Οι συζητήσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης εκκινούν συνήθως από σταθερές βάσεις. Η αξία αυτής της ανεξαρτησίας και η θεσμική της κατοχύρωση είναι γενικά αναγνωρισμένες. Αναγνωρίζονται επίσης οι κίνδυνοι που την απειλούν: πρόκειται για τις πιέσεις της κοινής γνώμης, των ΜΜΕ και της εκτελεστικής εξουσίας.
* Σε διάθεση εναρμόνισης με την πολιτική βούληση αποδόθηκαν προσφάτως σημαντικοί χειρισμοί δικαστικών λειτουργών, όπως η απόκρουση του «πορίσματος Γ. Ζορμπά», οι διστακτικότητες απέναντι σε ενδείξεις διαφθοράς και ο πρώιμος χαρακτηρισμός κυβερνητικών στελεχών ως «παραπλανηθέντων» στην υπόθεση του Βατοπεδίου. Η ευθυγράμμιση με άνωθεν πολιτικές προφανώς διευκολύνεται με τη συρρίκνωση της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων, καθώς και με πειθαρχικές διώξεις εις βάρος δικαστικών λειτουργών για κρίσεις που διατύπωσαν.
* Η συζήτηση που εξαντλείται στα αυτονόητα μένει ωστόσο ελλιπής. Παρηγορεί, αλλά δεν εξηγεί. Στην πραγματικότητα, η σταδιοδρομία και η ανεξαρτησία ενός δικαστή δεν υποθηκεύονται όταν π.χ. οι κρίσεις του απλώς αντιβαίνουν στην κοινή γνώμη.
Εδώ και καιρό πολίτες, και ιδίως Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας, συγκροτώντας μια ισχυρή πανελλήνια γνώμη, διαμαρτύρονται για μια απότομη σκλήρυνση των ποινικών αποφάσεων μετά την αποκάλυψη του λεγόμενου παραδικαστικού κυκλώματος. Κανείς, ωστόσο, δικαστής ή εισαγγελέας δεν πιέστηκε ούτε ελέγχθηκε για την αυστηρότητα της γνώμης του. Οσο για τις πολιτικές πιέσεις, είναι ευνόητο ότι ένας υπουργός δεν θα καταδεχθεί ούτε θα διακινδυνεύσει να απευθυνθεί άμεσα σε έναν πρωτοδίκη ή εισαγγελέα. Οι βουλές του θα γνωστοποιηθούν στην άμεσα εξαρτημένη από τις πολιτικές επιλογές ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Μια (ανεπίτρεπτη) διοχέτευσή τους προς τους υφισταμένους μόνο μέσω της ιεραρχίας μπορεί να συμβεί.
* Η σταδιοδρομία του δικαστή (προαγωγές, μεταθέσεις, πειθαρχικές διώξεις) εξαρτάται από κρίσεις της εσωτερικής ιεραρχίας της Δικαιοσύνης. Αυτή είναι η εξάρτηση που μπορεί να παράγει αυτόματα πιέσεις, καθώς απορρέει από ένα άμεσο και επιδραστικό περιβάλλον.
Ενας πρωτοδίκης ή εισαγγελέας πρωτοδικών αντιλαμβάνεται πότε η κρίση του δεν θα είναι αρεστή στην ιεραρχία. Επίσης, ότι αν τολμήσει να τη δυσαρεστήσει, μπορεί στη συνέχεια να αντιμετωπίσει σε ανύποπτο χρόνο έναν αυστηρό έλεγχο: μια «μηδενική ανοχή» για λεπτομέρειες συχνές στην καθημερινότητα, άδολες και ανώδυνες. Οι διακριτικές εξουσίες του ιεραρχικού ελέγχου κατά τεκμήριο είναι πρακτικά απρόσβλητες. Μόνο ο δικαστής που ελέγχθηκε θα γνωρίζει ότι η δυσμένεια ήταν το έπαθλο της ευψυχίας του.
* Από αυτήν την υπηρεσιακή εξάρτηση είχε επιχειρήσει προ ετών να απελευθερώσει τη Δικαιοσύνη ο υπουργός δικαστής Γ. Κουβελάκης, καθιερώνοντας την αυτοδιοίκηση, εξορθολογίζοντας τις μεταθέσεις και αναστέλλοντας πρακτικά τις προαγωγές προς τον Αρειο Πάγο μέσω της (βραχύβιας) μείωσης του αριθμού των αρεοπαγιτών.
* Το αίτημα της ανεξαρτησίας αφορά εκτός από τους δικαστές και τους εισαγγελείς, που επίσης χαρακτηρίζονται από το Σύνταγμα ως δικαστικοί λειτουργοί. Εδώ τα πράγματα είναι πάντως λίγο πιο περίπλοκα, καθώς ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας δικαιούται να αναλαμβάνει ο ίδιος ή να αναθέτει υποθέσεις ή να εκδίδει παραγγελίες, συστάσεις και οδηγίες στους υφιστάμενους εισαγγελείς.
Στο μέτρο αυτό ιδρύεται μια ιεραρχική εξάρτηση και παραπληρωματικά περιορίζεται η ανεξαρτησία.
* Ως εκεί όμως. Οι ασκούντες καθήκοντα σε μια υπόθεση εισαγγελείς δεν παύουν να κρίνουν κατά το Σύνταγμα, το νόμο και τη συνείδησή τους. Η ιεραρχική εξάρτηση εκπνέει όταν προσκρούει στην αρχή της νομιμότητας. Κατά τα αναφερόμενα π.χ. στο σύγγραμμα του καθηγητή Αργ. Καρρά («Ποινικό δικονομικό δίκαιο», 2007), «ο ιεραρχικώς υφιστάμενος δεν δεσμεύεται από την εντολή που του δίνεται να μην ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του φερόμενου ως δράστη εγκλήματος»1. Κατά τον Οργανισμό δικαστηρίων, άλλωστε, οι υποδείξεις σε δικαστικό λειτουργό για ουσιαστικό ή δικονομικό θέμα σε συγκεκριμένη υπόθεση ή κατηγορία υποθέσεων είναι ανεπίτρεπτη και συνιστά πειθαρχικό αδίκημα2.
* Είναι σαφές ότι τα παραπάνω ενδιαφέρουν ακριβώς ενόψει της προκαταρκτικής εξέτασης για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου και της παραίτησης των δύο εισαγγελέων. Οι πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις του προϊσταμένου της αντίστοιχης Εισαγγελίας έδειξαν να εξηγούν αναδρομικά τη νομοθετική συρρίκνωση της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων. Η παράκαμψη της δικανικής και επιστημονικής γνώμης που διατύπωσαν οι δύο εισαγγελείς για τη συγκεκριμένη υπόθεση συνιστά τυπική προσβολή της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
* Η άποψη ότι ανάλογες εξαρτήσεις γνώμης στο χώρο της Δικαιοσύνης επιτρέπονται, υποτιμά τους εισαγγελείς και κάθε δικαστικό λειτουργό.
Αντίθετα, η παραίτηση των δύο εισαγγελέων τιμά το λειτούργημά τους και βοηθά τη συνέχεια του αγώνα για δικαιοσύνη και δημοκρατία.
1. Σελ. 192. Ανάλογες θέσεις βλ. σε κείμενα των Κ. Σταμάτη, Α. Παπαδαμάκη, Γρ. Καλφέλη, Ε. Φυτράκη.
2. Αρθρο 19, παρ. 3.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ είναι καθηγητής Νομικής του ΑΠΘ.