E-ONLINE
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΕλλάδαΠολιτικήΟικονομίαΤέχνεςΑθλητισμόςΚόσμοςHOME




Φύλλο Κυριακής
19 - 02 - 2006

ΣΤΗΛΕΣ
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΕΙΟ
ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Αναζήτηση
Με ημερομηνία

ή
Τεύχη Βιβλιοθήκης
Φάκελοι Σαββάτου

Ταυτότητα
Εκδόσεις
Αρχείο
Διάφορα
Επικοινωνία

Βρίσκεστε στο παλαιό site του www.enet.gr

Το www.enet.gr άλλαξε.

Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.

Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.




Μαυριτανία

Πραξικόπημα με ρήτρα δημοκρατίας

Του MOHAMMAD-MAHMOUD OULD MOHAMEDOU*

Το Στρατιωτικό Συμβούλιο για τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία, το οποίο κατέκτησε την εξουσία με πραξικόπημα, διαβεβαιώνει ότι επιδιώκει την αποκατάσταση του κράτους δικαίου. Πράγματι, η Αφρικανική Ενωση και η Δύση, αφού πρώτα καταδίκασαν τους πραξικοπηματίες, ξεκίνησαν άμεσα συνομιλίες μαζί τους. Το καθεστώς του έκπτωτου προέδρου Ουλντ Τάγια έμοιαζε να καταρρέει.

Η τελευταία επέμβαση του στρατού έγινε δεκτή με ανακούφιση από τους Μαυριτανούς. Οι «17 ιππότες» του Στρατιωτικού Συμβουλίου υποσχέθηκαν δικαιοσύνη και αδελφοσύνη.
Η νέα χούντα, που υπόσχεται ότι θα ηγηθεί, απλώς, μιας μεταβατικής εξουσίας, θα οδηγήσει πραγματικά στον εκδημοκρατισμό της χώρας;

Στις 3 Αυγούστου του 2005, ένα πραξικόπημα ανέτρεπε τον μαυριτανό πρόεδρο Μααούγια Ουλντ Σιντ Αχμέντ Τάγια, τη στιγμή που επέστρεφε από την κηδεία του βασιλιά Φαχντ της Σαουδικής Αραβίας. Διαβεβαιώνοντας ότι επιδιώκουν να δώσουν τέλος στην «ολοκληρωτική» ποδηγέτηση και να οδηγήσουν τη χώρα σε πραγματικό εκδημοκρατισμό, οι 17 πραξικοπηματίες του Στρατιωτικού Συμβουλίου για τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία (CMDJ) ανήγγειλαν ότι δεν προτίθενται να παραμείνουν στην εξουσία για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών.

Αναίμακτη παρέμβαση

Στις 7 Αυγούστου σχημάτισαν μεταβατική κυβέρνηση αποτελούμενη από πολιτικούς.

Το νέο καθεστώς διέλυσε το Κοινοβούλιο και δεσμεύτηκε να ηγηθεί μιας μεταβατικής κυβέρνησης που πρέπει να καταλήξει σε «δημοκρατικές εκλογές, ανοιχτές σε όλες τις πολιτικές τάσεις».

Η παρέμβαση του στρατού, που έγινε αποδεκτή με ανακούφιση από το λαό, αλλά με επιφυλάξεις και καταδίκες από τη «διεθνή κοινότητα», θα επιτρέψει στη Μαυριτανία να οδηγηθεί στον πραγματικό εκδημοκρατισμό;

Το πραξικόπημα του Αυγούστου, που έγινε δίχως να χυθεί σταγόνα αίματος, αποτελεί, στην πραγματικότητα, την κατάληξη μιας μακράς και ταραχώδους περιόδου αστάθειας σε αυτή τη χώρα με τον τεράστιο ορυκτό πλούτο και τις υποβόσκουσες εθνικές συρράξεις. Τα σημάδια που προανήγγειλαν το τέλος του αυταρχικού καθεστώτος, το οποίο είχε τη στήριξη της Γαλλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, πλήθαιναν εδώ και πολλά χρόνια.

