Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ των πλούσιων και των φτωχών στην εποχή του οικουμενικού νεοφιλελευθερισμού
Τριάντα τόσα χρόνια αφότου άρχισαν να εφαρμόζονται νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ο ταξικός πόλεμος για λογαριασμό των πλουσίων καθίσταται όλο και πιο ανηλεής και πιο άγριος, παρακινώντας τη Ναόμι Κλάιν να χρησιμοποιήσει τα βασανιστήρια ως μεταφορά, στο τελευταίο και πιο δυνατό βιβλίο της «Το δόγμα σοκ: Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής», προκειμένου να στρέψει το ενδιαφέρον και να περιγράψει το πόσο αδίστακτα επανακάμπτει η νεοφιλελεύθερη θεραπεία σοκ.
 Ζούμε σε σκοτεινούς καιρούς και το φάσμα του νεοφιλελευθερισμού και άλλες μορφές απολυταρχισμού κερδίζουν έδαφος σε όλο τον κόσμο (φωτ. Ass. Press) |
Ο δόλιος ταξικός πόλεμος που υποκινήθηκε από τους πλουσίους, με στόχο τους φτωχούς εργαζόμενους και τις μεσαίες τάξεις, δημιουργεί οργουελιανές δυστοπίες, τις οποίες εφημερίδες όπως οι «New York Times» εξυμνούν ως έναν δεύτερο Χρυσό Αιώνα. Κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο, από φιλελεύθερες μέχρι κοινωνικο-δημοκρατικές, προωθούν πολιτικές που μεταβιβάζουν πλούτο από τους πολλούς στους λίγους και διαμορφώνουν τις συνθήκες για τη γέννηση κατεστραμμένων κοινωνιών που σπαράσσονται από τη φτώχεια, την ανεργία, τις κοινωνικές κακουχίες και δυσαρέσκεια, το έγκλημα και την ωμότητα της αστυνομίας. Επί σειρά ετών, εκθέσεις υπερ-κυβερνητικών θεσμών, όπως η Social Watch, η UNICEF και το Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΟΗΕ, επιχειρούν να στρέψουν την προσοχή στις επιδεινούμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ανά τον κόσμο. Διεθνώς αναγνωρισμένες προσωπικότητες από τον χώρο της οικονομίας, όπως ο Γιόζεφ Στίγλιτζ και ο Πολ Κρούγκμαν, καταγγέλλουν την αντιδημοκρατική και ανήθικη ατζέντα της νεοφιλελεύθερης ελίτ.
Με την εξουσία να αποκολλάται σταδιακά από τις παραδοσιακές μεθόδους άσκησης πολιτικής, η δημόσια πολιτική πέρασε βίαια στα χέρια των ελίτ των παγκόσμιων επιχειρήσεων και το κράτος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ατζέντα του κράτους πρόνοιας, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των πλουτοκρατών. Προσηλωμένος στην πεποίθηση ότι η αγορά είναι αυτή που θα πρέπει να καθορίζει τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αποφάσεις, ο νεοφιλελευθερισμός εξαπολύει μια αδιάλειπτη επίθεση στη δημοκρατία, τους δημόσιους θεσμούς, τα δημόσια αγαθά και τις αξίες που δεν εμπορευματοποιούνται. Η ιδιωτικοποίηση, η απορρύθμιση, η εμπορευματοποίηση και οι μειώσεις στις κοινωνικές δαπάνες αποτελούν τον κανόνα, ενώ κραταιά είναι η αντίληψη ότι όλα είναι προς πώληση και όσα δεν είναι, δεν έχουν αξία ως δημόσια αγαθά ή πρακτικές.
Το κράτος-εταιρεία
Με τη συγχώνευση του κράτους με τα εταιρικά συμφέροντα, παρακολουθούμε το τέλος του κοινωνικού κράτους (η Σκανδιναβία, με την ισχυρή της παράδοση στο κράτος πρόνοιας, αντιπροσωπεύει την εξαίρεση στον κανόνα μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, καθώς νεοφιλελεύθερα κόμματα έρχονται στην εξουσία έχοντας προβάλει πολιτικές πρόνοιας) και την ανάδειξη μιας νέας μορφής κράτους που κυβερνάται από τα εταιρικά συμφέροντα, είναι βαθύτατα ευθυγραμμισμένο με τις προσταγές του στρατού και ασκεί όλο και περισσότερο έλεγχο μέσω των φυλακών, των αστυνομικών δυνάμεων και του ποινικού συστήματος δικαιοσύνης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Τζορτζ Μπους επανειλημμένως ασκεί βέτο για μεγάλες δαπάνες που θα χρηματοδοτούσαν την εκπαίδευση, το σύστημα υγείας και προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ με προθυμία υπογράφει νομοσχέδια για την αύξηση των χρηματοδοτήσεων από το Πεντάγωνο για πολεμικούς και μη-πολεμικούς σκοπούς και διαβιβάζει δισεκατομμύρια κρατικών πόρων στον κορβανά ιδιωτικών εταιρειών και ομίλων.
