Επειτα από σαράντα χρόνια κυριαρχίας, το μπααθικό καθεστώς της Δαμασκού υφίσταται σοβαρές δονήσεις. Η κρίση, η οποία επιδεινώνεται από την «επανάσταση» στον γειτονικό Λίβανο, απ' όπου η Συρία αναγκάστηκε να αποχωρήσει, έχει κατ' αρχήν εσωτερικές αιτίες.
 Συρία και Ιράν αντιμετωπίζουν ισχυρές πιέσεις από την αμερικανική κυβέρνηση. Σε πρόσφατη συνάντηση του Μπασάρ αλ Ασαντ (μέση) με τους δύο ιρανούς ηγέτες, τον νέο πρόεδρο Αχμαντινετζάντ και τον Αγιατολάχ Χομεϊνί, το κλίμα συνεργασίας των δύο χωρών ενισχύθηκε. |
Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που οι συζητήσεις ήταν τόσο τολμηρές, τόσο ανοιχτές στη Συρία. Ολα τα ζητήματα θίγονται: η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ο χαρακτήρας της ιρακινής αντίστασης και η δημοκρατία, την οποία υποσχέθηκαν μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσέιν, αλλά βουλιάζει στους εθνικούς και θρησκευτικούς μαιάνδρους: «Θέλουμε περισσότερα πολιτικά δικαιώματα, περισσότερες ελευθερίες, πραγματικές μεταρρυθμίσεις, αλλά όχι την αμερικανική εποικοδομητική αστάθεια. Πρέπει να υπάρχει κράτος για να υφίσταται δημοκρατία. Ενα κράτος, όμως, που δεν θα είναι ούτε κάτω από την κηδεμονία μιας διεφθαρμένης εξουσίας, ούτε κάτω από την κηδεμονία των αμερικανικών αρμάτων», ζητούν ουσιαστικά οι Σύροι. Η ατμόσφαιρα στη χώρα είναι, πλέον, βαριά, κυρίως μετά τη ρήξη με τον γάλλο σύμμαχο και την υποχρεωτική αποχώρηση των συριακών δυνάμεων από τον Λίβανο.
Αναδύεται, έτσι, η μνήμη των θεμελίων του έθνους, η οικοδόμηση της χώρας πάνω σε έναν δημοκρατικό συμβιβασμό. Απέναντι στη διαίρεση σε πολλά θρησκευτικά περιφερειακά κράτη (Δαμασκός, Χαλέπι, Αλαουίτες και Δρούζοι), την οποία επέβαλε η Γαλλία μετά τον Πρώτο Πόλεμο, οι πολιτικές ελίτ συμμάχησαν για να επικρατήσει πλήρης ενοποίηση (1936-1942).
Οι ίδιες ελίτ είχαν δεχθεί τη δημιουργία του ανεξάρτητου Λιβάνου, ο οποίος περιελάμβανε, παρά τη λαϊκή αντίθεση, τέσσερις περιοχές που εξαρτιόνταν αρχικά από τη Δαμασκό, μόνο και μόνο για να αποφύγουν την εγκαθίδρυση, δίπλα τους, ενός θρησκευτικού Λιβάνου, με πλειοψηφία μαρωνιτών και ανυπότακτο. Λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερα χαρακτηριστικό πνεύμα ενίσχυσης των περιφερειακών στοιχείων -κυρίως γύρω από τη Δαμασκό και το Χαλέπι -, ο δημοκρατικός συμβιβασμός άνοιξε τον δρόμο σε μια ποικιλία πολιτικών κομμάτων, λαϊκιστικών βέβαια, αλλά χωρίς θρησκευτική ή περιφερειακή ιδεολογία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ιδρύθηκε το κόμμα Μπάαθ.
