Σε λίγες μέρες θα εισέλθουμε ως παρατηρητές σε ένα Κοινοβούλιο ευρύτερης κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής αντιπροσωπευτικότητας. Αυτό είναι μία θετική συνέπεια του εκλογικού νόμου και το αποτέλεσμα κάποιων σημαντικών αλλαγών που αρχίζουν να διαμορφώνονται στην ελληνική κοινωνία. Πρακτικά η νέα σύνθεση της Βουλής σημαίνει ότι οι εκεί αντιπαραθέσεις, τόσο στις Επιτροπές όσο και στην Ολομέλεια, αλλά κυρίως στις πρώτες, θα έχει ένα χαρακτήρα περισσότερο ελεγκτικό και διεκδικητικό. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει τόσο εντός όσο και εκτός της Βουλής άλλου τύπου συσχετισμούς, άλλου τύπου αμοιβαίες επιρροές και ενδεχομένως και άλλο πολιτικό λόγο.
Με απλά λόγια, το αυριανό κομματικό σύστημα, από ηγεμονικό που είναι σήμερα, ίσως να υποχρεωθεί να εξελιχθεί σε ένα σύστημα σχετικής αναδιανομής της εξουσίας, είτε αυτή αφορά την εξουσία της κυβέρνησης είτε εκείνη της αντιπολίτευσης.
Για κάποιο σημαντικό χρονικό διάστημα ακόμα, και ανεξαρτήτως της διασωθείσης βουλευτικής νίκης του ενός κόμματος (αυτοδυναμία που επιτεύχθηκε με 0,4 της μονάδας και της δραματικής, αλλά ηγετικά αναμενόμενης ήττας του άλλου) και της θεαματικής ήττας του άλλου, και τα δύο κυβερνητικά κόμματα θα εξακολουθήσουν να είναι εκδήλως ηγετικοκεντρικά. Εξάλλου και στις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου τα «πρόσωπα» και όχι τα «θέματα» έπαιξαν τον κύριο ρόλο. Μακροπρόθεσμα, όμως, οι πολιτικές ηγεσίες, αν θέλουν να λειτουργήσουν πραγματικά δημοκρατικά και αναπτυξιακά, θα πρέπει να απαλλαγούν από το σύνδρομο της χαρισματικής γοητείας. Θα πρέπει να ενισχύσουν τις συλλογικές δράσεις και να περάσουν την αντίληψη αυτή και στη συνείδηση του ανώνυμου κόσμου.
Η επίλυση των καυτών προβλημάτων του τόπου, όπως το επώδυνο Ασφαλιστικό, η αντιεγωιστική προστασία του περιβάλλοντος, ο εμποδιζόμενος εκδημοκρατισμός της δημόσιας διοίκησης, μία άλλη αντίληψη της κρατικής παιδείας προσανατολισμένης ταυτόχρονα προς τη γενική καλλιέργεια και τις νέες τεχνολογίες, αλλά και μία έξυπνη άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, είναι προκλήσεις που απαιτούν συντονισμένες και διαβουλευτικές πρωτοβουλίες. Οι αντιπαραθέσεις δεν θα εκλείψουν, αλλά οι λύσεις θα επιδιώκονται μέσα από το σεβασμό των διαφορών που θα εκφράζονται από τις κοινωνικά υποστηριγμένες παρατάξεις.
Τα τέσσερα κόμματα, τα οποία εφ' εξής θα συγκροτήσουν τόσο την κοινωνική όσο και την πολιτική αντιπολίτευση, θα υποχρεωθούν τώρα, πολύ περισσότερο από πριν, να αντλούν τη νομιμοποίησή τους απ' ευθείας από την κοινωνία. Χωρίς, βέβαια, να παραγνωρίζουν ή να εκτοπίζουν τους κοινωνικούς εταίρους που είναι συνθετικά στοιχεία μιας ανταγωνιστικής και ταυτόχρονα πλουραλιστικής κοινωνίας. Το καθένα βέβαια από τα κόμματα αυτά θα απευθύνεται πάντα και κυρίως σε ένα πιο ιδιαίτερο ακροατήριο. Αλλά τα μεγάλα θέματα θα το υποχρεώνουν εξ αντικειμένου να υπερβαίνει το χώρο του και να αντλεί την ευρύτερη δυνατή αποδοχή, όσο και όταν αυτό είναι εφικτό. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το καθένα θα καταξιωθεί με κριτήριο το πόσο από ένα κόμμα χώρου γίνεται κόμμα της χώρας. Απο ταυτιζόμενο έστω και οριακά από μία κοινωνική τάξη, την οποία ιστορικά κυρίως υπηρετεί, θα πρέπει να λάβει υπόψη του την κοινωνική πλειοψηφία πάνω στην οποία θα μετριέται και θα αξιολογείται η δράση του.
