Τριάντα χρόνια μετά τον σεισμό των 6,5 Ρίχτερ, με τους 49 νεκρούς, στις 20 Ιουνίου 1978, στη Θεσσαλονίκη, εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές αδυναμίες στη διασφάλιση εφαρμογής των σχεδίων ετοιμότητας και στον έλεγχο αξιοπιστίας τους.
 Θεσσαλονίκη 1978. Οι πληγές που άνοιξαν τα 6,5 Ρίχτερ ακόμα δεν έχουν κλείσει... |
Τρεις διακεκριμένοι επιστήμονες του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που πήραν μέρος τότε στις επιτροπές αντιμετώπισης των συνεπειών του σεισμού, κάνουν έναν απολογισμό τι επακολούθησε από τότε μέχρι σήμερα, τόσο στην εξέλιξη της επιστήμης όσο και στην πρόληψη και αντιμετώπιση των καταστροφών από τους σεισμούς. Είναι οι ομότιμοι καθηγητές, Γεωφυσικής, σεισμολόγος Βασίλης Παπαζάχος, Πολιτικών Μηχανικών, Γιώργος Πενέλης, και ο καθηγητής του τμήματος Γεωλογίας, Δημοσθένης Μουντράκης.
Παρότι η προσεισμική ενίσχυση των κατασκευών αποτελεί την πλέον αποτελεσματική προσέγγιση του προβλήματος της μείωσης του σεισμικού κινδύνου, στη χώρα μας το όλο πρόγραμμα επέμβασης σε κτίρια υψηλής ευαισθησίας καρκινοβατεί ανεπίτρεπτα, υπογραμμίζει ο Γ. Πενέλης. Παρά την αποτελεσματικότητά της, η προσεισμική ενίσχυση των κατασκευών προσκρούει σε ανυπέρβλητα οικονομικά εμπόδια, προσθέτει. Κάτι που, όπως σημειώνει, παρατηρείται διεθνώς.
Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε το έναυσμα για την έρευνα στην πρόγνωση των σεισμών, υπογράμμισε ο Β. Παπαζάχος. Μια έρευνα που, όπως σημειώνει, οδήγησε στην πρόγνωση, από τον ίδιο και την επιστημονική του ομάδα, του ισχυρού σεισμού των Κυθήρων, μεγέθους 6,9 Ρίχτερ, στις 8 Ιανουαρίου του 2006. Υπήρξε επίσης η βασική αιτία κατασκευής του κεντρικού σεισμολογικού σταθμού Θεσσαλονίκης και επτά περιφερειακών σταθμών, καθώς και της προμήθειας του εξοπλισμού τους. Η εμπειρία που αποκτήθηκε από τον σεισμό του 1978 οδήγησε στην καλύτερη και περισσότερο ολοκληρωμένη προσέγγιση όλων των ισχυρών σεισμών, που εκδηλώθηκαν στο χερσαίο ελληνικό χώρο τα χρόνια που ακολούθησαν, υπογραμμίζει ο Δ. Μουντράκης.
Γεωγραφία των ρηγμάτων
Συνδυασμένες γεωλογικές και σεισμολογικές έρευνες είχαν αντικείμενα τους σεισμούς του Αλμυρού-Βόλου (1980, 6,5 Ρ.), Αλκυονίδων (1981, 6,7 Ρ.), Καλαμάτας (1986, 6,0 Ρ.), Κοζάνης-Γρεβενών (1995, 6,6 Ρ.), Πάρνηθας (1999, 5,9 Ρ.). Στις έρευνες αυτές προσδιορίστηκαν και χαρτογραφήθηκαν τα σεισμογόνα ρήγματα, μελετήθηκε η γεωμετρία και η κινηματική τους, καθώς επίσης η δευτερογενής δραστηριοποίηση άλλων μικρότερων ρηγμάτων στους σεισμογόνους χώρους αυτών των σεισμών.
Τέλος, η εμπειρία αυτή συνέβαλε στο να μελετηθούν με τις ίδιες μεθοδολογίες και άλλα ενεργά ρήγματα του ελληνικού χώρου για τα οποία δεν υπάρχουν ιστορικά δεδομένα για τη γένεση ισχυρών σεισμών σε αυτά.
Στα παραπάνω θ' αναφερθούν λεπτομερώς οι τρεις επιστήμονες σε εκδήλωση με τίτλο: «30 χρόνια μετά τον σεισμό της Θεσσαλονίκης», που διοργανώνει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 20 Ιουνίου, στις 9.30 το πρωί, στην Αίθουσα Τελετών του παλιού κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.