Στα 60 χρόνια που ακολούθησαν την ανεξαρτησία, η χώρα γνώρισε μια δεκαετία πραγματικών πολιτικών ελευθεριών, οι οποίες περιορίστηκαν από στρατιωτικά πραξικοπήματα (1949-1953) που προέκυψαν από τους αγώνες των δυτικών δυνάμεων για επιρροή και από την ένωση με τη νασερική Αίγυπτο (1958-1961), η οποία πραγματοποιήθηκε μετά από την επίμονη αίτηση σύρων ηγετών. Η νεόκοπη δημοκρατική παράδοση δημιούργησε, όμως, μια αυθεντική δυναμική.
Ετσι, το συνέδριο της Χομς, το 1953, στο οποίο συγκεντρώθηκαν τα διάφορα πολιτικά και ορισμένα στρατιωτικά κινήματα, επέτρεψε να «εκφραστούν ευχαριστίες» στον δικτάτορα Αντίμπ Σισάκλι (1949-1953) και να οργανωθούν ελεύθερες εκλογές, οι μοναδικές, εκείνη την εποχή, στις αραβικές χώρες.
Στη σκιά του Χάφεζ αλ Ασαντ
Οι «Αδελφοί μουσουλμάνοι» και οι κομμουνιστές εξασφάλισαν σε αυτές από μία έδρα. Αλλά η δημοκρατία δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην αντιαποικιακή και κοινωνική αναταραχή, στις διενέξεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες βρίσκονταν, τότε, στην καρδιά του ψυχρού πολέμου, και, κυρίως, στην πολιτικοποίηση του στρατού.
Παρά τις αναταραχές, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την οικοδόμηση των κυριότερων θεσμών του συριακού κράτους (η Συρία ήταν η πρώτη αραβική χώρα που ίδρυσε κεντρική τράπεζα, το 1953), τους πιο ισχυρούς δείκτες ανάπτυξης και τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης και της υγείας.
Η πλειονότητα των Σύρων, νέοι οι περισσότεροι, δεν γνωρίζουν αυτή την περίοδο. Μεγάλωσαν στη σκιά του Χάφεζ αλ Ασαντ, ο οποίος είχε εγκαθιδρύσει μια σταθερή και αυταρχική εξουσία, μετά από το «διορθωτικό κίνημά» του (1970). Στράφηκε εναντίον των στρατιωτικών που είχαν καταλάβει την εξουσία, έξι χρόνια νωρίτερα, με πραξικόπημα. Το νέο σύστημα χρησιμοποιεί ένα τμήμα της κοινότητας των αλαουιτών, για να σταθεροποιήσει τη λαβή του στον κορμό της χώρας (1).
Η Συρία θα πληρώσει ακριβά τη σταθερότητα. Μετά από μια πρώτη περίοδο ανοίγματος προς την αστική τάξη των πόλεων και στα πολιτικά κόμματα που έχουν συσπειρωθεί σε ένα προοδευτικό μέτωπο, ο Χάφεζ αλ Ασαντ περνά τη δοκιμασία του πυρός με τον πόλεμο του Κιπούρ (που ονομάζεται «πόλεμος του Ραμαζανιού» από τους Αραβες) το 1973, σε κλίμα εθνικής ενότητας. Η ενότητα διαλύεται μετά το 1976, ύστερα από τη συριακή επέμβαση στον Λίβανο ενάντια στην παλαιστινιακή αντίσταση και τους αριστερούς συμμάχους της.
Το καθεστώς καταστέλλει, τότε, σκληρά το κίνημα της κοινωνίας πολιτών (επαγγελματικά συνδικάτα - δικηγόροι, μηχανικοί, κ.λπ. - και πολιτικά κόμματα που δεν περιλαμβάνονταν στο Μέτωπο, οι ηγέτες των οποίων θα σαπίσουν στη φυλακή), το οποίο ζητά την άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που ισχύει από το 1963 (2).