Πιο συγκεκριμένα, η ενίσχυση του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύω ότι θα τα ωθήσει να έχουν πιο ελεγκτικό ρόλο. Αλλά το πόσο αυτό θα είναι και κοινωνικά αποδεκτό θα κριθεί από το πόσο θα είναι και ταυτόχρονα πραγματιστικά. Οχι αναγκαίως συμβιβαστικά, πραγματιστικά. Ο ρόλος του ΛΑΟΣ πιθανώς να αποδειχτεί σοβαρότερος απ' όσο κάποιοι φοβούνται, στο μέτρο που ο πρόεδρός του μπορεί να θελήσει να επιβάλει ένα ελεγχόμενο τρόπο κοινοβουλευτικής παρουσίας. Ισως επιδιώξει έτσι να κινηθεί στο πλαίσιο μιας λιγότερο ηχηρής πολιτικής ρητορικής. Δηλαδή, να συμπεριφερθεί με έναν τρόπο που δεν θα αποκλίνει απ' ό,τι θεωρείται γενικά καθιερωμένος πολιτικός τρόπος σκέψης και ζωής.
Στο επίπεδο των αμέσων εξελίξεων η άμεση δρομολόγηση των σχετικών διαδικασιών διαδοχής στο ΠΑΣΟΚ αναμένεται να δημιουργήσει νέες κοινωνικές, πολιτικές, αλλά και μελλοντικές εκλογικές αναμονές, τερματίζοντας μία περίοδο ηγετικής ασάφειας, η οποία από την αρχή είχε δείξει ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην ανάγκη αποτελεσματικής επαναδιεκδίκησης της εξουσίας. Η νέα ηγεσία, όμως, θα πρέπει να ικανοποιήσει δύο απαντήσεις: Πρώτον, να διατυπώσει μία προγραμματική πρόταση συνενωτική και δεύτερον να αναπτύξει μία ηγετική λειτουργία, η οποία, όσο προσωπική και αν είναι, θα είναι και αποδεκτή. Δεν θα αγνοεί, δηλαδή, τις συλλογικές διαδικασίες.
Ηαντίδραση του Ευάγγελου Βενιζέλου να διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος, ενώ ήταν διαρκώς αναμενόμενη, έλαβε δραματικό χαρακτήρα από το ακαριαίο και το ξεχωριστό τελετουργικό της ενέργειας. Ισως όφειλε να ενεργήσει έτσι, ώστε να εξουδετερωθεί το κάπως αμφίσημο των δηλώσεων του Γιώργου Παπανδρέου, σε ό,τι αφορά την κίνηση των σχετικών διαδικασιών. Είναι, ξέρετε, σε τέτοιες στιγμές που κρίνεται η δυνατότητα κάποιου να εγκαταστήσει το πολιτικό του στίγμα με τον πιο αναμφισβήτητο τρόπο στο μέτρο που η οποιαδήποτε παράταση της αοριστίας θα μπορούσε να ματαιώσει τη στρατηγική του πρόθεση. Η παράλληλη τοποθέτηση της Αννας Διαμαντοπούλου, χρονικά παράλληλη, υπήρξε εξάλλου υπόδειγμα συνεπούς παρέμβασης. Νομίζω ότι υπαγορεύτηκε από την ταχύτητα με την οποία άρχισαν να εξελίσσονται τα γεγονότα και άφησε ανοιχτό το θέμα της περαιτέρω διευκρίνισης της στάσης της.
Η Νέα Δημοκρατία τώρα εισέρχεται σε μία περίοδο διαχείρισης μιας εκλογικής νίκης, η οποία συνοδεύεται από μία διάχυτα κριτική στάση των ψηφοφόρων. Η εντολή που της έχει δοθεί περιέχει την απαίτηση της άμεσης παραγωγής ορατού έργου τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και σε επίπεδο θεσμικού εκσυγχρονισμού. Και ίσως για πρώτη φορά να τίθεται και ένα θέμα ιδιαίτερης ευθύνης της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της Βουλής, η οποία θα πρέπει να ανταποκριθεί όχι μόνο σε ένα νέο συσχετισμό δυνάμεων, αλλά και σε νέες νομοθετικές τεχνογνωσίες. Το νέο προεδρείο της Βουλής θα πρέπει να συγκροτηθεί, ίσως, με κριτήριο όχι μόνο τα προσωπικά προσόντα εκείνων που θα κληθούν να ασκήσουν αυτή τη λειτουργία, αλλά και με βάση τη γενικότερη καλλιέργεια και την ενημέρωσή τους σε όλο το φάσμα της ενεργού πολιτικής. Ο νέος πρόεδρος της Βουλής δεν μπορεί παρά να είναι ένας γενικά ενημερωμένος πολιτικός, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα άλλα Κοινοβούλια όσο και για το πώς τα διεθνή θέματα επηρεάζουν την κοινοβουλευτική ζωή.
