Η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, έτοιμη από «τεχνική» άποψη, αποτελεί ήδη αντικείμενο διαβουλεύσεων των υπουργών Εξωτερικών των «27», που συνεδριάζουν στο Λουξεμβούργο την άλλη Δευτέρα, ώστε να υιοθετηθεί στη σύνοδο κορυφής στις 18 και 19 του μήνα στη Λισαβόνα.
Η νέα, απλοποιημένη, συνθήκη γίνεται δεκτή μάλλον με συγκρατημένη αισιοδοξία από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς είναι νωπή ακόμα η τραυματική εμπειρία της απόρριψης του ευρωσυντάγματος, πριν από δύο χρόνια, από τη Γαλλία και την Ολλανδία, ενώ η βαθιά κρίση στην οποία μπήκε η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει ξεπεραστεί τελείως.
Το νέο κείμενο έχει συμπεριλάβει, βέβαια, όλα τα στοιχεία του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε τον Ιούνιο, ιδιαίτερα μετά τις σκληρές και ως έναν βαθμό εκβιαστικές απαιτήσεις της Βρετανίας και της Πολωνίας, αλλά κανείς δεν μπορεί να προδικάσει ότι στη Λισαβόνα δεν θα τεθούν νέα ζητήματα από τους γνωστούς «ταραξίες» εταίρους.
Πολωνικός πονοκέφαλος
Το δίδυμο Κατσίνσκι της Πολωνίας, η οποία οδεύει προς βουλευτικές εκλογές στις 21 Οκτωβρίου, μπορεί να εκμεταλλευθεί το προεκλογικό κλίμα και να απαιτήσει πάλι να ενταχθεί στη συνθήκη ο λεγόμενος «συμβιβασμός των Ιωαννίνων» -κάτι που απορρίπτουν τα άλλα κράτη- σύμφωνα με τον οποίο χώρες που μειοψηφούν σε μια ψηφοφορία να μπορούν να παγώνουν τη λήψη απόφασης για μερικούς μήνες.
Το ίδιο, ανεκδιήγητο πολιτικά, δίδυμο διεκδικεί επίσης μια μόνιμη θέση γενικού εισαγγελέα για την Πολωνία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Η περίπτωση της Βρετανίας είναι σοβαρότερη και όχι μόνο για τις εξαιρέσεις που πέτυχε στην εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, με το επιχείρημα ότι υπονομεύεται η βρετανική (αντ)εργατική νομοθεσία.
Ο νέος πρωθυπουργός, Γκόρντον Μπράουν, υφίσταται ισχυρή πίεση, όχι μόνο από το Συντηρητικό Κόμμα και από ΜΜΕ που διακρίνονται για τον αντιευρωπαϊσμό τους, αλλά και από μερίδα του κόμματός του, για δημοψήφισμα επικύρωσης της συνθήκης. Η ηγεσία των Συντηρητικών πρότεινε μάλιστα, στο συνέδριο του κόμματος, δημοψήφισμα όχι μόνο για τη συνθήκη αλλά και για κάθε κείμενο που αφορά μεταβίβαση βρετανικής κυριαρχίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση!
Η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη ολοκληρώνεται, όμως, σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες επιλογές για την προοπτική της και για τον «υπαρξιακό» προσανατολισμό της, αλλά και σε κορυφαία ζητήματα, που θα δοκιμάσουν όχι μόνο την υποτυπώδη κοινή εξωτερική πολιτική της, αλλά την ίδια την αξιοπιστία της, με πρώτο το Κόσοβο.
Ηδη, η ουσιαστική αναστολή κάθε διεύρυνσης, με πρώτα «θύματα» την Κροατία, τις άλλες χώρες των δυτικών Βαλκανίων, αλλά και τη στρατηγικής σημασίας Τουρκία, άνοιξε τη συζήτηση για τα όρια και τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τη μορφή των σχέσεων με τον μεγάλο ανατολικό γείτονα -όπου ο Πούτιν ετοιμάζεται να «μονιμοποιηθεί» στην ηγεσία της Ρωσίας- αλλά και με τις ΗΠΑ, που ίσως διακινδυνεύσουν νέο θερμό μέτωπο στο Ιράν...
Οι προκλήσεις δεν λείπουν, καθώς ο νέος γάλλος πρόεδρος -που σε εννέα μήνες θα προεδρεύει και στην Ευρωπαϊκή Ενωση- εκτοξεύει δεξιά και αριστερά νέες «ιδέες», είτε για μια νέα «Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας», είτε για μια εναλλακτική «Ενωση Μεσογειακών Χωρών».
Η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη μπορεί, λοιπόν, να προσφέρει στην Ευρωπαϊκή Ενωση έναν πρόεδρο με σημαντικότερη θητεία, έναν ισχυρότερο επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής, ένα δημοκρατικότερο σύστημα ψηφοφοριών και μεγαλύτερα περιθώρια παρέμβασης στα εθνικά κοινοβούλια ή στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά δεν σηματοδοτεί μια αναβαθμισμένη διεθνώς Ευρώπη, ικανή να συμβάλλει αποτελεσματικά στην αποτροπή ή την επίλυση συγκρούσεων, στη διασφάλιση της ειρήνης και στη διάδοση των δημοκρατικών πρακτικών.
Αν, λοιπόν, η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο λειτουργίας για να αναπτυχθούν και να συντεθούν οι πραγματικά τεράστιες δυνατότητες των ευρωπαϊκών χωρών σε όλους τους τομείς, τότε πρέπει να σπεύσουν οι κυβερνήσεις να την επικυρώσουν, πριν οι ευρωπαϊκές και διεθνείς προκλήσεις γίνουν ανυπέρβλητες απειλές για όλους.