Το κλίμα επιδεινώνεται και η χώρα συγκλονίζεται από κύμα βομβιστικών επιθέσεων που διαπράττουν ριζοσπάστες ισλαμιστές, οι οποίοι υποστηρίζονται στρατιωτικά από το αντίπαλο ιρακινό μπααθικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν.
Η Συρία βυθίζεται σε μια ατμόσφαιρα εμφυλίου πολέμου, η οποία θα κορυφωθεί στις σφαγές της Παλμύρας (1980) και της Χαμά (1982). Η σουνιτική αστική τάξη απεργεί, μέχρι τη στιγμή που, στη Δαμασκό, αναστέλλει το κίνημα, επιλέγοντας τον συμβιβασμό και όχι τη διάσπαση της χώρας.
Ενα μαύρο πέπλο πέφτει, τότε, που σημαδεύεται από τις οικογενειακές διενέξεις μέσα στη φατρία του Ασαντ - κυρίως με τον Ρίφαατ, τον αδερφό του προέδρου - και από τις αντιπαραθέσεις με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία. Η Δαμασκός υποστηρίζει την ιρανική επανάσταση του 1979 και ενισχύει τη συμμαχία της με τη Σοβιετική Ενωση. Παρά το ομόφωνο αραβικό μποϊκοτάζ της Αιγύπτου, η οποία θεωρείται ένοχη για την υπογραφή της ξεχωριστής ειρήνης του Καμπ Ντέιβιντ με το Ισραήλ (1979), η Συρία παραμένει απομονωμένη σε περιφερειακό επίπεδο. Αλλά το καθεστώς αντιστέκεται σε μια νέα ήττα των δυνάμεών του, τον Ιούνιο του 1982, απέναντι στις δυνάμεις εισβολής του Ισραήλ, και γίνεται καθοριστικός παράγοντας της λιβανικής σκηνής.
Αγρότες και αστική τάξη
Μια πρώτη καμπή σημειώνεται το 1986. Η χρηματοπιστωτική χρεοκοπία υποχρεώνει την εξουσία να ενισχύσει την αγροτική παραγωγή, επιδοτώντας ακόμη και τους πρώην γαιοκτήμονες που είχαν πληγεί από την αγροτική μεταρρύθμιση. Ξεκινά, επίσης, η «φιλελευθεροποίηση» του εξωτερικού εμπορίου προς όφελος των ιδιωτικών φορέων. Το καθεστώς εξασφαλίζει, έτσι, τη διατροφική ασφάλεια της χώρας - η μόνη της περιοχής που δεν είναι καθαρός εισαγωγέας αγροτικών προϊόντων - και ανανεώνει τη συμμαχία του με την «αστική τάξη».
Παράλληλα, εφαρμόζει εθελοντικά ένα πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής του είδους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αρνούμενο, όμως, επισήμως, κάθε «βοήθεια» των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Γρήγορα, η Συρία δεν έχει πια τίποτα το «σοσιαλιστικό», παρά μόνο το μοναδικό κόμμα της και την κρατική γραφειοκρατία της. Μια δεύτερη καμπή πραγματοποιείται το 1990, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου: η Δαμασκός μετέχει στον συνασπισμό κατά του Σαντάμ, παρά το γεγονός ότι η μεταστροφή δεν είναι δημοφιλής.
Μια λαμπρή περίοδος φαίνεται να εγκαινιάζεται. Το 1989, οι συμφωνίες της Τάεφ ξαναφέρνουν την ειρήνη στον Λίβανο και επιβεβαιώνουν, με τη διεθνή συναίνεση, τη συριακή κυριαρχία. Διαπραγματεύσεις ξεκινούν με το Ισραήλ, για την επανάκτηση του Γκολάν, το οποίο κατέχεται από τον πόλεμο των έξι ημερών (1967). Χάρη στα πρώτα μέτρα φιλελευθεροποίησης και στις πετρελαϊκές εξαγωγές, η οικονομική ανάπτυξη επιταχύνεται. Αλλά η «καλοκαιρία» δεν κρατά πολύ.