Κατ' αρχάς, στα 21 χρόνια που βρισκόταν στην εξουσία, ο πρώην συνταγματάρχης Ουλντ Τάγια, ο οποίος έγινε πολιτικός πρόεδρος τον Ιανουάριο του 1992, απέκτησε πολλούς εχθρούς. Η εξαιρετικά προσωποπαγής διαχείριση των πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών και διοικητικών θεμάτων τον απομόνωσε σταδιακά: μόνο μια μειοψηφία, αποτελούμενη από στενούς συγγενείς του, διασπασμένη σε διάφορες φατρίες, επωφελείτο από το σύστημα.

Κατά δεύτερον, ο πρώην πρόεδρος δεν πήρε το μάθημά του από το αποτυχημένο πραξικόπημα της 8ης Αυγούστου του 2003, με επικεφαλής τους ταγματάρχες Σαλέχ Ουλντ Χανένα και Μοχαμέντ Ουλντ Σεϊκχνά. Ηττημένοι, έπειτα από δύο μερόνυχτα μαχών που στοίχισαν τη ζωή σε 16 ανθρώπους στην καρδιά της πρωτεύουσας Νουακσότ, οι αυτουργοί της απόπειρας πραξικοπήματος κατάφεραν να διαφύγουν, αφού πολιόρκησαν, για λίγο, το προεδρικό μέγαρο. Δημιούργησαν το κίνημα των «Ιπποτών της αλλαγής» (Fotarsan el taghyir), το οποίο τρεις φορές απευθύνθηκε στους Μαυριτανούς από τις συχνότητες του δορυφορικού σταθμού Αλ Τζαζίρα. Η σύλληψη, στις 9 Οκτωβρίου του 2004, στον Νότο της χώρας, του Ουλντ Χανένα, δεν ανέκοψε τη στρατιωτική αναταραχή που συνέχιζε να απειλεί το καθεστώς.

Διαζύγιο με το λαό

Ματαιώνοντας την αξίωση του προέδρου Ουλντ Τάγια να εμφανιστεί ως «ενοποιητικό στοιχείο του έθνους», το επεισόδιο σημάδεψε βαθιά την κοινωνία. Κατέρριψε το μύθο του αήττητου που, με την πάροδο των χρόνων, είχε δημιουργηθεί γύρω από τον αρχηγό του κράτους. Κι όμως, αντί να ανταποκριθεί στις ήδη διαψευσμένες προσδοκίες αλλαγής, ο Ουλντ Τάγια, μετά τον Ιούνιο του 2003, ενέτεινε ακόμη περισσότερο τον έλεγχό του πάνω στη χώρα.

Το «διαζύγιο» από το λαό οριστικοποιήθηκε κατά τις προεδρικές εκλογές της 7ης Νοεμβρίου του 2003: λίγες ώρες πριν από την ψηφοφορία, που αναμενόταν να καταλήξει, στη χειρότερη περίπτωση, σε έναν δεύτερο γύρο, δηλαδή σε ήττα του, ο πρόεδρος διέταξε τη σύλληψη του βασικού του αντιπάλου, του πρώην προέδρου Μοχαμέντ Κούνα Ουλντ Χαϊντάλα.

Το καθεστώς άρχισε, λοιπόν, να εκδηλώνει σοβαρά σημάδια πολιτικής αστάθειας, που εκφράστηκαν κυρίως με τη δίκη εναντίον του Ουλντ Χαϊντάλα για απόπειρα ανατροπής του καθεστώτος.

Δύο κυβερνητικοί ανασχηματισμοί, ο πρώτος τον Ιούλιο του 2003, κατά τον οποίο καθαιρέθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες αρκετοί συνεργάτες του Ουλντ Τάγια, και ο άλλος τον Ιούλιο του 2004, που χαρακτηρίστηκε από την αντικατάσταση εννέα υπουργών, ενίσχυσαν την εντύπωση ότι το καθεστώς εισερχόταν σε φάση αναταράξεων.

