Η κατανόηση, και κατά συνέπεια και η αντιμετώπιση, της βίας δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Ετσι, η προσπάθεια να συμπεριλάβουμε τους ίδιους τους έφηβους ως ενεργητικούς συμμετέχοντες στην καταπολέμησή της αποτελεί πολλά υποσχόμενο δρόμο.
**Παραμερίζοντας τις συναισθηματικές και ηθικές φορτίσεις που συνοδεύουν οποιαδήποτε αναφορά βίαιης συμπεριφοράς, ιδιαίτερα από και προς τους εφήβους, είναι σαφές ότι η βία αποτελεί μια μέθοδο επίλυσης συγκρούσεων και διαχείρισης του θυμού που προκαλείται σε άτομα ή σε ομάδες.
Η αναγνώριση αυτής της «χρησιμότητας» της βίας, ως εναλλακτικού τρόπου αντίδρασης απέναντι σε καταστάσεις που προκαλούν αναστάτωση, δεν οδηγεί σε αποδοχή και αύξησή της, αλλά στη δυνατότητα να είμαστε περισσότερο αποτελεσματικοί στην αντιμετώπισή της.
**Πέρα, λοιπόν, από τις πολύ σημαντικές αναζητήσεις για τη μείωση των -κοινωνικών, πολιτισμικών, προσωπικών ή άλλων- συνθηκών που προκαλούν συγκρούσεις, πιστεύουμε ότι το ζητούμενο είναι να βρεθούν εναλλακτικοί τρόποι αντίδρασης απέναντι σε αντίξοες συνθήκες.
**Με άλλα λόγια, εάν περιμένουμε από τους έφηβους να μειώσουν την επιθετικότητά τους, ίσως θα πρέπει να διαθέτουμε εναλλακτικές προτάσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρούν απέναντι σε θυμό και συγκρούσεις.
**Είναι άλλωστε αξιοπρόσεκτη η αρχή της UNESCO σύμφωνα με την οποία «η βία και η μη βία αποτελούν ισότιμες εναλλακτικές μεθόδους για τη διαχείριση του θυμού και των συγκρούσεων». Σε πολλές περιπτώσεις η χρήση της βίας για τη διαχείριση του θυμού συμβαίνει όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμοι εναλλακτικοί τρόποι αντίδρασης: είτε γιατί αυτός που επιτίθεται δεν γνωρίζει άλλους τρόπους, είτε γιατί γνωρίζει μεν τους τρόπους αλλά δεν γνωρίζει πώς να τους μετατρέψει σε πράξη.
**Η σχετική εμπειρία και βιβλιογραφία έχουν να καταδείξουν πολλά προγράμματα, αρκετά με επιτυχή αποτελέσματα, για τη μείωση της βίας στον εφηβικό πληθυσμό και ιδιαίτερα στον χώρο του σχολείου. Η συντριπτική πλειονότητα των προγραμμάτων αυτών στηρίζεται, όμως, στο σχεδιασμό των «ειδικών ενηλίκων», με τους έφηβους στη θέση του αποδέκτη να καλούνται να συμμετέχουν στην υλοποίηση και αξιολόγηση των προγραμμάτων.
**Η ενεργητική συμμετοχή των εφήβων στηρίζεται πολλαπλά:
* Πρώτον, στη σύγχρονη απαίτηση για τη συμμετοχή των παιδιών και εφήβων στη συζήτηση και τις αποφάσεις των ζητημάτων που τα αφορούν (βλ. Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού).
* Δεύτερον, οι ίδιοι οι έφηβοι αποτελούν πολύ σημαντική πηγή πληροφόρησης για την αναγνώριση της βίας και των διαστάσεών της. Για παράδειγμα, η ανοικτή επιθετικότητα δημιουργεί μεγαλύτερη διάσπαση και άρα γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή από εκπαιδευτικούς, ενώ η έμμεση επιθετικότητα, όπως οι διακρίσεις λόγω φύλου και εθνικότητας, ή η διάδοση προσωπικών πληροφοριών, γίνεται πιο πολύ αντιληπτή από τους συνομηλίκους.
* Τρίτον, οποιαδήποτε παρέμβαση που στοχεύει σε αλλαγές είναι καταδικασμένη αν οι προτεινόμενες αλλαγές δεν έχουν νόημα για τα ίδια τα άτομα ή τις ομάδες στις οποίες απευθύνονται οι παρεμβάσεις.
Ετσι απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο από τα μοντέλα όπου οι «απόμακροι ειδικοί επιστήμονες και επαγγελματίες» προτείνουν λύσεις προς εφαρμογή από το κοινό και μετακινούμαστε προς μοντέλα που καλούν για ισότιμες συνεργασίες, με τους ειδικούς να αναλαμβάνουν κυρίως το ρόλο διευκόλυνσης των ατόμων προς τις αλλαγές που επιθυμούν.
**Μέσα στην παραπάνω λογική, τα προγράμματα μείωσης της βίας θα πρέπει να συμπεριλάβουν και τους ίδιους τους έφηβους και έφηβες από το στάδιο του σχεδιασμού ακόμη.
Τα ίδια τα παιδιά αποτελούν εγκυρότατη πηγή πληροφόρησης για τους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνεται και αναγνωρίζεται η βία στις ομάδες των συνομηλίκων αλλά, και κυρίως, θα πρέπει να κληθούν να συμμετέχουν με τις δικές τους προτάσεις για τους καταλληλότερους τρόπους χειρισμού της, προτάσεις οι οποίες θα έχουν περισσότερο νόημα για τους ίδιους.
**Ως ένα τέτοιο παράδειγμα, θα μπορούσε να αναφερθεί η πρόταση που έχει κατατεθεί από την αρχή του 2006 προς έγκριση χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ενωση (Πρόγραμμα Δάφνη): Προτείνεται η δημιουργία ενός δικτύου υποστήριξης συνομηλίκων και επικοινωνίας μεταξύ εφήβων από τέσσερις χώρες (Ελλάδα, Μ. Βρετανία, Ισπανία και Γερμανία) το οποίο θα λειτουργεί μέσα από το Διαδίκτυο, χρησιμοποιώντας έτσι ένα μέσο επικοινωνίας ιδιαίτερα δημοφιλές σε αυτές τις ηλικίες. Αλλωστε, ερμηνεύοντας τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, η συμμετοχή των παιδιών και εφήβων στις αποφάσεις που τα αφορούν και τα διαθέσιμα μέσα για να ακούγεται η φωνή τους αποτελούν κριτήριο για το βαθμό στον οποίο μια κοινωνία σέβεται τα παιδιά της.
* Η ΑΡΙΑΔΝΗ ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΟΥ είναι κλινική και σχολική ψυχολόγος, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του ΑΠΘ.