Στο Ευρωδικαστήριο μετά την άρνηση του Εφετείου να δώσει τα στοιχεία της ανάκρισης
Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο πιθανολογείται πως θα συρθεί η χώρα μετά την άρνηση των αρχών του Εφετείου να δώσουν σε πολίτες που έπεσαν θύματα των υποκλοπών αντίγραφα των στοιχείων, τα οποία συνελέγησαν κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης.
Η επιλογή του Συμβουλίου Εφετών που διατυπώθηκε διά βουλεύματος είναι τα στοιχεία της ανάκρισης, η οποία έκλεισε «εν κρυπτώ» (σ.σ. με την έννοια της μη κλήτευσης ουσιωδών μαρτύρων κατά τους πολιτικώς ενάγοντες) και χωρίς την ανεύρεση ενόχων για το μεγαλύτερο πολιτικο-κοινωνικό σκάνδαλο των τελευταίων χρόνων, να παραμείνουν στο σκοτάδι μιας ντουλάπας του Εφετείου.
 Θύματα των υποκλοπών οι Βασίλης Κατσικέας και Νικολίτσα Πανταζόπουλου, δεν εκλήθησαν ποτέ να εξεταστούν στην ανάκριση |
Το υπ' αριθμόν 2187/2007 βούλευμα έκρινε άκαιρο το αίτημα των πολιτικώς εναγόντων-θυμάτων υποκλοπών να ενημερωθούν και να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους, με το σκεπτικό ότι η κύρια ανάκριση έχει περατωθεί και εκκρεμεί η απάντηση του εισαγγελέα που θα αποφασίσει με διάταξή του αν θα βάλει την υπόθεση στο αρχείο ή θα ζητήσει περαιτέρω έρευνα.
Η εξέλιξη αυτή οδηγεί τους αιτούντες Βασ. Κατσικέα και τη σύζυγό του Νικολίτσα Πανταζόπουλου, που δεν κλήθηκαν ποτέ ως θύματα να εξεταστούν στην ανάκριση σε προσφυγή στα διεθνή όργανα, όπως σημειώνει ο νομικός παραστάτης τους, Αντ. Βγόντζας:
«Ο αυτονόητος σεβασμός μας στην ελληνική Δικαιοσύνη δεν θα μας εμποδίσει να προσφύγουμε στα διεθνή όργανα και στην ευρωπαϊκή δικαιοσύνη. Είναι και αυτά όργανα που κατά τη συνταγματική μας τάξη απονέμουν δικαιοσύνη στο όνομα των αξιών της αλήθειας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».
Ολα κρυφά
Η απόφαση αυτή διατηρεί το απόλυτο σκοτάδι γύρω από τα γεγονότα, τις ευθύνες και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε μια υπόθεση που τα πλοκάμια των κοριών της έφτασαν μέχρι το τηλέφωνο του πρωθυπουργού της χώρας.
Επί περίπου 1 χρόνο ο εφέτης ανακριτής Π. Πετρόπουλος διενήργησε κύρια ανάκριση, την οποία έκλεισε τον περασμένο Ιούλιο εκδίδοντας «τυπικές κλήσεις», χωρίς δηλαδή να εντοπίσει, παρά τη σωρεία των μαρτυρικών καταθέσεων και «στοιχείων», τους φυσικούς ή τους ηθικούς αυτουργούς των παρακολουθήσεων που ξεκίνησαν λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Τα δύο θύματα των υποκλοπών προσέφυγαν αμέσως στην Εισαγγελία Εφετών, ζητώντας να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας και εκφράζοντας την αντίρρησή τους για το ότι δεν κλήθηκαν ποτέ από τον εφέτη ειδικό ανακριτή, αν και είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής. Ο αντεισαγγελέας Εφετών που είχε υπηρεσία και μελέτησε την προσφυγή τους έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή. Οταν όμως πήγαν να πάρουν αντίγραφα, έμαθαν πως ο εισαγγελέας Μ. Ανδριωτέλλης, που είχε χρεωθεί τη δικογραφία, έφυγε για διακοπές... μαζί με τα έγγραφα.
Στην προσφυγή των αιτούντων, το Συμβούλιο αφ' ενός συμφώνησε με τον εισαγγελέα Ανδριωτέλλη ότι «δεν υπήρξε κλήτευση των κατηγορουμένων και ως εκ τούτου δεν γεννήθηκε το δικαίωμα των πολιτικώς εναγόντων να λάβουν γνώση των εγγράφων της δικογραφίας» και αφ' ετέρου πως «δεν έχει ακόμα αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της ουσίας της αιτήσεως, αφού εκκρεμεί η υπόθεση ενώπιον του εν λόγω εισαγγελέα».