Δύο εκθέσεις επιχειρούν να αποκρυπτογραφήσουν σημεία στον δημόσιο χώρο, επανατοποθετώντας το ζήτημα της αφήγησης. Η Λίζη Καλλιγά εκθέτει ξανά έπειτα από 13 χρόνια το έργο «Ιερά Οδός» Διαδρομή από την Αθήνα στην Ελευσίνα (Πινακοθήκη Ελευσίνας) και η Ευανθία Τσαντίλα, το αποσπασματικό «The Walking Blind» (γκαλερί Ζουμπουλάκη)
 Η διαδρομή Αθήνα - Ελευσίνα της Λίζης Καλλιγά |
Η Λίζη Καλλιγά κάνει τη διαδρομή Αθήνα - Ελευσίνα, περπατώντας 22 χιλιόμετρα και καταγράφει τη διαδρομή φωτογραφικά. Την ξανακάνει με το λεωφορείο και τη φιλμάρει, ενώ σε ένα πρόγραμμα του υπολογιστή αποζητά την ενεργή συμμετοχή του θεατή, με τις πληροφορίες, ταξιδιωτικές περιγραφές, ντοκουμέντα, βιβλία, άρθρα που παρέχει.
Το υλικό είχε συγκεντρωθεί και επεξεργαστεί το 1994 και παρουσιάστηκε σε μια έκθεση στο «Σπίτι της Κύπρου» το 1995. Σήμερα, ξαναβλέπουμε την πορεία στην Πινακοθήκη του Δήμου Ελευσίνας, μαζί με ένα μέρος από το «Στίγμα», την καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, δουλειά της Καλλιγά, καθώς και ένα καινούργιο βίντεο - συνειδητοποιούμε ότι μας χωρίζουν 14 χρόνια από τότε.
Και αν το «Στίγμα» μπορεί να ιδωθεί και ως έργο του 2008, χάριν της ποιότητας και του ζητήματος που θέτει, το έργο «Ιερά Οδός» μοιάζει να διαθέτει τη νεανική καταγωγή της επεξεργασίας της τυχαίας εικόνας.
ΗΕυανθία Τσαντίλα, τώρα, με το αρχειακό υλικό που χρησιμοποιεί και την παράθεση πολιτικο-ιστορικών αναφορών, χρησιμοποιεί το γνωστό, για να δημιουργήσει τον νέο χώρο.
Εργασίες δύο αρχιτεκτόνων, δηλαδή το κτίριο Hutfabrik του Εριχ Μέντελσον και κάποια εσωτερικά κτιρίων του μοντερνιστή αρχιτέκτονα του Μπαουχάους Μαρσέλ Μπρόιερ, εμπλέκονται ως σώμα, σε διαφορετικές φόρμες και μεγέθη, επίτοιχα, αιωρούμενα ή ως εγκατάσταση στον χώρο, καθώς το περίγραμμα του κτιρίου καλύπτεται επίτοιχα από φυσικό καουτσούκ, υλικό το οποίο σημειώνει την ίδια φόρμα και στο πάτωμα.
Οι φωτογραφίες, τα σχέδια, τα κείμενα οργανώνουν τη ζωγραφική, η οποία στηρίζει την καινούργια αφήγηση.
Η έκθεση, όχι μόνο είναι η καλύτερη της Τσαντίλα, αλλά διαθέτει και κάποια συναρπαστικά έργα φωτογραφίας, όπως ηφαιστειακές πέτρες από την Αίτνα, δύο απολιθώματα από τη Σκωτία, κοχύλια από τη Βραζιλία, πήλινα, τοπία, αλλά και γεωμετρικά σχήματα.
Υπάρχουν τα έργα που «αγγίζουν» τον θεατή τους (δίχως αναφορές) με την πρώτη ματιά και αυτό συνήθως συμβαίνει όταν ξεπερνούν τα τρέχοντα και τον μέσο όρο, υπάρχουν τα έργα που επιδέχονται ταξινόμηση, σε σχέση με την εννοιολογική τους δύναμη και τη σημασία τους στον τρέχοντα χρόνο, τις τρέχουσες διαθέσεις και αναφορές.
Η Ευανθία Τσαντίλα έως πρόσφατα κάλυπτε πολύ καλά αυτό το δεύτερο κομμάτι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, αφήνοντάς μας, ωστόσο, την αίσθηση της αμηχανίας εκείνου που τρέχει παράλληλα με τα πράγματα, δίχως και να τα έχει επεξεργαστεί, κάνοντάς τα δικά του.
Αυτή η έκθεση, αντίθετα, όχι μόνο εγγράφεται ως μια σύγχρονη δουλειά οικειοποιημένη πλήρως, αλλά και ως δουλειά που ενεργοποιεί το πέραν της επεξεργασίας της ιδέας και της αισθητικής.
Οι φωτογραφίες της Τσαντίλα αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, έργα αναφορές στον χρόνο μας και στο μελλοντικό.
Ο τρόπος που προσεγγίζει το ύφασμα, για παράδειγμα μιας καρέκλας, είναι εξαιρετικός. Το γεγονός τώρα ότι πρόκειται για την «Καρέκλα» του Μπρόιερ και τα ιερά μυστήρια της ζωής των καλλιτεχνών είναι το επιπλέον ενδιαφέρον απόσπασμα μιας σύγχρονης αφήγησης.
Θαυμάσια επίσης η δουλειά, μέσα από την παρατήρηση, όπως αποτυπώνεται σε έξι τελάρα, σαν σε κινηματογραφική σεκάνς και επικεντρώνεται στο βάδισμα μιας παρέας κοριτσιών στην έρημο White Sands. Η καλλιτέχνις παράγει ένα έργο μεγάλης ευαισθησίας, η οποία μεγεθύνεται όταν διαβάσει κανείς το κείμενο και κατανοήσει ότι πρόκειται για τυφλά κορίτσια.
Αλλά, για να φτάσεις να διαβάσεις το κείμενο, πρέπει πρώτα να θέλεις να δεις καλά το έργο, να μην το προσπεράσεις. Είναι οι μικρές εκείνες διαφορές που κάνουν το υλικό-αντικείμενο-ντοκουμέντο έργο τέχνης.
Επιστρέφοντας στη διαδρομή της Καλλιγά στην Ιερά Οδό, πάλι, βλέπουμε ότι σήμερα μας απασχολεί περισσότερο απ' ό,τι πριν από 13 χρόνια η λεπτομέρεια της καταγραφής, η χρήση των ίδιων ξενοδοχείων, η σύγχρονη πληροφορία σε αναφορά με την ίδια ακριβώς που δίνει ο Παυσανίας. Εδώ, η ιστορία πάει και έρχεται, αφού πάντα υπάρχει μια Περσεφόνη, έστω ως ονομασία δρόμου, ενώ οι σημειώσεις αλλάζουν, βάζοντας στη θέση των νερών της λίμνης του Κουμουνδούρου την άλλη υγρή ποιότητα, όση απέμεινε κάπου στο 14ο χιλιόμετρο, όπου τα εργοστάσια.
Με έναν τρόπο ο χρόνος μπορεί και να μην είναι το πληρέστερο αίτημα για το σύγχρονο έργο, παρατηρώντας το 2008 μια δουλειά του 1994.
Η σχέση πάλι του ζητήματος που θίγει η έκθεση του έργου «Ιερά Οδός» και της θέσης έκθεσής του, καθώς και το νοητό ή ρεαλιστικό «βάδισμα» στον αρχαιολογικό χώρο και ο συλλογισμός που προκαλεί μια «Φεύγουσα Κόρη», ανατοποθετούν το παλιό έργο σε νέο.
Τόσο η Λίζη Καλλιγά όσο και η Ευανθία Τσαντίλα προσδιορίζουν μεταξύ έννοιας και έργου την υπόσταση της πληροφορίας που μπορεί να εξελιχτεί σε πολύτιμη. *