεπίσκοπος «πλησίασε τους νέους μιλώντας τη δική τους γλώσσα» προδίδει ότι και ο ίδιος αγνοεί τους νέους ολοκληρωτικά. Είναι αρκετά πιο έξυπνοι απ' ό,τι οι συνήθεις ακροατές ανεκδότων και το γεγονός πως μια μερίδα εξ αυτών τον συμπαθούσε σχετίζεται με την εντυπωσιακή διαφορά του απ' τους μεσαιωνικούς προκατόχους του, την οποία η τηλεόραση αγόρασε επί τόπου, όσο όσο. Αν ήξερε τι εστί Ορθοδοξία, ο καινούριος αρχιεπίσκοπος θα έπρεπε να αποσυρθεί στο Αγιον Ορος και να προΐσταται από κει, σαν αόρατο σύμβολο ή σημείο αναφοράς, προσευχόμενος και ζωγραφίζοντας την Κοίμηση της Θεοτόκου, εκ του φυσικού.


7 - 10/02/2008


Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.