Επιπλέον, οι αιφνιδιαστικές συλλήψεις που έγιναν στις τάξεις του στρατού τον Αύγουστο του 2004, ενέτειναν την αίσθηση ότι διεξάγεται κυνήγι μαγισσών εναντίον των υπηκόων της ανατολικής περιοχής της χώρας, από όπου κατάγονταν αρκετοί από τους πραξικοπηματίες του 2003. Σε ένα περιβάλλον όπου η φυλετική ταυτότητα έχει συχνά αντιφατικό και εν δυνάμει συγκρουσιακό χαρακτήρα(1), η επικίνδυνη αναβίωση των φυλετικών διαχωρισμών επέτρεπε να περιμένει κανείς το χειρότερο, ακόμη και το ξεκαθάρισμα διαφορών, όπως έγινε στην Υεμένη(2).

Η Λιβύη και η Μπουρκίνα Φάσο, κατηγορούμενες από τις μαυριτανικές αρχές, στις 27 Αυγούστου, ότι διευκόλυναν την προετοιμασία μιας νέας απόπειρας πραξικοπήματος, η οποία όμως απέτυχε, απέρριψαν έντονα τους ισχυρισμούς και απαίτησαν την παρέμβαση της Ενωσης του Αραβικού Μαγρέμπ (UMA) και της Αφρικανικής Ενωσης.

Τρίτο και τελευταίο, στοιχηματίζοντας υπέρ της ενίσχυσης των σχέσεων με το Ισραήλ απέναντι σε έναν από τους πλέον αδιάλλακτους, ως προς το παλαιστινιακό ζήτημα, αραβικούς πληθυσμούς, ο Τάγια ήρθε σε δυναμική αντιπαράθεση όχι μόνο με τις εξαρχής μετριοπαθείς ισλαμικές ομάδες, αλλά και με τη βαθιά Μαυριτανία, η οποία εξέλαβε τη στάση του ως μια προσβολή από έναν «δυτικοποιημένο» πρόεδρο.

Στροφή στο Τελ Αβίβ

Πραγματικά, φτάνοντας στην εξουσία με πραξικόπημα, τον Δεκέμβριο του 1984, ο πρόεδρος Ουλντ Τάγια προέβη σε μια ριζική στροφή της άλλοτε φιλο-ιρακινής εξωτερικής του πολιτικής.

Προς μεγάλη δυσαρέσκεια των εταίρων του Μαγρέμπ (και ιδίως της Λιβύης), τον Νοέμβριο του 1995 σύναψε διπλωματικές σχέσεις με το Τελ Αβίβ, αρχικά προξενικές, που αναβαθμίστηκαν τον Οκτώβριο του 1999 σε επίπεδο πρεσβείας, με την ευκαιρία τελετής που έγινε στην Ουάσιγκτον υπό την αιγίδα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.

Παρά τους στενούς δεσμούς τους με την κοινότητα των ισραηλινών σεφαραδιτών, ούτε το Μαρόκο του Χασάν Β', ούτε η Αλγερία του Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα, ούτε καν η Τυνησία του Ζιν Ελ Αμπιντίν Μπεν Αλί, δεν είχαν τολμήσει να ανοίξουν ισραηλινή πρεσβεία στις πρωτεύουσές τους.

Η νέα εξωτερική πολιτική συνοδεύτηκε από έντονη καταστολή των ισλαμικών κινημάτων: κλείσιμο σαουδαραβικών ισλαμικών κέντρων στη Νουακσότ, συλλήψεις ισλαμιστών της αντιπολίτευσης (ανάμεσά τους ο Τζεμίλ Ουλντ Μανσούρ, δήμαρχος της κοινότητας Αραφάτ, στη Νουακσότ), φυλάκιση πολλών ιμάμηδων, μεταξύ των οποίων ο σεΐχης Μοχαμέντ Ελ Χασέν Ουλντ Ντεντέου (τον οποίο η CMJD απελευθέρωσε στις 4 Αυγούστου του 2005).

Η Μαυριτανία μεταμορφώθηκε, σύμφωνα με τη διεθνή αντίληψη, σε «φιλο-δυτική»(3).

