«Αδύνατο!». Μονολεκτικά, απλά και ξεκάθαρα, ο Γουάν Γιουντάο, διασημότητα του κύκλου των κινέζων αντιφρονούντων που έκανε ακαδημαϊκή καριέρα στις ΗΠΑ όπου αυτοεξορίστηκε το 1994, απέρριψε κάθε προσδοκία ότι οι Ολυμπιακοί του Πεκίνου θα αλλάξουν τα δεδομένα στη χώρα του.
Ο πενηντάρης Γιουντάο βρέθηκε στο επίκεντρο του δυτικού δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, όπως και πολλοί άλλοι κινέζοι αντιφρονούντες με «θητεία» στην Τιεν Αν Μεν και τις κινεζικές φυλακές, λόγω της αδημονίας της Δύσης να προβλέψει τι θα μπορούσε να αλλάξει στην Κίνα μετά την ολυμπιακή εμπειρία της.
Μια αδημονία που αναζήτησε διεξόδους σε συνεντεύξεις αντιφρονούντων, οικονομολόγων και πολιτικών αναλυτών, οι εκτιμήσεις των οποίων δείχνουν να συγκλίνουν τελικά, προς τη μονολεκτική απάντηση που έδωσε ο Γουάν Γιουντάο.
Αν όχι αδύνατη, λοιπόν, μια καθεστωτική αλλαγή στην μετά-ολυμπιακή Κίνα, θεωρείται τουλάχιστον δύσκολη, καθώς είναι ξεκάθαρο ότι περισσότερο η συντηρητική Δύση ενδιαφέρεται για τον εκδημοκρατισμό του κινεζικού κομμουνισμού παρά η πλειονότητα αυτού του λαού. Μέσα από την ολυμπιακή άμιλλα το Πεκίνο αναθερμαίνει τον μεθοδικά καλλιεργημένο εθνικισμό του πληθυσμού: Το 86% υποστηρίζει το ΚΚ Κίνας, σύμφωνα με δυτικές δημοσκοπήσεις (Pew Global Attitudes).
Κινέζικος εθνικισμός
Ετσι, η περίπτωση της Νότιας Κορέας, όπου, μετά τους Ολυμπιακούς του 1988 είχαμε σε ανατροπή της δικτατορίας του Τσουν Ντου Χουάν, δεν δείχνει ότι μπορεί να επαναληφθεί σε μια κινεζική εκδοχή.
«Ακόμη και μια μεγάλη συγκομιδή μεταλλίων από τους κινέζους αθλητές θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σημείο τριβής με τη Δύση, αν κάποιοι αμφισβητούσαν την εγκυρότητα των Αγώνων, προσβάλλοντας τα εθνικιστικά αισθήματα των Κινέζων», εκτιμά ο Ιαν Μπρέμερ, πρόεδρος του Ευρασιατικού Ομίλου, μιας αμερικανικής δεξαμενής σκέψης με ισχυρή πολιτική επιρροή.
Το σίγουρο είναι ότι κανείς στη Δύση δεν θέλει πραγματικά μια Κίνα σε κρίση, κι αυτό αποδεικνύεται τόσο από την πολιτική της διεθνούς κοινότητας απέναντι στον «προελαύνοντα Δράκο» όσο και από την ανάπτυξη των δυτικών επιχειρηματικών στρατηγικών απέναντι στην κινεζική οικονομία.
Τόσο η παρουσία ξένων ηγετών κατά την τελετή έναρξης των Αγώνων -γεγονός που «μεγάλωσε την πικρία των αντιφρονούντων»- όσο και η ελπίδα των δυτικών οικονομολόγων να μην επαναληφθεί η ιστορικά διαπιστωμένη οικονομική ύφεση που κατά κανόνα έπεται των Ολυμπιακών Αγώνων, αποκαλύπτουν τις ενδόμυχες επιθυμίες της Δύσης για τη μετα-ολυμπιακή πορεία της κόκκινης αυτοκρατορίας.
