Είκοσι δύο μήνες μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών, κυβέρνηση και δικαιοσύνη, όπως όλα δείχνουν, επιχειρούν να κρατήσουν την υπόθεση στο σκοτάδι.
 Χορό παρανομιών στις «νόμιμες» παρακολουθήσεις από την ΕΥΠ, εντοπίζει η ΑΔΑΕ |
Η δικογραφία οδεύει ολοταχώς (και τυπικά) προς το αρχείο, αφού σε κανέναν δεν αποδόθηκαν ποινικές ευθύνες, τα θύματα των υποκλοπών ματαίως αναζητούν πληροφόρηση από τα στοιχεία του φακέλου και η κυβέρνηση, που επιθυμεί διακαώς να κλείσει οριστικά το θέμα, δεν έκανε τίποτα μέχρι σήμερα για να ενισχύσει τον ελεγκτικό ρόλο της ΑΔΑΕ.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Στην τελευταία ετήσια έκθεσή της για το 2006, η ΑΔΑΕ επισημαίνει ότι κρατικοί υπάλληλοι και δικαστικοί λειτουργοί σε πολλές περιπτώσεις, «νόμιμων» παρακολουθήσεων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων από την ΕΥΠ (για λόγους εθνικής ασφάλειας) και τις διωκτικές αρχές (για δίωξη εγκλημάτων), έχουν υποπέσει σε «παρανομίες».
Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, η ΑΔΑΕ έχει ενημερώσει τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι διαπίστωσε παραλείψεις ως προς την αποστολή βουλευμάτων και εισαγγελικών διατάξεων στην Αρχή, καθώς και περιπτώσεις μη τήρησης της προβλεπόμενης από τον νόμο (2225/94) διαδικασίας άρσης του απορρήτου!
Η Αρχή λέει δηλαδή κομψά ότι πολλές εισαγγελικές διατάξεις άρσης του απορρήτου δεν περιλαμβάνουν όλα τα απαραίτητα εκ του νόμου στοιχεία (όπως, ποιος τη διατάσσει, ποιον αφορά, σε ποια έκταση και για ποιο σκοπό γίνεται, πόσο θα διαρκέσει κ.ά.). Για το λόγο αυτό η ΑΔΑΕ ζητεί να της δοθεί, με νομοθετική ρύθμιση, η αρμοδιότητα ουσιαστικού ελέγχου στην ΕΥΠ αλλά και η δυνατότητα άσκησης εφέσεων κατά δικαστικών αποφάσεων που διατάσσουν άρση απορρήτου.
Η πρακτική, άλλωστε, να υποβάλλονται καθυστερημένα ή να μην υποβάλλονται καθόλου αιτήματα της ΕΥΠ και της Αστυνομίας για επεκτάσεις ή παρατάσεις του χρόνου παρακολουθήσεων, χωρίς οι εισαγγελείς να ελέγχουν εάν οι Αρχές τήρησαν τους όρους άρσης του απορρήτου, ακολουθείται, σύμφωνα με ανώτατες εισαγγελικές πηγές, εδώ και πολλά χρόνια. Ομως στο μεταξύ τίποτα δεν έχει αλλάξει, και ας μεσολάβησε το μεγάλο σκάνδαλο των υποκλοπών.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να κρατά την ΑΔΑΕ σε απόσταση, όπως ακριβώς έκανε και τον Μάρτιο του 2005, όταν της γνωστοποιήθηκαν από τον διευθύνοντα σύμβολο της Vodafone, Γ. Κορωνιά, οι υποκλοπές των κινητών.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Αρχής, Ανδρέα Λαμπρινόπουλο, η κυβέρνηση επιμένει να μην της εξασφαλίζει επάρκεια σε πόρους, στελέχη, υποδομές και νομοθετικά «όπλα», με αποτέλεσμα η Αρχή να αδυνατεί να παίξει τον ελεγκτικό ρόλο της. Για παράδειγμα, μερικά από τα πάγια αιτήματα της ΑΔΑΕ, δηλαδή να της δοθεί αρμοδιότητα ελέγχου και στα εσωτερικά, ιδιωτικά δίκτυα των εταιρειών, αλλά και εξουσία έρευνας όλων των καταγγελιών παραβίασης του απορρήτου, δεν έχουν ακόμη εισακουστεί.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο αν αναλογιστεί κανείς ότι η ΑΔΑΕ θα επιφορτιστεί, λίαν συντόμως, με τον έλεγχο εφαρμογής της κοινοτικής οδηγίας για τη διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων των πολιτών (χρόνος και διάρκεια κλήσης, fax, e-mail).
