Στο Αουσβιτς, η αναμονή του θανάτου και η ελπίδα της ζωής βάδιζαν χέρι χέρι, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Δύο χρόνια της ζωής της πέρασε στο κολαστήριο η Κολόμπα Τζιβρέ.
 Κολόμπα Τζιβρέ, 12 χρόνων την πήραν στο Αουσβιτς: «Ηταν τύχη που γλιτώσαμε από τα πειράματα» |
Ηταν το νούμερο Δ 44949. Μαζί με τις δύο μεγαλύτερες αδερφές της, έβλεπαν επί ένα χρόνο τον καπνό να βγαίνει ασταμάτητα από τις ψηλές καμινάδες, χωρίς να ξέρουν τι γίνεται εκεί. «Αλλά ήταν εκείνη η απαίσια μυρωδιά...». Κάθε τόσο, οι Γερμανοί έπαιρναν τις γυναίκες. «Νομίζαμε ότι τις πήγαιναν σε κάποιο άλλο εργοστάσιο για δουλειά, γιατί δεν γύριζαν πίσω». Ηταν ένα μικροκαμωμένο κορίτσι, 12 χρόνων.
Εξήντα χρόνια μετά, η Κ.Τζιβρέ μιλάει στον δημοσιογράφο που κάθεται απέναντί της. Τον κοιτάζει. Τα μάτια της, όμως, βλέπουν άλλες εικόνες.
Ζούσαν στο Διδυμότειχο. Από κει τους άρπαξαν οι Γερμανοί το '43. Οι τρεις αδερφές, οι γονείς και τα δίδυμα. Ενα αγόρι κι ένα κορίτσι, 2,5 χρόνων. Τους στοιβάξανε στα βαγόνια και το τρένο ξεκίνησε. «Μεγάλο ταξίδι. Εμείς, ώς τότε, μόνο μέχρι την Αλεξανδρούπολη είχαμε πάει». Στο Αουσβιτς, η μητέρα της την έσπρωξε να πάει με τις αδερφές της, με τις γυναίκες. Εκείνη κράτησε τα δίδυμα. «Δεν τους ξαναείδαμε ποτέ. Εγκυες και μητέρες με μικρά παιδιά δεν έμπαιναν στο Αουσβιτς. Τους πήγαιναν κατ' ευθείαν στα κρεματόρια».
Τις πήγαν στο μπλοκ 8. Εκεί, μια Πολωνέζα τις πήρε υπό την προστασία της. Τις έκρυβε κάθε φορά που έρχονταν οι Γερμανοί για το «σελεκσιόν» (σ.σ.: την επιλογή αυτών που θα οδηγούνταν στα κρεματόρια). «Κρυβόμασταν μέσα στα χαντάκια της αποχέτευσης και όπου αλλού βρίσκαμε». Αλλά δεν προλάβαιναν πάντα και πολλές φορές τα τρία κορίτσια έμπαιναν στη σειρά. «Δεν μπαίναμε ποτέ η μία πίσω από την άλλη. Επαιρναν μία στις τέσσερις ή μία στις τρεις. Κάθε μέρα περιμέναμε τον θάνατο. Ηταν θαύμα πως σωθήκαμε», λέει και χτυπάει δυο-τρεις φορές με το χέρι της το ξύλινο τραπέζι του σαλονιού. Το ήδη μικροκαμωμένο κορίτσι φαινόταν ακόμη πιο μικρό από τις κακουχίες και κινδύνευε να οδηγηθεί στα κρεματόρια, επειδή θα θεωρούνταν «μη παραγωγική». «Σε κάθε "σελεκσιόν", οι αδερφές μου μού τσιμπούσαν τα μάγουλα, για να κοκκινίσουν». Αλλά και ένα κρυολόγημα ήταν αιτία εκτέλεσης. «Ενα σπυράκι να είχες, μια πληγή, σ' έπαιρναν. Γι' αυτό άλλες φορές μας βάζανε στην ουρά ντυμένες κι άλλες φορές γυμνές. Αλλες φορές μάς άφηναν γυμνές 24 ώρες μέσα στα μπλοκ, επειδή είχε ψείρα εκεί. Μέσα στο κρύο. Με -10».