Ενα δισ. δολάρια επενδύθηκαν στη χώρα από εταιρείες αυστραλιανές (κυρίως από τη Woodside Petroleum και τη Hardman Resources) και αμερικανικές (η Halliburton συμμετέχει στη δημιουργία της πετρελαϊκής πλατφόρμας του Τσινγκίτι). Πράγματι, τον Μάιο του 2001, σημαντικά ενεργειακά κοιτάσματα ανακαλύφθηκαν κατά μήκος των ακτών της Νουακσότ.

Στο μέτωπο της οικονομίας, ενώ η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά μετά το 1999 -ο ρυθμός ανάπτυξης αυξήθηκε σε 5% κατά μέσο όρο ετησίως-, πολλοί δείκτες επιδεινώθηκαν ραγδαία: καλπάζων πληθωρισμός, οικονομία ευάλωτη σε εξωγενείς κλυδωνισμούς, αύξηση της εξάρτησης από την εξωτερική βοήθεια, έλλειψη διαφοροποίησης και στενότητα της αγοράς, την οποία επιδείνωσε η αποχώρηση της Μαυριτανίας από την Κοινότητα Δυτικοαφρικανικών Κρατών (Cedeao), απουσία δυναμικής πολιτικής απασχόλησης, η οποία ώθησε πολλούς νέους να εκπατριστούν.

Ακόμη και οι καλές σχέσεις με την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο γνώρισαν σημαντική επιδείνωση. Το 2001, το ΔΝΤ είχε ευνοήσει τη χώρα με παραγραφή σχεδόν του 50% των 2,2 δισ. δολαρίων του χρέους της. Αλλά επέφερε σημαντικό πλήγμα στην αξιοπιστία του καθεστώτος του Ουλντ Τάγια, καθώς αποκάλυψε, με αφορμή τον ετήσιο λογιστικό έλεγχο, πλαστές εγγραφές μεταφοράς πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων στους λογαριασμούς της Κεντρικής Τράπεζας.

Επιπλέον, η Νουακσότ αρνήθηκε στους οργανισμούς του Bretton Woods τη δυνατότητα να επιβλέψουν τη διαχείριση των μελλοντικών πετρελαϊκών εσόδων(4).

Παρά τη ρητορική του περί εκσυγχρονισμού και «καλής διακυβέρνησης», το καθεστώς, στην πραγματικότητα, ναρκοθετήθηκε από τις πελατειακές σχέσεις καθώς και από τη διαπλοκή κεφαλαίου και κράτους.

Δίκες-παρωδία

Οι Μαυριτανοί γνώριζαν πολύ καλά το επιζήμιο κλίμα των τελευταίων ετών της προεδρίας του Ουλντ Τάγια. Αυτό που δεν γνώριζαν ήταν ο εσωτερικός διχασμός στην κορυφή της εξουσίας. Οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις, οι δήθεν συνωμοσίες και οι δίκες-παρωδία, αμαύρωσαν κυρίως το ιδανικό δικαιοσύνης μιας χώρας της οποίας το εθνικό έμβλημα είναι «Τιμή, δικαιοσύνη, αδελφοσύνη».

Τον Αύγουστο του 2005, ένας από τους αυτουργούς του πραξικοπήματος, ο συνταγματάρχης Μοχαμέντ Ουλντ Αμπντελαζίζ, δήλωσε: «Η δικαιοσύνη είναι διεφθαρμένη, στην υπηρεσία του καθεστώτος, και δεν χρησιμεύει παρά μόνο σε αυτό.

»Η δικαστική απόφαση έχει υπαγορευτεί. Αντί να συζητηθεί από ενόρκους, όπως σε όλες τις χώρες του κόσμου, υπαγορεύεται από την προεδρία(5)».

Ποιος θα μιλήσει για τη διάβρωση που επέφερε η κοινωνική αποδόμηση; Χωρίς να επιχειρεί καμιά προσέγγιση με τους εκπροσώπους της αντιπολίτευσης, οι οποίοι πληθαίνουν, ωστόσο, τις χειρονομίες καλής θέλησης και τις άμεσες εκκλήσεις, η εξουσία έχει σκληρύνει υπερβολικά τη στάση της και δεν λειτουργεί, πλέον, παρά με τον καταναγκασμό και, όταν αυτό δεν αρκεί, με κυρώσεις.