Οι συριακές υπηρεσίες στον Λίβανο και ένα τμήμα της νομενκλατούρας αναμειγνύονται σε επιχειρηματικές δοσοληψίες, τις οποίες επιτρέπει η πολιτική ανοικοδόμησης που επιθυμεί ο πρωθυπουργός Ραφίκ Χαρίρι. Στη συνέχεια, η ειρηνευτική διαδικασία με το Ισραήλ αποτυγχάνει, καθώς ο ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ αρνείται τη συμφωνία που ο πρόεδρος Ασαντ προσδοκούσε να αφήσει ως κληρονομιά.
Η αποτυχία μιας συνάντησης της τελευταίας στιγμής ανάμεσα στον αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον και τον Χάφεζ αλ Ασαντ στη Γενεύη, τον Μάρτιο του 2000, προκάλεσε τεράστιο σοκ. Αραγε, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έκριναν ότι το «Λιοντάρι» ήταν πολύ γέρικο για να υπογράψει την ειρήνη, ή εκτίμησαν ότι τα συμφέροντά τους εξυπηρετούνταν καλύτερα με τη διατήρηση της αστάθειας;
Η διαδοχή
Ο Χάφεζ αλ Ασαντ πέθανε λίγο αργότερα, στις 10 Ιουνίου του 2000. Ο γιος του, Μπασάρ, τον διαδέχθηκε στην προεδρία, με μία εσπευσμένη αλλαγή του συντάγματος, προκειμένου να καλυφθεί τυπικά το νεαρόν της ηλικίας του. Η διεθνής κοινότητα παρακολουθούσε τη συνταγματική αλλαγή: η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών, Μαντλίν Ολμπράιτ, παραβρέθηκε στην κηδεία και ενέκρινε τη διαδοχή, όπως και ο γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ.
Ο λόγος που εκφώνησε ο νέος αρχηγός κατά την ανάληψη των καθηκόντων του δημιούργησε ελπίδες, στους Σύρους και στους Λιβανέζους, για μια οριστική έξοδο από τα μολυβένια χρόνια. Αρχισαν να ονειρεύονται τις ελευθερίες που θα ξαναβρούν, τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα φέρουν εργασία και ευημερία και μια άλλη εικόνα στη διεθνή σκηνή. Δυστυχώς, πέντε χρόνια αργότερα, η Συρία είναι ακόμη μακριά από αυτά.
Κι αυτό γιατί ο Μπασάρ αλ Ασαντ υποχρεώθηκε άμεσα να αντιμετωπίσει το σοκ της 11ης Σεπτεμβρίου και την προγραμματισμένη αμερικανική εκδίκηση εναντίον του Ιράκ. Το συριακό καθεστώς, προστατευμένο από τον τζιχάντ των ισλαμιστών που γνωρίζουν οι γείτονές του, έβλεπε με κακό μάτι την εξαφάνιση, όχι του αντιπάλου του, Σαντάμ Χουσέιν, αλλά ενός άλλου κοσμικού αραβικού κράτους στην περιοχή. Ενώ εξασφάλισε οφέλη από την καταστρατήγηση του εμπάργκο εναντίον του Ιράκ, όπως, άλλωστε, όλες οι άλλες γειτονικές χώρες, αντιτάχθηκε, στο Συμβούλιο Ασφαλείας, στη νομιμοποίηση του αμερικανικού πολέμου.
Συμμερίστηκε τις θέσεις της Γαλλίας, του Βελγίου και της Γερμανίας. Στη συνέχεια, όταν ολοκληρώθηκε η εισβολή στο Ιράκ, ήλπιζε, όπως οι γάλλοι και οι γερμανοί εταίροι του, ότι θα ξαναβρεί έναν σταθεροποιητικό ρόλο στη Βαγδάτη, ακόμη περισσότερο αφού διατηρεί εκεί δεσμούς με στελέχη του Μπάαθ ή ακόμη με στελέχη φυλών και του κλήρου.