Το μικρό της ανάστημα, όμως, τη βοήθησε αρκετές φορές. Οπως όταν τις πήγαιναν για να κουβαλήσουν πέτρες.
«Ημουν η πιο αδύνατη, σαν σκελετός. Εβρισκα λοιπόν μια μεγάλη πέτρα και κρυβόμουν από πίσω. Οταν μας μάζευαν, έβγαινα και πήγαινα με τις άλλες». Οχι όμως συχνά. «Μας έβαζαν μέσα στους βάλτους μέχρι τη μύτη. Βγάζαμε χόρτα, που τα έκαναν σανίδια για τα μπλοκ». Και μετά, και πάλι στη σειρά για την επιλογή. «Κάθε μέρα περιμέναμε τον θάνατο. Δεν ήταν μόνο τα κρεματόρια. Εκαναν και πειράματα εκεί. Ηταν τύχη που γλιτώσαμε από τα πειράματα».
Ως παιδί, το αυτί της άρπαζε λέξεις. «Αρπαξα λίγα γερμανικά και λίγα πολωνικά». Αυτό τη βοήθησε. «Μ' έκαναν διερμηνέα, αγγελιοφόρο και μ' έστελναν για θελήματα. Μ' έβαζαν στην πύλη, που έρχονταν οι άλλες για να μεταφράζω τις διαταγές της αξιωματικού. Μια ψηλή, γεμάτη Γερμανίδα, που τη λέγαμε ο Χάρος». Τα λίγα γερμανικά που έμαθε εκεί την οδήγησαν στο στρατόπεδο Βάις Βάσε. «Ηταν εργοστάσιο της Τελεφούνκεν. Πήραν εμάς και άλλες από μακρινές χώρες. Δεν ήθελαν να έχουν εκεί από την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και κοντινές χώρες».
Το '45 οι σύμμαχοι πλησίαζαν. Τα κρεματόρια όμως δεν σταμάτησαν να δουλεύουν. «Στο τελευταίο "σελεκσιόν", πήραν 800 άτομα από κάθε μπλοκ. Αφησαν 4-5, γιατί τα κρεματόρια είχαν γεμίσει και δεν χωρούσαν άλλους». Η μία αδερφή άρπαξε το χαρτί από το χέρι του Γερμανού και το 'σκισε. Μετά έτρεξαν και κρύφτηκαν.
Τους απελευθέρωσαν οι Ρώσοι. Τα τρία κορίτσια επέστρεψαν στο Διδυμότειχο, αλλά εκεί βρήκαν τη φρίκη του Εμφύλιου. Τον πατέρα τους, τον απελευθέρωσαν οι Αμερικανοί. Κλονίστηκε όμως η υγεία του. «Σε όλη την Ευρώπη δίνουν σύνταξη στα θύματα του Ολοκαυτώματος. Εδώ όχι».
Η Κ. Τζιβρέ προσπάθησε, αλλά δεν μπορεί ακόμη να δώσει απάντηση στη φρίκη. Και μάλιστα, από έναν λαό τόσο καλλιεργημένο. «Γιατί τόση κακία; Τι φταίγανε τα μωρά, τα παιδιά»; Ξαναπήγε όμως στο Αουσβιτς, παρά το ότι δεν ήθελε, για χάρη του συζύγου της. Το ίδιο αισθάνεται και για τις ταινίες. «Και θέλω και δεν θέλω να τις δω. Αυτά που βλέπετε στο σινεμά και διαβάζετε στα βιβλία είναι πολύ λίγα μπροστά σ' αυτά που έζησε ένα παιδί στα 12 του χρόνια».