Αντίθετα με το τέλος της δεκαετίας του 1990, που σημαδεύτηκε από αυτό το κλίμα αυταρχισμού, η νέα φάση έντασης δεν συνοδεύεται από καμιά πιθανότητα πολιτικής ύφεσης.

Η Μαυριτανία διχάστηκε, έκτοτε, ανάμεσα σε μια μικρή ομάδα οπαδών του «status quo» και τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού, που δεν ήλπιζε πλέον στην αλλαγή.

Το διάλειμμα εκδημοκρατισμού της περασμένης δεκαετίας δεν είναι, πια, παρά μια μακρινή ανάμνηση(6). Το πεδίο συζήτησης και αντιπαράθεσης που ανοίχτηκε, με τους περιορισμούς του, έστω (στο διάστημα 1991-2003 έγιναν κάπου δώδεκα εκλογικές αναμετρήσεις), συρρικνώθηκε μέχρι να εκμηδενιστεί. Η αποτυχία του Ουλντ Τάγια αποτελεί, έτσι, κυρίως αποτέλεσμα μιας αυτοκαταστροφικής διακυβέρνησης.

Οπως παρατηρεί ο Μοχαμέντ Βαλ Ουλντ Ουμέρε, αρχισυντάκτης της μαυριτανικής «La Tribune»: «Κλείνοντας όλες τις πόρτες στη νόμιμη αντιπολίτευση, η εξουσία προκάλεσε ξανά το στρατό να επέμβει(7)».

Αν το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουνίου του 2003 αποτελούσε μια μικρής εμβέλειας εξέγερση, η αλλαγή του Αυγούστου του 2005 αποτελεί προϊόν συναίνεσης της ηγεσίας του στρατού.

Οι «Ιππότες της αλλαγής»

Μετά την ειρηνική αποπομπή του, ο Ουλντ Τάγια εγκαταλείφθηκε γρήγορα από τους δικούς του: την επομένη του πραξικοπήματος, το κόμμα του, το Ρεπουμπλικανικό Δημοκρατικό και Κοινωνικό Κόμμα (PRDS), ανακοίνωσε ότι στηρίζει το CMJD. Ο πρώην πρόεδρος πιθανόν να παραπεμφθεί σε δίκη, ιδίως για τον ρόλο του στις παράνομες εκτελέσεις φυλετικού χαρακτήρα που έγιναν στους κόλπους του στρατού, το 1991.

Πέρα από τις μεταπτώσεις που γνώρισε η χώρα, το πραξικόπημα, που έχει κάτι ασυνήθιστο, καθώς φαίνεται να μην ενορχηστρώθηκε από το εξωτερικό, θα μπορούσε να απορρέει από μια πολιτική κουλτούρα η οποία προσβλέπει στη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Μεγιστοποιώντας την καταπίεση, ο Ουλντ Τάγια, κατά παράδοξο τρόπο, διευκόλυνε τη συμφιλίωση. Σε ανακοινωθέν τους, οι «Ιππότες της αλλαγής» χαιρετίζουν μια πράξη «αναγκαία για την προστασία της χώρας, γεγονός που δεν θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί δίχως τις απόπειρες των δύο προηγούμενων ετών».

Δύο ημέρες μετά την άνοδό του στην εξουσία, το CMJD αποφυλάκισε πολλούς ισλαμιστές που κρατούνταν, δίχως να έχουν δικαστεί, από το καθεστώς του Ουλντ Τάγια. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 2005, απελευθέρωσε τον ταγματάρχη Ουλντ Χανένα και κάπου τριάντα στρατιωτικούς που είχαν συλληφθεί στο πλαίσιο των ανακρίσεων που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα της 8ης Ιουνίου 2003.

Το 2006 πρέπει να διεξαχθεί δημοψήφισμα για την υιοθέτηση νέου συντάγματος, το οποίο θα καθιερώνει προεδρική θητεία ανανεούμενη μόνο για μία φορά.

