«Με το που χτυπούσε το κουδούνι για να σχολάσουμε, ήθελα να πάω σπίτι να κοιμηθώ»
Η παραπάνω φράση είναι από τη συνέντευξη μιας μαθήτριας γυμνασίου της Θεσσαλονίκης, στην οποία η ίδια περιγράφει τη δική της εμπειρία σχολικού εκφοβισμού. Εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την απόγνωση και τις τάσεις φυγής που βιώνουν τα θύματα σχολικής βίας, ενός φαινομένου που παρατηρείται όλο και περισσότερο στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιών.
* Ο σχολικός εκφοβισμός (bullying) φαίνεται ότι εμφανίζεται σε πολλές χώρες του κόσμου, όπως μαρτυρούν τα δεδομένα ερευνών. Στον διεθνή χώρο μελετάται από τη δεκαετία του 1970, ενώ στην Ελλάδα η έρευνα αρχίζει να ασχολείται με το φαινόμενο μόλις στις αρχές του 2000. Στη βιβλιογραφία συναντά κανείς διάφορα κενά όσον αφορά την έρευνα για τη σχολική βία και τη σύνδεσή της με συγκεκριμένες ταυτότητες και κουλτούρες του φύλου.
Ενώ, για παράδειγμα, οι έλληνες έφηβοι έχουν την τάση να κατασκευάζουν την έννοια της επιθετικότητας γενικά ως στοιχείο της ανδρικής ταυτότητας, αρνούνται να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της σχολικής βίας ως κάτι που αποτελεί κομμάτι της προσωπικής τους ζωής.
* Γενικά, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη συχνότητα εμφάνισης του φαινομένου του εκφοβισμού στον χώρο του ελληνικού σχολείου. Περιορισμένες είναι και οι έρευνες, σε διεθνές επίπεδο, που εξετάζουν τη συσχέτιση ανάμεσα στη στάση των μαθητών απέναντι στην εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς στο πλαίσιο του σχολείου και τη συμμετοχή τους σε επεισόδια εκφοβισμού, είτε ως «θυτών» είτε ως «θυμάτων», αλλά και τους παράγοντες (φύλο, εθνική/πολιτισμική προέλευση, αυτοεκτίμηση, άγχος, οικογενειακό κλίμα, κλίμα σχολείου) που κάνουν τους μαθητές πιο ευάλωτους, αλλά και πιο ανθεκτικούς απέναντι σε φαινόμενα εκφοβισμού.
* Τέλος, είναι απαραίτητη η διερεύνηση των αναγκών μαθητών και εκπαιδευτικών για αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου στον χώρο του ελληνικού σχολείου, έτσι ώστε να σχεδιαστούν οι κατάλληλες παρεμβάσεις και τα κατάλληλα προγράμματα πρόληψης.
Ερευνα που χρηματοδοτήθηκε από το υπουργείο Παιδείας και την Επιτροπή είχε ως στόχους:
* Να καταγράψει τη συχνότητα του φαινομένου της σχολικής βίας στον χώρο του ελληνικού σχολείου και να μελετήσει πώς συνδέεται αυτό με την ταυτότητα του φύλου.
* Να μελετήσει τους παράγοντες που κάνουν τους μαθητές πιο ευάλωτους, αλλά και πιο ανθεκτικούς απέναντι σε φαινόμενα εκφοβισμού.
Η έρευνα διενεργήθηκε σε σχολεία της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όλης της χώρας κατά τα σχολικά έτη 2004-05 και 2005-06. Πήραν μέρος 4.000 παιδιά και έφηβοι, 2.080 κορίτσια και 1.920 αγόρια της πέμπτης και έκτης δημοτικού, της τρίτης γυμνασίου και της πρώτης λυκείου.
Συμμετείχαν, επίσης, 200 εκπαιδευτικοί. Οι συμμετέχοντες απάντησαν σε γραπτό ερωτηματολόγιο, ενώ ένα μικρότερο δείγμα περίπου 300 παιδιών και εφήβων συμμετείχε σε ομαδικές συζητήσεις με θέμα το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, στις οποίες μίλησαν για τις απόψεις τους γύρω απ' αυτό και για σχετικά βιώματα και εμπειρίες τους.
Οι αναλύσεις των δεδομένων των μαθητών έδειξαν ότι:
* Ο σχολικός εκφοβισμός γίνεται αντιληπτός από τους μαθητές ως φαινόμενο με διάφορες μορφές και διαστάσεις.
* Τουλάχιστον το 50% των μαθητών αναγνωρίζει όλες τις μορφές σχολικής βίας, καθώς και τον όρο του «εκφοβισμού». Για το 20%, όλες οι μορφές εκφοβισμού εμφανίζονται αρκετά συχνά στο σχολείο, με κυρίαρχες τις λεκτικές μορφές, όπως κοροϊδία, σεξουαλικά σχόλια, διακρίσεις.
* Τα αγόρια είναι συχνότερα και δράστες και θύματα σχολικού εκφοβισμού.
* Το 10-13% του δείγματος δηλώνει ότι έχει βιώσει ως θύμα τον σχολικό εκφοβισμό, κυρίως τη λεκτική του μορφή και τη μορφή του κοινωνικού αποκλεισμού. Τα κορίτσια αποδίδουν το γεγονός αυτό στο φύλο τους, ενώ τα αγόρια στο ότι είναι καλοί μαθητές.
* Ενα στα 10 παιδιά περίπου φοβάται και αγωνιά ότι θα πέσει θύμα εκφοβιστικών περιστατικών.
* Ο εκφοβισμός εκδηλώνεται συνήθως σε χώρους χωρίς επίβλεψη (αυλή, διάδρομος, τάξη).
* Ο δράστης είναι συνομήλικος με το θύμα, κυρίως αγόρι, ελληνικής καταγωγής, με χαμηλή επίδοση και άσχημη συμπεριφορά μέσα στην τάξη και έξω από αυτήν.
* Το θύμα είναι πιο συχνά αγόρι, ελληνικής ή άλλης καταγωγής, που διαφέρει τόσο σωματικά όσο και από την άποψη της συμπεριφοράς από τον συνηθισμένο τύπο αγοριού και έχει καλές επιδόσεις στο σχολείο.
* Οι συνηθέστερες αντιδράσεις των θυμάτων είναι να αγνοούν ή να αποφεύγουν τις «επιθέσεις» εναντίον τους ή (σπανίως) να επιζητούν εκδίκηση, ενώ μιλούν γι' αυτές μόνο σε φίλους.
Η έρευνα βρίσκεται στη φάση επεξεργασίας των δεδομένων, έτσι ώστε να εντοπισθούν, να μελετηθούν σε βάθος και να ερμηνευθούν όλοι οι παράγοντες του φαινομένου. Οι ανάγκες των ίδιων των παιδιών-θυμάτων εκφοβισμού, αλλά και των δραστών, καθώς και οι προοπτικές αντιμετώπισης του φαινομένου στο πλαίσιο της σχολικής κοινότητας, πρόκειται να συζητηθούν ενδελεχώς σε επόμενη φάση του προγράμματος.
* Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ - ΚΟΥΪΜΤΖΗ είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του ΑΠΘ.