Το τελευταίο πράγμα που επιζητούσε η Αθήνα ήταν να βρεθεί αντιμέτωπη με μια αμερικανορωσική αναμέτρηση, στην οποία έπρεπε να πάρει θέση ως μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ. Και όμως λίγο έλειψε να συμβεί και αυτό με τα γεγονότα στη Νότια Οσετία, μετά την επίθεση της Γεωργίας και τη δυναμική απάντηση της Μόσχας.
Η κυβέρνηση την κρίσιμη εβδομάδα έκανε δύο βασικές κινήσεις: Είχε συνεχώς ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα και έτσι την πληροφόρηση για τις προθέσεις και τις κινήσεις της. Δεν προέβη, όμως, σε δηλώσεις υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς.
Ισες αποστάσεις
Κινήθηκε πολύ προσεκτικά, γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε στάση της θα ερμηνευόταν θετικά ή αρνητικά από την Ουάσιγκτον ή τη Μόσχα.
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η κυβέρνηση Καραμανλή είχε κατά νου ένα βασικό στοιχείο: Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο τη στενή ενεργειακή συνεργασία της με τη Ρωσία, ειδικά τώρα που ο αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης βαδίζει ολοταχώς προς την κατασκευή.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Κ. Καραμανλής σε συνάντηση με τον υπουργό Ανάπτυξης Χρ. Φώλια τού δήλωσε την επιθυμία του να τελειώνουν το ταχύτερο δυνατόν όλες οι «λεπτομέρειες», έτσι ώστε τον προσεχή Δεκέμβριο να είναι όλα έτοιμα για την έναρξη του έργου.
Επομένως, η Αθήνα έπρεπε να είναι προσεκτική απέναντι στη Μόσχα, κυρίως στους κόλπους του ΝΑΤΟ, σε αντίθεση με τη θέση των ΗΠΑ.
Με αυτό το σκεπτικό πήγε η ελληνική αντιπροσωπεία στη συνεδρίαση των Μονίμων Αντιπροσώπων του ΝΑΤΟ, απέναντι στην Ουάσιγκτον, η οποία δεν έκρυβε τη βιασύνη της για καταδίκη της Ρωσίας για «εισβολή και κατοχή εδάφους της Γεωργίας».
Η χώρα μας δεν επρόκειτο να συναινέσει στις αντιρωσικές προτάσεις των Αμερικανών, που θα διατάρασσαν τις ελληνορωσικές σχέσεις στον ενεργειακό τομέα.
Ομως η ρωσική πολιτική απομάκρυνε αυτή τη δοκιμασία. Η εκεχειρία που ανακοίνωσε η Μόσχα -αφού εξουδετέρωσε τις γεωργιανές δυνάμεις- και η ανακοίνωσή της για επαναφορά των δυνάμεων στη γραμμή πριν από τις εχθροπραξίες, αφαίρεσαν το διπλωματικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ μέσα στο ΝΑΤΟ.
Με την εξαίρεση των μόνιμων υποστηρικτών των ΗΠΑ (Πολωνίας και βαλτικών χωρών), οι ευρωπαίοι εταίροι επέμειναν ότι δεν μπορούν να παραβλέψουν την εισβολή της Γεωργίας στη Ν. Οσετία.
Τα πράγματα ήταν βεβαίως πιο εύκολα στη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε., όπου το κλίμα δεν ήταν αυτό του τιμωρού της Μόσχας, αλλά της συναινετικής συνεργασίας για αποκλιμάκωση της κρίσης, παρά τις αντιδράσεις των φιλοαμερικανών εταίρων. Η πρόταση για την αποστολή ευρωπαίων παρατηρητών στα σύνορα Οσετίας-Γεωργίας (με αποκλεισμό των γεωργιανών δυνάμεων) είχε και τη σύμφωνη γνώμη της Αθήνας.
Μόνιμος πονοκέφαλος
Ομως η ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου, που θα γίνει θέατρο αντιπαλότητας ΗΠΑ-Ρωσίας, θα απασχολήσει τουλάχιστον όλο τον επόμενο χρόνο την ελληνική κυβέρνηση. Και αυτό γιατί η Αθήνα από την 1η Ιανουαρίου 2009 αναλαμβάνει την προεδρία του ΟΑΣΕ (Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη). Στο σκληρό αυτό γήπεδο μόνιμης αναμέτρησης των δύο υπερδυνάμεων η ελληνική προεδρία θα πρέπει να επιδείξει το μέγιστο της διπλωματικής μαεστρίας της προς όφελός της.