Επειτα από διαβουλεύσεις με το σύνολο του πολιτικού κόσμου και της κοινωνίας, πρέπει να ακολουθήσουν γενικές εκλογές υπό την επίβλεψη μιας ανεξάρτητης Εκλογικής Επιτροπής και παρουσία ξένων παρατηρητών. Μία διάταξη απαγορεύει στα μέλη του CMJD να συμμετέχουν σε αυτές τις εκλογές ή να υποστηρίξουν οποιονδήποτε υποψήφιο.

Επιπλέον, από τις 26 Αυγούστου του 2005, οι νέες αρχές, υπό την ηγεσία του πρώην συνταγματάρχη Ελι Ουλντ Μοχαμέντ Βαλ, ζήτησαν τη στήριξη του Αναπτυξιακού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (PNUD) ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης. Το καθεστώς τονίζει τη βούλησή του να καταπολεμήσει τη διαφθορά.

Οι διαβουλεύσεις που έγιναν με πολιτικά κόμματα και οργανώσεις υπερνίκησαν τις διεθνείς επιφυλάξεις, ανάμεσά τους και της Αφρικανικής Ενωσης, η οποία καταδικάζει κάθε πολιτική αλλαγή που συντελείται προσφεύγοντας στη βία(8). Μετά την αποπομπή της Μαυριτανίας, η Αφρικανική Ενωση έστειλε στη Νουακσότ αντιπροσωπεία με αποστολή να συζητήσει με το CMJD τους τρόπους επιστροφής στη συνταγματική τάξη.

Κάποια ερωτήματα παραμένουν, ιδίως ποια θα είναι η τύχη όσων κρατούνται λόγω της εμπλοκής τους στα πραξικοπήματα του 2003 και 2004, καθώς και το ζήτημα των μακροπρόθεσμων σχέσεων των νέων αρχών με τους ισλαμιστές(9).

Επιπλέον, η επικείμενη πετρελαϊκή παραγωγή ανοίγει την όρεξη όλων των πλευρών, και αυξάνουν οι πιθανότητες να περάσει η αντιπολίτευση από την παθητική παρατήρηση στη συμμετοχή.

Εντάσεις, ωστόσο, και διαφορές προτεραιοτήτων εκδηλώνονται ανάμεσα στη νόμιμη και την εξόριστη αντιπολίτευση.

Για παράδειγμα, τα κόμματα που λειτουργούν στη Νουακσότ διατύπωσαν πολλές επιφυλάξεις σχετικά με τη συνάντηση ομάδας μαυριτανών αντιπολιτευόμενων στις 10 Αυγούστου 2005 στο Ντακάρ (με τη διακριτική συγκατάθεση του CMJD)(10).

Σε αυτήν, υιοθετήθηκε κοινή διακήρυξη, με την οποία οι υπογράφοντες δεσμεύονται να εγκαταλείψουν τον ένοπλο αγώνα ως μέσο κατάκτησης της εξουσίας.

Πρόσφυγες και δούλοι

Στη Νουακσότ, κάποια κόμματα δυσαρεστήθηκαν με την πρωτοβουλία, την οποία κάποιοι χαρακτήρισαν «ατυχή». Για την εξόριστη αντιπολίτευση, βασικό ζήτημα παραμένει το ανθρωπιστικό έλλειμμα του παλαιού καθεστώτος: αλλά, πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, το ζήτημα αυτό συζητήθηκε κατά τις συναντήσεις των νέων αρχών με εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών.

Πρόκειται, κυρίως, για το θέμα της δουλείας(11) και για τις επιπτώσεις των γεγονότων του 1989(12): περίπου 60.000 πρόσφυγες πελ, σονινκέ και ουολόφ ζουν ακόμη στην αριστερή όχθη του ποταμού Σενεγάλη.

