Του ΧΡ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ*
Η έρευνα της VPRC ανέδειξε τον έντονο σκεπτικισμό που διαπερνά την ελληνική κοινή γνώμη σχετικά με τη δίκη της 17Ν.
Παρατηρείται προβληματισμός για τους όρους διεξαγωγής της («δίκαιη δίκη»), διχασμός για το χαρακτήρα των εγκλημάτων («ποινικό ή πολιτικό έγκλημα»), αμφιβολία για την απόδοση της αρχηγίας (άρα και της ηθικής αυτουργίας) στον Αλ. Γιωτόπουλο. Ακόμη και στο ερώτημα αν οι κατηγορούμενοι είναι ένοχοι ή αθώοι, το ποσοστό των πολιτών που τους θεωρεί «σίγουρα ένοχους» φτάνει μόλις το 54%.
Τα ποσοστά της έρευνας οδηγούν σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: τα κεντρικά διακυβεύματα της «δίκης του αιώνα», για τα οποία μάλιστα οργανώθηκαν και υλοποιήθηκαν τεράστιες επικοινωνιακές προσπάθειες, δεν πέτυχαν παρά μια οριακή και συνεπώς ελλιπή κοινωνική νομιμοποίηση. Και αποτέλεσμα αυτού είναι η γενική δυσαρέσκεια από τον τρόπο που τα ελληνικά ΜΜΕ κάλυψαν την υπόθεση της τρομοκρατίας από το καλοκαίρι του 2002 έως σήμερα, αλλά και το χαμηλό, όπως εξελίχθηκε, ενδιαφέρον για τη δίκη και την εξέλιξή της.
Η επιφυλακτική στάση της ελληνικής κοινής γνώμης απέναντι στη δίκη έχει διαφορετικές και αντιφατικές αφετηρίες. Βλέπει κανείς αφετηρίες «αριστερές», που καταγράφουν ανησυχίες για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, αλλά και αφετηρίες «δεξιές», που υποκρύβουν την άποψη ότι η 17Ν δεν έχει ακόμη συλληφθεί. Διακρίνει κανείς την επιφυλακτικότητα μιας μερίδας μητροπολιτικής νεολαίας που (τείνει να) οικειοποιείται τη βία ως μέσο έκφρασης, αλλά και την επιφυλακτικότητα που απορρέει από τα σύνδρομα συνωμοσίας και καχυποψίας που διαπερνούν άλλες κοινωνικές ομάδες. Εντυπωσιάζει, ωστόσο, το γεγονός ότι σε μια έρευνα κοινής γνώμης για ένα τέτοιο θέμα, που το συνηθέστερο είναι οι ερωτώμενοι να αναπαράγουν τον κυρίαρχο ιδεολογικο-πολιτικό λόγο και τα στερεότυπά του, βρέθηκαν τόσο οριακά ποσοστά αποδοχής του.
Η επιφυλακτική τοποθέτηση της κοινής γνώμης απέναντι στη δίκη δεν νομιμοποιεί βεβαίως την ίδια την οργάνωση και τις πρακτικές της. Θέτει όμως με σαφήνεια το ζήτημα της δημοκρατικής διαφάνειας στη διαχείριση τέτοιων κρίσιμων υποθέσεων, καθώς και το ζήτημα της έλλειψης στη χώρα μας ενός υπεύθυνου δημόσιου διαλόγου για μείζονα θέματα, πέραν των πολιτικών και επικοινωνιακών προτεραιοτήτων.
* Πρόεδρος της VPRC