«Ηρθα στην Ελλάδα για να μιλήσω για τη Βιρμανία. Θέλω να βοηθήσω με όποιον τρόπο μπορώ την Αούνγκ Σαν Σούου Κίι. Φοβάμαι ότι θα πεθάνει. Δεν επιτρέπουν καν να τη δει γιατρός. Της έχω υποσχεθεί ότι θα κάνω ό,τι μπορώ».
Με αυτή τη φράση η Τζέιν Μπίρκιν διευκρινίζει τον σκοπό της επίσκεψής της. Δεν ήρθε στη χώρα μας μόνο για να παρουσιάσει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της «Κουτιά» (προβλήθηκε την Παρασκευή στις «Νύχτες Πρεμιέρας») και για τη μίνι συναυλία φωνή-πιάνο που ακολούθησε στο «Ιντερκοντινένταλ» και της οποίας τα έσοδα, όπως και της ταινίας, θα διατεθούν στο «Ιδρυμα Δράσης Κατά του Καρκίνου του Μαστού» της Ασπασίας Λεβέντη.
Οποιος έχει παρακολουθήσει την πορεία της τα τελευταία χρόνια δεν εκπλήσσεται. Το σύμβολο του σεξ της δεκαετίας του '60, που αναστέναζε σ' ένα από τα πιο ερωτικά τραγούδια, το «Je t' aime moi non plus» του Σερζ Γκενσμπούργκ, έχει ισχυρή πολιτική άποψη. Και έντονη ακτιβιστική δράση. «Πρέπει να φύγω αύριο πρωί πρωί. Να προλάβω να είμαι στο Παρίσι στις 2 για την πορεία για την απελευθέρωση των μοναχών της Βιρμανίας», μας εξηγεί η 61χρονη Μπίρκιν.
Η Βιρμανία την οδήγησε πριν από λίγες μέρες στο γραφείο του Σαρκοζί. Του ζήτησε μέχρι και να αποσύρει τη συμμετοχή της Γαλλίας από τους Ολυμπιακούς του Πεκίνου. «Η Κίνα μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Πρέπει να παρθούν μέτρα αμέσως. Και από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Να παγώσουν τις επενδύσεις μέχρι να εξασφαλιστεί διάλογος ανάμεσα στην "Εθνική Λίγκα για τη Δημοκρατία" της Σούου Κίι και το στρατιωτικό καθεστώς. Να βγάλουν τους μοναχούς από τη φυλακή. Να φέρουμε τα πάνω κάτω για να βοηθήσουμε», λέει.
Η κοινωνική της ευαισθησία ήταν αυτή που την οδήγησε για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα. Για τα 30 χρόνια της Διεθνούς Αμνηστίας σκηνοθέτησε μια μικρού μήκους με θέμα την εξαφάνιση δύο κοριτσιών στις Φιλιππίνες. Ακολούθησε ένα ακόμη ταινιάκι, το «Sorry were you asleep?».
 Ο Μισέλ Πικολί και η Αντέλ Εξαρχόπουλος σε σκηνή από τα «Κουτιά» |
Τα «Κουτιά» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της. Η Μπίρκιν ενσαρκώνει την Αννα. Περιπλανιέται στο άδειο της σπίτι και ανοίγει τα «Κουτιά» των αναμνήσεων. Οι γονείς (τη μητέρα υποδύεται η Τζέραλντιν Τσάπλιν), οι ερωτικοί σύντροφοι (ένας από αυτούς ο Μισέλ Πικολί), οι τρεις κόρες από τρεις διαφορετικούς πατεράδες μπλέκονται σε ένα γλυκόπικρο, σουρεαλιστικό κονσέρτο τρυφερών συναντήσεων.
Το σενάριο μοιάζει με αυτοβιογραφική κατάθεση. «Μέχρι ένα σημείο. Δυστυχώς δεν έχω γνωρίσει φάντασμα, όπως συμβαίνει στην Αννα. Επίσης, δυστυχώς ή ευτυχώς, οι κόρες μου δεν με έχουν κατηγορήσει τόσο ευθέως για λάθη μου, όπως γίνεται στην ταινία», λέει. Η Μπίρκιν πήρε στιγμιότυπα από την προσωπική της ζωή και τη σχέση με τις κόρες της. Αλλά αξιοποίησε και τις διηγήσεις φίλων της. Εδωσε βάρος στην ανταγωνιστική σχέση που υπάρχει συχνά ανάμεσα σε μητέρα και κόρη. «Ηθελα να σταθώ στη ζήλια που νιώθει η μάνα για την κόρη. Που είναι πιο νέα, πιο όμορφη. Πιστεύω ότι δεν έχουν γίνει ταινίες γι' αυτή την πλευρά», λέει.
Η μικρή της κόρη, Λου, παίζει στην ταινία τον εαυτό της. Οσο για τη Σαρλότ, την κόρη της με τον Γκενσμπούργκ που έχει ήδη τραβήξει το δρόμο της στο σινεμά, δεν ήθελε να παίξει. «Δεν της αρέσει να μπλέκει σε οικογενειακές υποθέσεις», λέει η μαμά της.
 Οι γυναίκες της ταινίας της Μπίρκιν σε απαρτία |
Η ανησυχία της ήταν μην πληγωθούν οι κόρες της. «Την είδαν πριν κάνω το μοντάζ. Αν υπήχε έστω και ένα δευτερόλπετο που θα ήθελαν να βγει, θα το έβγαζα. Ηταν πολύ γλυκές και έκλαιγαν. Το σημαντικό είναι ότι δεν πληγώθηκε καμία», λέει.
Παραδέχεται, βέβαια, ότι για τα παιδιά της δεν ήταν εύκολο να τη βλέπουν συνέχεια στα εξώφυλλα τότε που αυτή και ο Γκενσμπούργκ μεσουρανούσαν. «Μάλλον είχαν πρόβλημα στο σχολείο», ομολογεί. Αυτή η εποχή κυρίως γλυκές αναμνήσεις τής έχει αφήσει, «αν εξαιρέσεις την Μπίρκιν του "Blow up"». Μπορεί η ταινία του Αντονιόνι να την ανέδειξε και να την καθιέρωσε ως σύμβολο του σεξ, «παρ' όλα αυτά με άφησε ο τότε άντρας μου, ο Τζον Μπάρι», ομολογεί.
Με τον Γκενσμπούργκ, όμως, περνούσε καλά. «Μου άρεσαν ακόμα και οι ανόητες φωτογραφήσεις. Δεν πληρωνόμουν άλλωστε. Για πλάκα το έκανα. Θεωρούσα σημαντικό που είχα βρει κάποιον, δηλαδή τον Σερζ, που δεν τον ένοιαζε αν είχα μεγάλα στήθη ή το ότι έμοιαζα με αγοροκόριτσο», λέει η γυναίκα που ταυτίστηκε με τη σεξουαλική απελευθέρωση.
Στον Γκενσμπούργκ άλλωστε χρωστάει τον ερωτικό ύμνο «Je t aime moi non plus», που έγινε το διαβατήριό της σε όλο τον κόσμο. Οπου πάει τα θέατρα γεμίζουν. «Οταν πεθάνω ξέρω ότι όταν περνάει το φέρετρο θα παίζει αυτό το τραγούδι. Εχει πλάκα να ξέρεις το κύκνειο άσμα σου».