Η οδηγία πρέπει να ενσωματωθεί στο εσωτερικό ελληνικό δίκαιο μέσα στον επόμενο χρόνο. Η ΑΔΑΕ έχει εκφράσει τη διαφωνία της με τη συγκεκριμένη οδηγία και έχει προτείνει στην κυβέρνηση (όπως και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων) συγκεκριμένα μέτρα που θα καταστήσουν την εφαρμογή της λιγότερο επαχθή για την ιδιωτική ζωή των πολιτών. Συγκεκριμένα, ζητεί ο χρόνος διατήρησης του αρχείου να είναι ο λιγότερος δυνατός (6 μήνες), τα αδικήματα για τα οποία θα γίνεται η άρση των δεδομένων κίνησης να είναι ιδιαιτέρως σοβαρά (όσα περιλαμβάνονται στο νόμο για την άρση του απορρήτου) και το αρχείο που θα τηρούν οι εταιρείες τηλεφωνίας να μην βρίσκεται εκτός Ελλάδος, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί.
Η ΑΔΑΕ προτείνει επίσης να μην περιλαμβάνονται στο αρχείο οι αναπάντητες κλήσεις, αλλά ουδείς γνωρίζει εάν τα αιτήματά της θα γίνουν αποδεκτά από τη κυβέρνηση.
Ωστόσο και η δικαιοσύνη δεν εισακούει τα αιτήματα των θυμάτων υποκλοπών, τα οποία ζητούν να ενημερωθούν για την πορεία της ανάκρισης (στην οποία ουδέποτε κλήθηκαν να συμμετάσχουν). Ο εφέτης-ανακριτής Π. Πετρόπουλος έκλεισε την υπόθεση χωρίς να απαγγείλει καν τυπικές κατηγορίες και έτσι οι πολιτικώς ενάγοντες (θύματα) αδυνατούν, προς το παρόν, να ενημερωθούν για την πορεία της ανάκρισης, αφού όλα τα αιτήματά τους απορρίπτονται.
Ο μοναδικός δρόμος που τους απέμεινε πλέον για να δικαιωθούν είναι οι αγωγές αποζημίωσης κατά της Vodafone στα αστικά δικαστήρια. Ηδη έχουν ξεκινήσει τη διαδικασία και υπολογίζεται ότι θα κατατεθούν αγωγές από 15 άτομα, με συνολικά αιτούμενο ποσό αποζημίωσης τα 30 εκατ. ευρώ.
Τα ίδια άτομα θα προσφύγουν και κατά του Ελληνικού Δημοσίου για το χειρισμό της υπόθεσης από τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα (μη ενημέρωση της ΑΔΑΕ). Θα έχουν σύμμαχό τους και το ΣτΕ, το οποίο απέρριψε αίτημα αναστολής της Vodafone κατά της ΑΔΑΕ για το πρόστιμο των 76 εκατ. ευρώ, κρίνοντας ότι κακώς δεν ενημερώθηκε εξ αρχής η Αρχή.
Η υπόθεση αναμένεται να επανέλθει σύντομα και στο πολιτικό προσκήνιο, καθώς η αντιπολίτευση θα την επαναφέρε προς συζήτηση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ζητώντας ενημέρωση για τις εξελίξεις.