Η αμερικανική κυβέρνηση αδιαφορεί. Ο αγώνας της είναι ιδεολογικός. Αυξάνει την πίεση στη Δαμασκό, κυρίως με την υιοθέτηση, από το Κογκρέσο, στις 11 Νοεμβρίου 2003, της απόφασης με την ονομασία «Syria Accountability Act» (3). Στις αρχές Μαΐου της ίδιας χρονιάς, ο Κόλιν Πάουελ, κατά την επιστροφή του από τη Δαμασκό, εξηγούσε ότι το συριακό καθεστώς έχει τρία δάχτυλα - ένα στον Λίβανο, ένα στο Ιράκ κι ένα στην Παλαιστίνη - και ότι οι ΗΠΑ θα τα κόψουν.
Στην πραγματικότητα, η Ουάσιγκτον ελάχιστα ενδιαφέρεται για τη δημοκρατία στη Συρία και δεν ενεργοποιεί τις κυρώσεις που προβλέπονται ενάντια στα μέλη της εξουσίας. Αντίθετα, ο πρόεδρος Μπους αποσταθεροποιεί το κράτος και την οικονομία της Συρίας, επιβάλλοντας εμπορικές κυρώσεις και κατηγορώντας για ξέπλυμα χρήματος την κυριότερη δημόσια τράπεζα της χώρας, η οποία κατέχει το μεγαλύτερο τμήμα των αποθεμάτων σε συνάλλαγμα.
Γαλλική μεταστροφή
Γι' αυτό, η συριακή εξουσία θα πολλαπλασιάσει - ματαίως - τις προτάσεις και τις χειρονομίες καλής θέλησης, περιλαμβανομένων και χειρονομιών στον τομέα ασφαλείας, προς την κατεύθυνση των ΗΠΑ, πεπεισμένη ότι αυτές ενδιαφέρονται περισσότερο για την ένταση της εχθρότητας των ισλαμιστών στο Ιράκ και στους συμμάχους τους, τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο ή την Ιορδανία, από όπου κατάγονταν οι καμικάζι της 11ης Σεπτεμβρίου.
Αλλά η έκπληξη για τον Μπασάρ αλ Ασαντ ήρθε κυρίως από τον γάλλο σύμμαχό του, ο οποίος πραγματοποίησε μία εντυπωσιακή στροφή στο ζήτημα του Λιβάνου. Ηδη, από τον Ιούνιο του 2004, ο Ζακ Σιράκ προτείνει στον αμερικανό ομόλογό του μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας που απαιτεί την άμεση αποχώρηση των συριακών δυνάμεων από το Λίβανο.
Υστερα από αυτή την αλλαγή στάσης, τα γεγονότα επιταχύνονται στον Λίβανο και οδηγούν στην «επανάσταση των Κέδρων» και στην αποχώρηση των συριακών στρατευμάτων. Αυτή η γαλλική μεταστροφή συνδεόταν, άραγε, με ένα νέο τρόπο ανάγνωσης των εξελίξεων στο Ιράκ; Με μία εμπορική σύγκρουση με την εξουσία της Δαμασκού για ένα συμβόλαιο φυσικού αερίου; Με τις φιλίες με τον Ραφίκ Χαρίρι; Ή, μάλλον, με μία πιο βαθιά δυσαρέσκεια του γάλλου προέδρου απέναντι στον νεαρό σύρο προστατευόμενό του;
Ο Ζακ Σιράκ μπορεί να ήλπιζε ότι θα παίξει τον ρόλο του μέντορα του οικονομικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού της Συρίας, όπως είχε κάνει προηγουμένως ο Φρανσουά Μιτεράν, για τη μεταφρανκική Ισπανία. Δέχθηκε τον Μπασάρ αλ Ασαντ με μεγαλοπρέπεια, το 1999, πριν από την άνοδό του στην προεδρία, και στη συνέχεια, ξανά, το 2001 και το 2002.
