Του ΘΑΝΟΥ Π. ΝΤΟΚΟΥ*
Οποιαδήποτε προσπάθεια πρόβλεψης των διεθνών εξελίξεων κατά τη διάρκεια του 2008 -με όλες τις δυσχέρειες ενός τέτοιου εγχειρήματος λόγω της διεθνούς ρευστότητας και αβεβαιότητας- δεν θα μπορούσε φυσικά να μη λάβει σοβαρά υπόψη τυχόν μεταβολές στο ειδικό βάρος και τους στρατηγικούς προσανατολισμούς των Ηνωμένων Πολιτειών.
*Οι εκλογές για το Κογκρέσο του Νοεμβρίου 2006 αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής για την αμερικανική εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Ο αυξανόμενος αριθμός των αμερικανικών απωλειών και τα αδιέξοδα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, σε συνδυασμό με ορισμένα προβλήματα εσωτερικής υφής, έγειραν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ των Δημοκρατικών, παρά το γεγονός ότι και αυτοί ήταν διχασμένοι όσον αφορά στα επόμενα βήματα της αμερικανικής πολιτικής στο Ιράκ και τη Μέση Ανατολή. Αυτή η εκλογική ήττα σηματοδότησε μια ιδεολογική στροφή στο εσωτερικό των ΗΠΑ, μακριά από τον (νεο)συντηρητισμό (αν και οι νεο-συντηρητικοί θα διατηρήσουν μέρος της επιρροής τους και μετά το 2008).
*Τα τελευταία δύο χρόνια είναι ορατή μια αλλαγή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, τόσο στο ύφος όσο και, σε ένα βαθμό, στην ουσία, που συνδέεται και με τη δραστηριοποίηση της ομάδας στενών συνεργατών του πατέρα Μπους για να διαχειριστούν τις συνέπειες της πολιτικής του υιού Μπους.
Αν και άγνωστη μεταβλητή θα παραμείνει έως τις προεδρικές εκλογές του 2008 η προσέγγιση του νέου αμερικανού προέδρου σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και κλιματικής αλλαγής, δεν πρέπει να αναμένονται θεαματικές αλλαγές στις βασικές κατευθύνσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής (εκτός ίσως από την περίπτωση εκλογής του Μπάρακ Ομπάμα).
Φαίνεται, πάντως, ότι οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να επανακτήσουν μέρος της «ηθικής» επιρροής και «μαλακής» ισχύος που απώλεσαν. Ενδεικτική είναι και η πρόταση του Μπιλ Κλίντον για «ξαναχτίσιμο γεφυρών» με τον υπόλοιπο κόσμο σε περίπτωση εκλογής της Χίλαρι Κλίντον.
*Κεντρικό ζήτημα για τις ΗΠΑ θα αποτελέσει η Μέση Ανατολή, τόσο όσον αφορά στη σταθεροποίηση και σταδιακή απεμπλοκή τους από το Ιράκ (όπου διακρίνεται μια -πρόσκαιρη;- βελτίωση της κατάστασης), όσο και στη διαχείριση του ζητήματος του Ιράν, και, τέλος, στα επόμενα -και εξαιρετικά αβέβαια- στάδια της διαδικασίας της Ανάπολης.
Η πρόσφατη δημοσιοποίηση της έκθεσης των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν μειώνει την πιθανότητα αμερικανικού στρατιωτικού πλήγματος και είναι ενδεικτική της διάστασης απόψεων και του ανταγωνισμού ανάμεσα σε διάφορα κέντρα λήψης αποφάσεων, τόσο στο συγκεκριμένο, όσο και σε άλλα σημαντικά ζητήματα.
*Στην κεντρική διεθνή σκηνή, ζήτημα-κλειδί θα αποτελέσει η διαμόρφωση των σχέσεων με τις λεγόμενες χώρες BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Το ειδικό οικονομικό και πολιτικό βάρος της Κίνας και της Ινδίας αυξάνεται συνεχώς, ενώ οι αμερικανο-ρωσικές τριβές και εντάσεις αποτελούν συνέπειες μιας συνεχούς, σύνθετης και δυναμικής διαδικασίας αναδιαμόρφωσης του διεθνούς συσχετισμού ισχύος.
*Με αιχμή του δόρατος τους ενεργειακούς της πόρους στο πλαίσιο μιας ενεργειακά διψασμένης παγκόσμιας οικονομίας, η Ρωσία διεκδικεί περισσότερη επιρροή, ρόλο και σεβασμό, σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ παραμένουν μεν η σημαντικότερη -με διαφορά- δύναμη, αλλά έχουν «πληγωθεί» από τις επιλογές τους σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Εξάλλου, δεν είναι αμελητέα τα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας, αν και η συνεχιζόμενη «εισροή εγκεφάλων» από τον υπόλοιπο κόσμο αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ σε θέματα έρευνας, καινοτομίας κ.λπ.
*Οι σχέσεις Ευρώπης-Αμερικής θα συνεχίσουν να δοκιμάζονται από περιοδικές εντάσεις και η διάσταση απόψεων σε διάφορα ζητήματα (π.χ. κλιματική αλλαγή) παραμένει εμφανής, αλλά η κατάσταση είναι σαφώς καλύτερη από ό,τι στην περίοδο του πολέμου στο Ιράκ, ιδιαίτερα μετά την είσοδο Σαρκοζί και Μέρκελ στο προσκήνιο, αλλά και τη γενικότερη αλλαγή κλίματος στις ΗΠΑ.
*Οσον αφορά στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, οι ΗΠΑ αναζητούν εταίρους σε διάφορες περιοχές υψηλού ενδιαφέροντος.
Στα Δυτικά Βαλκάνια, οι αμερικανικές προτεραιότητες περιλαμβάνουν την επίλυση του προβλήματος του Κοσσυφοπεδίου, τη διατήρηση της σταθερότητας της ΠΓΔΜ και την πλήρη επανένταξη της Σερβίας στη διεθνή κοινότητα. Εδώ η Ελλάδα αποτελεί έναν φυσικό εταίρο και μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο επίτευξης των στόχων αυτών, με τρόπο που να κατοχυρώνει τόσο τα ελληνικά πολιτικά (ιδιαίτερα όσον αφορά στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ) και οικονομικά συμφέροντα, όσο και τη σταθερότητα της περιοχής. Τίθεται, βεβαίως, το ερώτημα αν μια τέτοια στρατηγική συνεργασία είναι συμβατή με την εξελισσόμενη ελληνορωσική προσέγγιση.
*Στην Ανατολική Μεσόγειο, ο μέχρι τούδε στρατηγικός εταίρος, η Τουρκία, δεν αποτελεί επί του παρόντος μια αξιόπιστη επιλογή για τις ΗΠΑ. Βεβαίως, η Αθήνα δεν ωφελείται αυτόματα από τυχόν μείωση του στρατηγικού βάρους της Αγκυρας.
Σε κάθε περίπτωση, και ενόψει της αλλαγής προέδρου στις ΗΠΑ, η Ελλάδα πρέπει να αρχίσει να καλλιεργεί τις σχέσεις της με πρόσωπα που πιθανώς θα παίξουν κεντρικό ρόλο μετά τις εκλογές, αλλά κυρίως να προβάλει με αξιοπιστία την εικόνα του σημαντικού περιφερειακού παράγοντα που δεν πρέπει να απουσιάζει από οποιοδήποτε σχεδιασμό για το μέλλον της ευρύτερης περιοχής.
*Ο ΘΑΝΟΣ Π. ΝΤΟΚΟΣ είναι γενικός διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).