Στην κεντρική, νοτιοανατολική Ευρώπη και σε ολόκληρη την ανατολική, κυβερνήσεις συναγωνίζονται στη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και την ιδιωτικοποίηση όσων περισσότερων κοινωνικών υπηρεσιών μπορούν. Η ίδια η ανώτερη εκπαίδευση αντικαθίσταται όλο και περισσότερο από τους στόχους και τις αξίες της αγοράς. Οι κυβερνήσεις χρηματοδοτούν λιγότερο την τριτοβάθμια εκπαίδευση, προκειμένου να ανοίξουν τον τομέα αυτό στις δυνάμεις της ιδιωτικής αγοράς -μια σύσταση που επί μακρόν έκανε η Παγκόσμια Τράπεζα.
Υπάρχει σαφής συσχετισμός μεταξύ των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και του δείκτη καθείρξεων. Ως η πλέον νεοφιλελεύθερη οικονομία, οι Ηνωμένες Πολιτείες βάζουν στη φυλακή οχτώ φορές περισσότερους πολίτες τους κατά κεφαλήν σε σχέση με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.
Το κράτος υπό τον νεοφιλελευθερισμό δεν εξαφανίζεται τόσο όσο κυρίως αναδομείται ως μια κατασταλτική δύναμη για να παρέχει το ελάχιστο ασφάλειας για τις πλούσιες και προνομιούχες τάξεις, ενώ εστιάζει περισσότερο στο να επιβάλλει την πειθαρχία σε εκείνους τους πληθυσμούς και ομάδες που συνιστούν απειλή για την κυρίαρχη κοινωνική τάξη.
Φτώχεια και καταστολή
Καθώς το κράτος γίνεται κούφιο και οι δημόσιες υπηρεσίες είτε περικόπτονται είτε ιδιωτικοποιούνται, η καταστολή αυξάνεται και αντικαθιστά τη συμπόνια καθώς τα πραγματικά ζητήματα -η μακροπρόθεσμη ανεργία, η φτώχεια, η έλλειψης στέγης, η βία μεταξύ των νέων και η επιδημία των ναρκωτικών- παραβλέπονται προς χάριν πολιτικών που ευνοούν την πειθαρχία, την περιστολή και τον έλεγχο.
Η σημερινή πολιτικο-οικονομική και κοινωνική κουλτούρα ενισχύεται από τον φόβο και την ανασφάλεια σχετικά με το παρόν κι ένας βαθιά εδραιωμένος στον κοινό νου σκεπτικισμός και μια ανησυχία για το μέλλον δίνουν μια πιο φρικτή εκδοχή του παρόντος. Καθώς η πραγματεία του νεοφιλελευθερισμού καταλαμβάνει τη φαντασία του κόσμου δεν υπάρχουν λέξεις για την πολιτική και κοινωνική μεταρρύθμιση, για δημοκρατικά εμπνευσμένα οράματα ή καίριες ιδέες για κοινωνική δράση ώστε να αναπτυχθούν το νόημα και ο σκοπός της δημοκρατικής δημόσιας ζωής. Ιδέες και ελευθερία συνδέονται μέσω της επικρατούσης ιδεολογίας και των αρχών της αγοράς και η κοινή γνώμη αισθάνεται ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Η ελπίδα κατάσχεται.