Υποστήριξε, επίσης, άμεσα τις διοικητικές και νομικές μεταρρυθμίσεις και την υπογραφή μιας συμφωνίας ευρω-συριακής συνεργασίας. Αλλά αυτή η «συμφωνία» για μεταρρυθμίσεις, όχι όμως πολιτικές, μήπως ήταν στρεβλή εξαρχής, αφού αγνοούσε τον ίδιο τον χαρακτήρα του καθεστώτος;
Στη Συρία, όπως σχεδόν σε όλες τις αραβικές χώρες, η εξουσία έχει γίνει, πλέον, ένας «θεσμός» ξεχωριστός από το κράτος. Επικεντρωμένος γύρω από την προεδρία και τους αρχηγούς των υπηρεσιών πληροφοριών, δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο εξασθενίζοντας το κράτος, όπου υπουργοί και ρυθμιστικές αρχές δεν έχουν παρά ένα πολύ περιορισμένο περιθώριο ελιγμών.
Η δημόσια ζωή περιορίζεται στο ηγεμονικό κόμμα, το οποίο χειραγωγείται από την εξουσία, ανάλογα με τις εσωτερικές διαμάχες των μελών του. Καμιά πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι τότε δυνατή, χωρίς επίθεση στον ίδιο τον δυισμό.
Ομως, στη Συρία, είναι η εξουσία που εγκατέστησε τον Μπασάρ αλ Ασαντ και τον κατέστησε όμηρό της. Ο πατέρας Ασαντ έστησε, εν αγνοία του, μια πραγματική παγίδα στον γιο του.
Με τη συριακή αποχώρηση από τον Λίβανο, και χάνοντας το μεγαλύτερο περιφερειακό «ατού» του, το σύστημα αποκαλύφθηκε στο φως της ημέρας. Αμφισβητείται δημοσίως από τους Σύρους, σε όλα τα επίπεδα. Είτε το θέλησε είτε όχι, ο Μπασάρ αλ Ασαντ έθεσε ξανά σε λειτουργία την πολιτική ζωή, με την άνοδό του στην προεδρία. Για ένα διάστημα, το 2001, η «Ανοιξη της Δαμασκού» διεκδίκησε την άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και την αποκατάσταση των δημοσίων ελευθεριών.
Το συνέδριο του Μπάαθ
Η συριακή εξουσία γρήγορα αγρίεψε, κυρίως όταν το κύμα αμφισβήτησης έφτασε στο ίδιο το Μπάαθ. Η καταστολή των αντιπάλων υπήρξε παραδειγματική.
Τρία χρόνια κύλησαν, θέτοντας τέρμα σε κάθε ψευδαίσθηση για επιταχυνόμενες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που δεν θα συνοδεύονταν από βαθιές πολιτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις (το περίφημο κινεζικό μοντέλο). Για να μπορέσει να ξεπεράσει την κρίση, ο Μπασάρ αλ Ασαντ συγκάλεσε συνέδριο του κόμματος για τον Ιούνιο του 2005, υποσχόμενος ποιοτικό άλμα στις μεταρρυθμίσεις.
Οι ελπίδες ξαναγεννήθηκαν: μια αλλαγή του συντάγματος είναι απαραίτητη για να τεθεί τέρμα στο μονοπώλιο του Μπάαθ πάνω «στο κράτος και την κοινωνία» (άρθρο 8) και στον «σοσιαλιστικό» χαρακτήρα της οικονομίας, που θεωρείται κρατικός καπιταλισμός (άρθρο 13). Η αντιπολίτευση, με τις διάφορες μορφές της, προσπάθησε να αναζητήσει συμμαχίες όχι μόνο στο εσωτερικό του Μπάαθ, αλλά και στους «Αδελφούς μουσουλμάνους», με τον όρο ότι και οι δύο αποδέχονται τους δημοκρατικούς και κοσμικούς κανόνες και ομολογούν τα λάθη του παρελθόντος, επιτρέποντας, έτσι, να γυρίσει η σελίδα των μολυβένιων χρόνων. Μια εθνική συμφιλίωση είναι απαραίτητη.