Το πολιτικό μέλλον μοιάζει στο εξής ανοιχτό σε όλες τις πιθανότητες -περιλαμβανομένης και της δημιουργίας μιας Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης, όπως έγινε στο γειτονικό Μαρόκο- έστω κι αν οι συνθήκες με τις οποίες το CMJD θα μπορέσει, χωρίς απρόοπτα, να ολοκληρώσει τη θητεία που όρισε για τον εαυτό του, παραμένουν αβέβαιες. Φαίνεται, πάντως, πως γεννιούνται προοπτικές, τόσο για τον φτωχό πληθυσμό όσο και για την «υπεροπτική» ελίτ.

(Εκτενής εκδοχή αυτού του άρθρου περιλαμβάνεται στο www.monde-diplomatiue.fr)

(1) Βλ. Zekeria Ould Ahmed Salem, «Les Trajectoires d'un Etat-frontiere. Espaces, evolution politique et transformations sociales en Mauritanie», Codesria, Ντακάρ 2005.

(2) Μέλος της Ενωσης του Αραβικού Μαγρέμπ, η Μαυριτανία εξακολουθεί να «σπαράσσεται» από αντιτιθέμενες δυνάμεις: ισλαμιστές κατά εθνικιστών Αράβων, Μαυριτανοί κατά μαύρων, διαμαρτυρόμενα κινήματα των χαρατίνες και γενικά των μαύρων που ομιλούν τη χασάνγια.

(3) Βλ., π.χ., Somini Sengupta, «Mauritania's election pits staunch US ally against five opponents», «New York Times», 8 Νοεμβρίου 2003.

(4) Βλ. Jean-Christophe Servant, «Offensive sur l'or noir africain», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2003.

(5) La Voix de l' Amerique, 7 Αυγούστου 2005.

(6) Το 1991, έπειτα από κοινωνικές εντάσεις και κάτω από την πίεση της διεθνούς κοινότητας, το καθεστώς θέσπισε νέο σύνταγμα και καθιέρωσε τον πολυκομματισμό.

(7) Al-Jazira, 27 Αυγούστου 2004.

(8) «Η υποστήριξη του λαού ελάχιστα ενδιαφέρει, η αλλαγή είναι αντισυνταγματική και την καταδικάζουμε», δηλώνει ο διατελών χρέη προέδρου της Αφρικανικής Ενωσης, Ολουσεκγούν Ομπασάντζο, στις 19 Αυγούστου του 2005.

(9) Daniel Zisenwine, «The military coup in Mauritania: domestic and international implications», «Policy Watch», Νο. 1026, The Washington Institute for Near East Policy, Ουάσιγκτον, 18 Αυγούστου 2005.

(10) Ο πρόεδρος της Σενεγάλης εξέδωσε τους Μαυριτανούς που φέρονταν ως υπεύθυνοι της απόπειρας πραξικοπήματος του Ιουνίου του 2003.

(11) Βλ. Amel Daddah, «Mauritanie, les heritiers de l' esclavage», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος 1998.

(12) Το 1989, οι διεκδικήσεις της νεγρο-αφρικανικής κοινότητας προκάλεσαν μεγάλη ένταση στις σχέσεις με το Ντακάρ: δεκάδες χιλιάδες εξεγερμένοι μαύροι εκδιώχθηκαν προς τη Σενεγάλη, η οποία με τη σειρά της απέλασε 1.000.000 Μαυριτανούς που ζούσαν στη Σενεγάλη. Υπήρξαν βίαιες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

* Αναπληρωτής διευθυντής του Προγράμματος Ανθρωπιστικής Πολιτικής και Ερευνών Συρράξεων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.



LE-MONDE - 19/02/2006


wap.enet.gr

ΚΟΣΜΟΣ
με μια ματιά...



Ε.Ε.





ΒΡΕΤΑΝΙΑ



ΓΕΡΜΑΝΙΑ


ΙΤΑΛΙΑ


ΓΑΛΛΙΑ


ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ


Μ. ΑΝΑΤΟΛΗ


ΙΡΑΚ


ΡΩΣΙΑ


ΗΠΑ


ΘΕΜΑ


ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ


ΦΙΛΙΠΠΙΝΕΣ


ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ 1 ΛΕΠΤΟ




LE MONDE diplomatique




Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.