Τι εξηγεί την άνοδο και κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και πώς μπορούμε να τον θέσουμε υπό αμφισβήτηση;
Οι λόγοι γι' αυτήν την ιστορικά μοναδική και τελείως επαίσχυντη μονόπλευρη ταξική σύγκρουση, η οποία έχει προκαλέσει τόσο ανθρώπινο πόνο και καταστροφή, είναι πολλοί και ποικίλοι. Κυμαίνονται από τις δομικές αλλαγές σε προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες μέχρι τον αντίκτυπο της κατάρρευσης του σοσιαλισμού. Από την απομάκρυνση της εξουσίας από παραδοσιακές μεθόδους της πολιτικής εξαιτίας των επιπτώσεων της αρνητικής πλευράς της παγκοσμιοποίησης μέχρι την εμφάνιση στρατιωτικοποιημένων κρατών, τον εορτασμό του νέου κοινωνικού Δαρβινισμού και έναν συνεχή πόλεμο εναντίον των ταξικών και φυλετικών μειονοτήτων που έχουν γίνει τα ανθρώπινα απόβλητα της παγκοσμιοποίησης. Επιπλέον, η Αριστερά δείχνει να υποφέρει από μια εννοιολογική και πολιτική κρίση, μαστιζόμενη, αφενός, από την ντετερμινιστική σκέψη και αφετέρου, από την άρνηση να στοχαστεί και να αναλύσει την ανάγκη για νέες μορφές ατομικής και κοινωνικής δράσης εντός της γεωγραφίας του διεθνικού καπιταλισμού.
Κεφάλαιο και εργασία
Η αναδιοργάνωση της εργασιακής διαδικασίας έχει αλλάξει σημαντικά τη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Νέα τεχνολογικά και πληροφορικά συστήματα έχουν μεταμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τις εργασιακές σχέσεις, την εργασιακή διαδικασία και την εισοδηματική κατανομή εντός ενός πλαισίου παραμέτρων που καθορίζονται από τις κυρίαρχες μορφές του εταιρικού κεφαλαίου. Οι παλιός ταξικός διαχωρισμός μεταξύ σταθερής βιομηχανικής εργασίας και βιομηχανικού κεφαλαίου δεν καθορίζει πλέον τις βασικές σχέσεις στην κοινωνία. Η αύξηση της προσωρινής εργασίας και οι μαζικές περικοπές στα ιδιωτικά εταιρικά και κρατικά επιχορηγούμενα προγράμματα δεν μπορούν ν' αντιμετωπιστούν από ένα μειοψηφικό εργατικό κίνημα, και ιδίως όχι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτές οι αλλαγές αλλοίωσαν βαθιά την ισορροπία μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Και απαιτούν νέους τρόπους θεωρητικής ανάλυσης και ερωτήματα για το πώς μπορούν να οικοδομηθούν ένα νέο «ιστορικό μπλοκ» και κοινωνικά κινήματα για τον 21ο αιώνα.
Τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού εξασφάλισαν επίσης οι ιστορικές πολιτικές διαμάχες -πολλές από τις οποίες χάθηκαν και κάποιες από τις οποίες κερδήθηκαν υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες-, η πνευματική πτώχευση πολλών διανοουμένων που όλο και περισσότερο αρνούνται να μιλήσουν και ν' ασχοληθούν με την άδικη κοινωνική τάξη πραγμάτων και η συνθηκολόγηση πρώην αριστερών μπροστά στη φαινομενικά σαρωτική παρουσία του καπιταλισμού.
Η μεγάλη αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού μπορεί να έλθει μόνο μέσα από την εκ νέου διεκδίκηση μιας γλώσσας εξουσίας, πολιτικής και ηθικής που να μπορεί να εξετάσει τις επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων στην εργασία, το περιβάλλον και όλους αυτούς τους τομείς και χώρους στους οποίους οι δημοκρατικές ταυτότητες και οι σχέσεις εξουσίας είναι ουσιαστικής σημασίας για βιώσιμες μορφές πολιτικής δράσης. Οι δάσκαλοι και οι διανοούμενοι πρέπει να συνδέσουν τη μάθηση με την κοινωνική αλλαγή, αναγνωρίζοντας ότι κάθε σφαίρα της κοινωνικής ζωής είναι ανοιχτή στην πολιτική δράση.
Οι ιδεολογίες και η κοινωνική ευφροσύνη του νεοφιλελευθερσιμού πρέπει να αμφισβητηθούν από τη δημιουργία νέων δημόσιων σφαιρών, τόπων και χώρων οι οποίοι σφυρηλατούν τη γνώση, τις αναγνωρίσεις, τις συναισθηματικές επενδύσεις και τις κοινωνικές πρακτικές, απαταραίτητες για τη δημιουργία πολιτικών θεμάτων και κοινωνικών παραγόντων ικανών για τη διεύρυνση και την εμβάθυνση της επαναστατικής δημοκρατίας. Το σχολείο, ο χώρος εργασίας, η αγορά, ο πολιτιστικός χώρος πρέπει να μπολιαστούν με κριτική συνείδηση και κριτική και πρακτική ενασχόληση με παρούσες κοινωνικές συμπεριφορές, καθημερινών πρακτικών και διαρθρώσεων οργανισμών.
