Σήμερα, αρχές του 21ου αιώνα, η «μεγάλη Αθήνα» -η Αθήνα του Λεκανοπεδίου, του Θριασίου και των Μεσογείων, δηλαδή των 100 και πλέον δήμων και κοινοτήτων με τα 4 εκατ. κατοίκους- συνεχώς επεκτείνεται καταλαμβάνοντας νέους γεωγραφικούς χώρους, χωρίς ίχνος πολεοδομικής πολιτικής. Με αυτόν τον τρόπο προοδευτικά χάνει και την κοινωνική της συνοχή, που ήταν ένα από τα πλεονεκτήματα του τρόπου συγκρότησής της.
Ταυτόχρονα, με προκλητικά απούσα την πολιτεία από κάθε έννοια σχεδιασμού ή έστω προβληματισμού για τη μελλοντική δομή της πόλης, καθώς και του επιθυμητού επιπέδου ζωής των κατοίκων της, οι περιβαλλοντικοί δείκτες σταδιακά αλλά αμείλικτα επιδεινώνονται.
Λαμβάνοντας υπόψη μας από τη μέχρι σήμερα εμπειρία ότι ένα οποιοδήποτε «νέο» ρυθμιστικό σχέδιο ανάπτυξής της από μόνο του δεν θα έδινε λύσεις για τα πάντα, επανέρχεται στο προσκήνιο η ανάγκη εφαρμογής μιας τομεακής έστω πολιτικής: η διάσωση των τελευταίων μικρών, μεσαίων και μεγάλων κοινόχρηστων χώρων, με στόχο τη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου πρασίνου σε επίπεδο μητροπολιτικής Αθήνας. Ενα δίκτυο που θα ενώνει τους ορεινούς όγκους με τις ακτές του Σαρωνικού και θα περνά μέσα από τον πυκνοδομημένο ιστό της πόλης, με εκτεταμένες πεζοδρομήσεις και δενδροφυτεύσεις.
Τέτοιοι χώροι υπάρχουν ακόμα και αντιστέκονται. Ομως, καθημερινά απειλούνται από την «αξιοποίησή» τους, από την έστω και «λελογισμένη» εμπορευματοποίησή τους.
Μετά την απώλεια της Πάρνηθας, για την περιβαλλοντική προστασία της Αθήνας δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια υποχωρήσεων. Μόνο σχέδια δράσης και πολιτικές δεσμεύσεις.
* Καθηγητής Αρχιτεκτονικής Σχολής, αντιπρύτανης του Ε.Μ. Πολυτεχνείου