Το αποτέλεσμα του συνεδρίου του κόμματος είναι αμφίσημο. Υστερα από μια συμβολική καταστολή ενάντια στο τελευταίο δημοκρατικό φόρουμ (τον δικτυακό τόπο «Ατάσι», από το όνομα μιας παλιάς πολιτικής προσωπικότητας του Μπάαθ, που αρνήθηκε να επιστρέψει στο Μέτωπο του πατέρα Ασαντ), και εξαιρετικές προσπάθειες προσέλκυσης των επιχειρηματικών κύκλων, οι εργασίες του συνεδρίου επικεντρώθηκαν στην πλειονότητα των θεμάτων που είχαν τεθεί στην εσωτερική συζήτηση: νόμοι έκτακτης ανάγκης, δημόσιες ελευθερίες, διαχωρισμός των εξουσιών, χαρακτήρας της οικονομίας και ιθαγένεια των Κούρδων της Συρίας. Το συνέδριο έδιωξε, επίσης, την παλιά φρουρά του κόμματος.
Αλλά απογοήτευσε σε τρία ουσιαστικά σημεία: στην αρχή της εναλλαγής στην εξουσία, στη μεταρρύθμιση του κράτους και στη διαδικασία εθνικής συμφιλίωσης.
Επιπλέον, οι αρχηγοί των υπηρεσιών ασφαλείας μπαίνουν στα ηγετικά όργανα του κόμματος και ο διάλογος με τους «Αδελφούς μουσουλμάνους» θεωρείται ως κόκκινη γραμμή, η οποία δεν μπορεί να ξεπεραστεί (4).
Ο επίλογος της διαδικασίας δεν έχει ακόμη γραφτεί, πολλώ δε μάλλον, που η διαιώνιση της εξασθενημένης εξουσίας συμφέρει την αμερικανική κυβέρνηση. Κάθε ταχύς, δημοκρατικός και κοσμικός μετασχηματισμός θα προσέκρουε στην αμερικανική άρνηση και πολύ δύσκολα θα προσαρμοζόταν στη θρησκευτική και εθνική αντίληψη της «δημοκρατίας» χωρίς κράτος, όπως εφαρμόζεται ήδη στο Ιράκ και στον Λίβανο. Πάντως, πολλοί Σύροι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ένας τέτοιος μετασχηματισμός παραμένει δυνατός. Εχει, μάλιστα, και το σύμβολό του: το γιασεμί.
(1) Οι αλαουίτες είναι μουσουλμανική κοινότητα, κλάδος του δωδεκαδικού σιιτισμού, αποτελούν το 11% του συριακού πληθυσμού και ζουν κατά πλειοψηφία στο όρος που έχει το ίδιο όνομα.
(2) Ο νόμος για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που ισχύει πάντα, χρονολογείται από το 1962. Τέθηκε ξανά σε ισχύ με το ανακοινωθέν υπ' αριθμ. 2 του πραξικοπήματος της 8ης Μαρτίου 1963.
(3) Αυτή η απόφαση δίνει το δικαίωμα στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλει, όταν το αποφασίσει, κυρώσεις που αντιστοιχούν στον κίνδυνο που η Συρία συνεχίζει να αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον.
(4) Ενας νόμος που χρονολογείται από το 1980 επιβάλλει την ποινή του θανάτου σε όσους ανήκουν στους «Αδελφούς μουσουλμάνους».
* Οικονομολόγος, πρόεδρος-γενικός διευθυντής της ιστοσελίδας «Α Concept: mafhoum», www.mafhoum.com