Δημοκρατία=αγορά
Για να αντιμετωπιστούν οι θανάσιμες πολιτικές της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, ένα υπερεθνικό δημοκρατικό κίνημα πρέπει να δημιουργηθεί, το οποίο όχι μόνο να αναγνωρίζει την εναλλασσόμενη φύση της παγκοσμιοποίησης, υπό τις επιταγές του καπιταλισμού, αλλά επίσης να παρέχει αυτές τις φόρμες εκπαιδευτικής ελπίδας, που προσφέρει το έδαφος για τη δημιουργία διανοουμένων δημόσιας προβολής και κοινωνικών κινημάτων ικανών να συνδέσουν την εκπαίδευση με την κριτική δράση και τη σύνδεση της μαθησιακής διαδικασίας με τους ευρύτερους παγκόσμιους προβληματισμούς και τα κοινωνικά θέματα.
Στη διαλεκτική του νεοφιλελευθερισμού, η δημοκρατία γίνεται συνώνυμη της ελεύθερης αγοράς, ενώ θέματα ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και ελευθερίας χάνουν κάθε ουσιαστικό νόημα και χρησιμοποιούνται για να μειώνονται όσοι υποβάλλονται σε κοινωνικό αποκλεισμό και τιμωρία από το ίδιο το σύστημα.
Η προσωπική συμφορά, όπως και η ίδια η δημοκρατία, θεωρείται πλέον υπερβολή ή ανάγκη επαναστατικής αναχαίτισης. Η δημοκρατία ως ηθική αναφορά και ταυτοχρόνως ως υπόσχεση ενός καλύτερου μέλλοντος είναι πολύ σημαντική για να εκχωρηθεί στους υπέρμαχους του φιλελευθερισμού και άλλους φονταμενταλιστές. Η δημοκρατία ως θεωρία, πρακτική, και υπόσχεση καλύτερου μέλλοντος πρέπει να υπόκειται σε κριτική, να γίνεται αντικείμενο αγώνων και να ανανεώνεται εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τα συμφέροντα της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ανανέωσης του εργατικού κινήματος όπως επίσης και για την οικοδόμηση εθνικών και διεθνών κοινωνικών κινημάτων, για τον αγώνα κοινωνικού κράτους και την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε την ιεραρχία, την αδικία και την ισχύ ως δεσπόζουσες αρχές στην εποχή του άκρατου νεοφιλελευθερισμού. Η δημοκρατία έχει ανάγκη να αποκτήσει εκ νέου την ουσία της και να υποστεί ριζικές αλλαγές στο πλαίσιο ενός ευρύτερου εγχειρήματος, στο οποίο η δημοκρατία θεωρείται πεδίο έντονης διαμάχης για θέματα παρουσίασης, συμμετοχής και συμμετοχικής εξουσίας. Διακυβεύονται πολλά και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ένα τέτοιο εγχείρημα. Ζούμε σε σκοτεινούς καιρούς και το φάσμα του νεοφιλελευθερισμού και άλλες μορφές απολυταρχισμού κερδίζουν έδαφος σε όλο τον κόσμο. Πρέπει να σκεφτούμε εκ νέου την έννοια της πολιτικής της δημοκρατίας, να πάρουμε ρίσκα και να εξασκήσουμε το θάρρος μας, ώστε να διεκδικούμε τις παιδαγωγικές συνθήκες, τις ιδέες και τα οικονομικά εγχειρήματα που κάνουν την υπόσχεση μιας δημοκρατίας και ενός διαφορετικού μέλλοντος άξια οραματισμού και αγώνα.
* Ο Henry Giroux είναι καθηγητής στην έδρα Global Television Network στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο McMaster στον Καναδά και ηγετική φυσιογνωμία στον χώρο της ριζοσπαστικής παιδαγωγικής και των πολιτιστικών σπουδών. Ο Χρόνης Πολυχρονίου δίδαξε για πολλά χρόνια ως καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ και είναι ακαδημαϊκός διευθυντής στο Mediterranean College - University of Teeside στην Αθήνα.