Οικονομική ισορροπία
Με δεδομένο ότι σήμερα η Κίνα αποτελεί το μεγαλύτερο εξαγωγέα φθηνών καταναλωτικών προϊόντων, μια οικονομική ύφεση εκεί θα γινόταν αισθητή στις παγκόσμιες αγορές, με αποτέλεσμα ακόμη και φανατικοί υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης να την απεύχονται διότι «θα αποσταθεροποιούσε περισσότερο την ήδη προβληματική διεθνή οικονομία» (κατά τον Ρόμπερτ Βαν Μπάτενμπουργκ, οικονομολόγο της νεοϋορκέζικης κεφαλαιαγοράς).
Οσοι εκτιμούν ότι με το πέσιμο της αυλαίας των Αγώνων θα ανοίξει η αυλαία της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης στην Κίνα, κυρίως διαβλέπουν αύξηση της πολιτικής ανυπακοής εκεί, εκδήλωση τρομοκρατικών χτυπημάτων, όξυνση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης (η Κίνα διαθέτει πέντε από τις δέκα πιο μολυσμένες πόλεις του κόσμου) και, φυσικά, ξεφούσκωμα της φούσκας των ολυμπιακών επιχειρήσεων και επενδύσεων, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ακαθάριστου προϊόντος.
Ειδικά, όμως, οι αναλυτές θυμίζουν ότι για τις ανάγκες των Αγώνων η κινεζική εξουσία έδωσε μεγάλο βαθμό ελευθερίας στις επικοινωνιακές υποδομές της (Ιντερνετ, κινητή τηλεφωνία, δορυφορικά δίκτυα), γεγονός που αυξάνει τη δυνατότητα οργάνωσης της πολιτικής ανυπακοής.
Απόλυτος έλεγχος
Το ερώτημα είναι αν μεταξύ του 1,3 δισ. σκληρά εργαζόμενων μισθωτών ή αναδυόμενων επιχειρηματιών και γενικώς καταπιεσμένων αλλά απολύτως υπάκουων πολιτών υπάρχει ο κόσμος που όχι μόνο θέλει αλλά και μπορεί να οργανωθεί: η κινεζική εξουσία, με την επιχειρηματική συνεργασία διεθνών και αμερικανικών τηλεπικοινωνιακών φορέων όπως οι Google, Yahoo, Microsoft και Cisco ελέγχει πλήρως το ψηφιακό της πεδίο, κι έχει αποδείξει πόσο καλά μπορεί να ελέγχει τις μάζες μέσα από αυτό.
Παράδειγμα η περίπτωση της κινεζο-ιαπωνικής κρίσης το 2005 για τα μαθητικά βιβλία, που απέδειξε ότι η κινεζική κυβέρνηση μπορεί το ίδιο γρήγορα να κινητοποιήσει τις μάζες ή να τις στείλει στον καναπέ, απλώς ρυθμίζοντας το κουμπί του εθνικιστικού αισθήματος. Οπως λέει ο κοινωνιολόγος του βρετανικού πανεπιστημίου Νόργουιτς, Ν. Μπάτρα, «το Κ.Κ. της Κίνας μπορεί να αυξομειώνει τον ενθουσιασμό των μαζών μέσω του εθνικισμού, όπως το κάνει τώρα με τους Αγώνες. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς θα διαχειριστεί αυτόν τον εθνικισμό μετά τους Αγώνες».
Την απάντηση, λακωνικά, ξεκάθαρα κι άμεσα, είχε δώσει παλαιότερα η «Γουόλ Στριτ Τζέρναλ»: «Οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί δεν είναι πλέον αθλητική κι εμπορική φαρσοκωμωδία αλλά μηχανισμός πολιτικής και κοινωνικής διαχείρισης».
Με άλλα λόγια, κερδίζοντάς τους, παρά τις χαμηλές επιδόσεις της στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η μετα-ολυμπιακή κινεζική εξουσία σίγουρα ενισχύεται.