Στο ενδεχόμενο ερώτημά σας τώρα, αν ο δικομματισμός υπέστη καίριο πλήγμα ή όχι, αυτό θα φανεί από το κατά πόσο τα μη κυβερνητικά κόμματα, χωρίς να αποκλείουν συνεργασίες, θα επιδιώκουν σταθερά την αναγνώριση της ιδιαιτερότητάς τους και των κοινωνικών αιτημάτων που εκπροσωπούν. Θα υπάρχει βέβαια πάντα το ενδεχόμενο να συνεργάζονται με τα δύο μεγάλα κατά έναν τρόπο που να οδηγήσει το σύστημα από έναν αυστηρό δικομματισμό, που ισχύει σήμερα, σε έναν ατελή δικομματισμό που μπορεί να ισχύσει αύριο.
*Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Η πολιτική ήταν και είναι προπάντων εκπροσώπηση κοινωνικών συμφερόντων. Πετυχημένοι πολιτικοί σχηματισμοί είναι αυτοί που διατυπώνουν με σαφήνεια κοινωνικούς στόχους στο πρόγραμμά τους, προσδιορίζουν με ακρίβεια τις κοινωνικές ομάδες-στόχους στους οποίους απευθύνονται και καταφέρνουν, τέλος, να πείσουν αποτελεσματικά τους συγκεκριμένους ψηφοφόρους για το πρόγραμμά τους.
Στις πρόσφατες εκλογές όλα τα κόμματα πλην του ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι κατάφεραν να κινηθούν με βάση αυτές τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις της πολιτικής. Οι κοινωνικές αναφορές των κομμάτων της Αριστεράς ήταν σαφείς και διακριτές. Η πολιτική συνθηματολογία του ΛΑΟΣ είχε συγκεκριμένους αποδέκτες. Η Ν.Δ. κατάφερε να εκφράσει με πειστικότητα τους κεντροδεξιούς στόχους της συνεχίζοντας ένα μοντέλο κοινωνικού φιλελευθερισμού, που εγκαινίασε το 2004 και εμπνέεται από τις συνταγές των διεθνών οικονομικών οργανισμών.
Αντίθετα το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να αναδείξει κάποια ξεχωριστή πολιτική και κοινωνική φυσιογνωμία. Ή τουλάχιστον δεν έπεισε ότι διαθέτει. Παρουσιάστηκε δέσμιο ενός «κυβερνητικού» συνδρόμου που αναζητά συνθετικές και συνολικές προτάσεις και μειώνει τις διαφορές. Σε περίοδο αντιπολίτευσης όμως αυτή η προσέγγιση λειτούργησε αντισυσπειρωτικά, καθώς άμβλυνε τον παραδοσιακά αριστερό και λαϊκό χαρακτήρα του κινήματος. Οι κοινωνικές αναφορές και το κοινωνικό του πρόγραμμα, λεκτικά ριζοσπαστικό, εξαντλούνταν είτε σε γενικότητες είτε σε τεχνοκρατικού χαρακτήρα κείμενα που επιπροσθέτως άργησαν να διατυπωθούν. Οι παλινωδίες που μεσολάβησαν (άρθρο 16, δηλώσεις στο Λαύριο για ανασφάλιστη εργασία κ.λπ.) επέτειναν τη σύγχυση για την κοινωνική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ. Τέλος, πολλά στοιχεία από το κοινωνικό πρόγραμμα ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, αύξηση συντάξεων, φορολογικές απαλλαγές για νέα ζευγάρια κ.ά.) είχε προλάβει να τα διακηρύξει, με διαφοροποιήσεις βέβαια, η Ν.Δ. στο δικό της πρόγραμμα.
Ολοι οι παρατηρητές συμφωνούν ότι η νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ πρέπει να ξαναανακαλύψει την Αριστερά μέσα στην Κεντροαριστερά. Ο δρόμος για την προγραμματική ανανέωση με κοινωνικούς όρους πρέπει να υπερακοντίζει τις υπολειμματικές κοινωνικές αναφορές της Ν.Δ. και να επικεντρωθεί σε διαχρονικές κοινωνικές αξίες. Δίκαιη κοινωνία και αναδιανομή αλλά προς ποιους;
Τα διάσπαρτα μέτρα και οι πολιτικές για τους χαμηλοσυνταξιούχους, ανέργους, αποκλεισμένους, γυναίκες, παιδιά πρέπει να ενοποιηθούν σε μια ενιαία κατεύθυνση που θα καταπολεμά τις ανισότητες του παρόντος και θα επενδύει στο μέλλον. Ενα τέτοιο σύγχρονο κοινωνικό πρόγραμμα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της μεταβιομηχανικής κοινωνίας δεν μπορεί παρά να έχει επίκεντρο την οικογένεια. Εννοούμε τη νέα οικογένεια, τους νέους ανθρώπους που αναζητούν εργασία, προσπαθούν να αγοράσουν μια κατοικία, η γυναίκα αναζητά τρόπους συνδυασμού εργασίας και οικογένειας και η ανατροφή και εκπαίδευση των παιδιών αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Μια τέτοια συγκροτημένη και συνεκτική οικογενειακή πολιτική αποτελεί την καλύτερη κοινωνική πολιτική για ένα σοσιαλιστικό κόμμα σήμερα. Η επεξεργασία της πρέπει να αποτελέσει πρώτη προτεραιότητα για τη νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.
*Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο