E-ONLINE
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΕλλάδαΠολιτικήΟικονομίαΤέχνεςΑθλητισμόςΚόσμοςHOME




Φύλλο Σαββάτου
07 - 03 - 2009

ΣΤΗΛΕΣ
ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΑ
ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΥ
ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ
ΒΙΟΙ & ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ
ΕΠ - ΕΝΔΥΣΗ
Η ΠΑΛΗ ΤΟΥ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ
ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΒΑΡΔΑΡΗΣ
ΠΕΡΙ ΚΟΥΖΙΝΑΣ
WWW.
ΤΕΤΡΑΔΙΟ
MEDIA

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Αναζήτηση
Με ημερομηνία

ή
Τεύχη Βιβλιοθήκης
Φάκελοι Σαββάτου

Ταυτότητα
Εκδόσεις
Αρχείο
Διάφορα
Επικοινωνία

Βρίσκεστε στο παλαιό site του www.enet.gr

Το www.enet.gr άλλαξε.

Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.

Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.




Σιρίν Νεσάτ

Οι Ιρανές είναι επιθετικές και δυνατές

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ

«Η τέχνη δεν μου επιτρέπει μόνο να εκφράζομαι, αλλά και να διατηρώ την πειθαρχία μου στη ζωή. Παραμένει ακόμη ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπίζω τις φοβίες μου και τα τρωτά μου σημεία. Τελικά, η τέχνη μου περιγράφει καλύτερα ποια είμαι από μένα».


Η Σιρίν Νεσάτ έτοιμη για την μεγάλη οθόνη
Η Σιρίν Νεσάτ, η διάσημη Ιρανή εικαστικός, γεννήθηκε το 1957 στο Καζβίν. Είναι το τέταρτο από τα πέντε παιδιά μιας μεσοαστικής οικογένειας, όχι ιδιαίτερα θρήσκας. Το 1979, όταν ξέσπασε η Ισλαμική Επανάσταση, ήταν 17 χρόνων. Ο γιατρός πατέρας επέμενε να σπουδάσουν όλα του τα παιδιά, «και τα κορίτσια». Ετσι αποφάσισε να τη στείλει στο Λος Αντζελες όπου έμενε η άλλη κόρη. «Τα πρώτα μου χρόνια στην Αμερική ήταν τα σκοτεινότερα της ζωής μου», θυμάται. Αν και δεν ήξερε καλά αγγλικά, κατάφερε να σπουδάσει τέχνη στο Μπέρκλεϊ.

Τη δεκαετία του '80 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου προσπάθησε να βρει την άκρη της καλλιτεχνικής της καριέρας. Τότε ζωγράφιζε. Ακόμη ντρέπεται για εκείνα τα έργα. Γνώρισε τον Κορεάτη Κίονγκ Παρκ, καλλιτέχνη και αρχιτέκτονα, που διατηρούσε έναν αβάν-γκαρντ εκθεσιακό χώρο. Τον ερωτεύτηκε, τον παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί του ένα γιο.

Η όμορφη Ζαρίν μπροστά στον καθρέφτη της
Το 1991 επέστρεψε για πρώτη φορά μετά το 1979 στο Ιράν. Η χώρα δεν της θύμιζε τίποτε. «Σαν να χάθηκε το χρώμα. Ξαφνικά όλα ήταν ασπρόμαυρα». Εκανε κι άλλα ταξίδια μέχρι το 1996, οπότε και δεν επέστρεψε ξανά. Η εμπειρία της ήταν τραυματική. Εκανε πολλά χρόνια να συνέλθει. Αλλαξε τελείως η ζωή της. Ασχολήθηκε με τη φωτογραφία και το βίντεο, χώρισε τον άντρα της, μετακόμισε στο Σόχο. Εγινε διάσημη.

Σε λίγες μέρες, στις 18 Μαρτίου, θα την έχουμε ξανά στη χώρα μας. Παρουσιάζει στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (κτίριο του Ωδείου Αθηνών) το νέο της έργο «Women without men» (Γυναίκες χωρίς άντρες), που αφηγείται τις ιστορίες πέντε Ιρανών γυναικών και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Σαρνούς Παρσιπούρ. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται εντατικά και με τη μεταφορά του στον κινηματογράφο. Η ταινία της, η πρώτη στην καριέρα της, ετοιμάζεται να ντεμπουτάρει σε κάποιο από τα μεγάλα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. «Οποιο με δεχθεί...».

Και η ίδια, όμως, ετοιμάζεται να ντεμπουτάρει στη... Δύση. Σιγά σιγά, όπως μας λέει, θα αρχίσει να ασχολείται και με άλλα θέματα, έξω και πέρα από το Ιράν. Ψήφισε Ομπάμα, πιστεύει πολύ στον νέο πρόεδρο και αισθάνεται περήφανη που οι Αμερικανοί τον έστειλαν στον Λευκό Οίκο. «Τώρα έχουμε μια ευκαιρία για ειρήνη στον κόσμο, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή».

Το χαμάμ όπου η μία από τις πέντε ηρωίδες της Νεσάτ, η πόρνη Ζαρίν, προσπαθεί να ξεπλύνει τις αμαρτίες της
Από την αρχή της καριέρας της, το 1995, όταν παρουσίασε στη Νέα Υόρκη τη σειρά φωτογραφιών «Γυναίκες του Αλλάχ», δεν πέρασε απαρατήρητη. Οι γυναίκες με τις μαύρες μαντίλες -μεταξύ των οποίων και η ίδια- έχουν γραμμένους πάνω στα χέρια, στα πρόσωπα, ακόμη και στα μάτια τους ερωτικούς στίχους σύγχρονης ιρανικής ποίησης και κρατάνε περίστροφα και καραμπίνες.

Ορισμένοι κριτικοί την επέκριναν πιστεύοντας ότι εξωραΐζει την επανάσταση. Αλλοι, την κατηγόρησαν για έλλειψη θέσης και άποψης. Βιάστηκαν. Απέδειξε στη συνέχεια με το έργο της ότι απλούστατα σιχαίνεται τη «στρατευμένη» τέχνη και επιθυμεί το κοινό να επιλέξει μόνο του τις δικές του ερμηνείες.

«Δεν με ενδιαφέρει να κάνω τέχνη για να προβάλω τις προσωπικές μου πολιτικές απόψεις. Γενικότερα, δεν πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να κρίνει ή να επικυρώνει την πολιτική ατζέντα. Ωστόσο, αισθάνομαι ότι η κριτική, αλλά και ανατρεπτική στάση μου φαίνεται στα έργα από τον τρόπο με τον οποίο επιλέγω να εικονίσω συγκεκριμένα κοινωνικο-πολιτικά και θρησκευτικά ζητήματα. Εξάλλου δεν θέλω το κοινό να φεύγει έχοντας δει ή ακούσει μια βαρύγδουπη πολιτική θέση, αλλά κάτι που στ' αλήθεια άγγιξε τα πιο βαθιά του συναισθήματα. Γιατί τότε η εμπειρία του γίνεται παγκόσμια, άχρονη, φιλοσοφική. Η συναισθηματική ένταση στην τέχνη είναι για μένα σημαντικότερη από οποιοδήποτε ιστορικό ή πολιτιστικό μάθημα», λέει.

Η Μουνίς, μία από τις πέντε «Γυναίκες χωρίς άνδρα» που αυτοκτονεί για να βρει την ελευθερία της
Το 1999 με το «Turbulent» απέσπασε το πρώτο βραβείο στην Μπιενάλε της Βενετίας. Αποτελείται από δύο ασπρόμαυρα φιλμ, που προβάλλονται ταυτόχρονα σε αντικριστούς τοίχους. Στο ένα, ένας άνδρας εμφανίζεται πάνω στη σκηνή και λέει ένα παραδοσιακό τραγούδι. Καταχειροκροτείται από το εξ ολοκλήρου ανδρικό ακροατήριο. Οταν τελειώνει, η γυναικεία καλυμμένη φιγούρα στην άλλη ταινία αρχίζει να τραγουδάει υπέροχα σ' ένα άδειο θέατρο. Η Νεσάτ έφτιαξε το έργο όταν άκουσε μια Ιρανή να τραγουδάει δημόσια, κάτι που απαγορεύεται στο Ιράν.

Θυμάται ακόμη την ανταπόκριση του κόσμου. Ε, δεν είναι και λίγο. Σε μια μέρα έγινε διάσημη και περιζήτητη. «Παρ' όλο που και η μουσική και η γλώσσα στο "Turbulent" ήταν ιρανικές, φαίνεται ότι το αποτέλεσμα ξεπέρασε αυτές τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες και το κοινό, ανεξαρτήτως φύλου ή φυλής, κατανόησε και το νόημα, αλλά και τα συναισθήματα πίσω από την εικόνα. Ηταν ένα από τα ελάχιστα έργα μου που δεν χρειάστηκε ποτέ να εξηγήσω».

Δεν κουράζεται να υπενθυμίζει σε όλους μας ότι είναι μια Ιρανή που ζει μακριά από την πατρίδα της. Ως εξόριστη πρέπει να εκφράσει την αγανάκτησή της, αλλά και να διερευνήσει πώς πολιτικές δυνάμεις ή γεγονότα, όπως η Ισλαμική Επανάσταση το 1979, καθόρισαν τη ζωή τη δική της, αλλά και πολλών ακόμη Ιρανών. «Το προσωπικό και το πολιτικό "τρέχουν" παράλληλα στο έργο μου. Δεν γίνεται να διαχωριστούν. Η πολιτική είναι συνυφασμένη με την ποιητική της καθημερινής ζωής. Αυτή η σύγκρουση, αλλά και το μπόλιασμα των δύο στοιχείων είναι εμφανής σε όλο το έργο μου. Οπωσδήποτε μέρος της διαδικασίας είναι και άλλα πολλά ερωτήματα, τα οποία με βοηθούν να διερευνήσω, να αντιμετωπίσω και να αποδομήσω όλων των ειδών τα στερεότυπα. Για παράδειγμα, η Δύση θεωρεί τις γυναίκες στο Ισλάμ "θύματα", "πειθήνιες" συζύγους. Δεν είναι αλήθεια. Δεν θα αρνηθώ ότι οι γυναίκες καταπιέζονται, αλλά σε αντίθεση με τα δυτικά στερεότυπα, εγώ τις βρίσκω εξαιρετικά επιθετικές και δυνατές. Ανέκαθεν εναντιώνονταν και διαδήλωναν απέναντι σε κάθε εξουσία που τους επιβαλλόταν. Πιστεύω ότι μελετώντας την κατάσταση των γυναικών και την αντίθεση ανδρών και γυναικών, μπορεί κανείς να κάνει μια ενδιαφέρουσα πολιτισμική ανάγνωση της κοινωνίας στο Ισλάμ. Για παράδειγμα, όταν ανέλαβε την εξουσία ο βασιλιάς του Ιράν, σάχης Ρεζά, στις αρχές του 1900, επέβαλε στις γυναίκες να μην φοράνε μαντίλα. Η Ισλαμική Επανάσταση, το 1979, έκανε το αντίθετο. Αποδεικνύεται ότι τα γυναικεία σώματα, και πολύ περισσότερο η δημόσια εμφάνισή τους, απεικονίζουν την ιδεολογία κάθε κυβέρνησης. Η φυσική παρουσία της γυναίκας σήμερα στο Ιράν, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό της βίο, φανερώνει την ισλαμική ατζέντα της κυβέρνησης, η οποία ξεκάθαρα είναι ανάλγητη και άγρια απέναντι στις γυναίκες».

Ζείτε περισσότερα από 30 χρόνια στην Αμερική. Δεν αισθανθήκατε ποτέ την ανάγκη να δημιουργήσετε ένα έργο για τις γυναίκες που ζουν δίπλα σας;

«Οσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιώ ότι η δουλειά μου ολοένα και περισσότερο γίνεται απόμακρη ακόμη και για την κουλτούρα του Ιράν. Με άλλα λόγια, μπορεί να χρησιμοποιώ τα φαρσί, Ιρανούς ηθοποιούς και τοποθεσίες που μοιάζουν να είναι του Ιράν (σ.σ. το Μαρόκο), δεν απευθύνομαι όμως μόνο σε Ιρανούς ούτε αφηγούμαι ιστορίες μόνο Ιρανών. Επομένως, το θέμα της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, ο τόπος, αλλά και η γλώσσα είναι τελικά άσχετα με το θέμα. Για παράδειγμα, η "εξορία" που επανειλημμένα εμφανίζεται στο έργο μου, δεν είναι ένα θέμα αποκλειστικά των Ιρανών. Σύντομα, λοιπόν, θα μετακινηθώ σε δυτικές τοποθεσίες, αλλά και αφηγήσεις, μόνο που η μετάβασή μου αυτή θα είναι αργή». *


Πέντε γυναίκες χωρίς άνδρες, από την αγριότητα στην ελευθερία

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ

Το 2001 ένας φίλος της Σιρίν Νεσάτ, ο Ιρανός Χαμίντ Νταμπασί, καθηγητής στο Κολούμπια, της μίλησε για τη νουβέλα «Γυναίκες χωρίς άντρες» της 62χρονης Σαρνούς Παρσιπούρ. Καθώς μάλιστα το βιβλίο δεν υπήρχε στα φαρσί, μιας και η ιρανική κυβέρνηση το έχει απαγορεύσει, της φωτοτύπησε το δικό του. Το σουρεαλιστικό μυθιστόρημα της Παρσιπούρ, με ηρωίδες πέντε Ιρανές απόβλητες από την κοινωνία της Τεχεράνης, συνεπήρε τη Σιρίν Νεσάτ. Εψαξε μάλιστα και βρήκε τη συγγραφέα. Εμενε σε ένα γκαράζ κάπου στο Σαν Φρανσίσκο. Είχε καταφέρει να φύγει από το Ιράν το 1994. Οι καταδίκες της, που συνοδεύονταν από φυλακίσεις, μια, μάλιστα, πέντε ολόκληρων χρόνων, δεν της άφηναν και πολλά περιθώρια.

Το έργο, λοιπόν, που θα παρουσιάσει στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Αθήνας η Σιρίν Νεσάτ αφηγείται τις ιστορίες των πέντε αυτών γυναικών. Τη «Μαχντόχτ», τη μεσόκοπη γυναίκα, που τρέμει τη σεξουαλικότητα, ωστόσο διακατέχεται από τον πόθο της γονιμότητας, την είδαμε το καλοκαίρι του 2004 στην ομαδική έκθεση του ΕΜΣΤ «Διαπολιτισμοί». «Είναι η πιο σουρεαλιστική απ' όλες», εξηγεί η καλλιτέχνις. «Εγκαταλείπει το σώμα της, αυτοφυτεύεται, μεταμορφώνεται σε δέντρο για να φέρει καρπούς και να σκορπίσει τους σπόρους της στην οικουμένη.

»Η νεαρή Μουνίς, μεγαλωμένη σε μια θρήσκα, παραδοσιακή οικογένεια, έχει έντονα αναπτυγμένη την κοινωνική της συνείδηση, την ενδιαφέρει η πολιτική, είναι όμως φυλακισμένη στο σπίτι από τον καταπιεστικό αδελφό της. Ετσι αυτοκτονεί πηδώντας από τη στέγη. Αυτή η "πτώση" της όμως συμβολίζει το πέταγμά της προς την ελευθερία, καθώς το πνεύμα της πετυχαίνει αυτό που η ίδια δεν κατάφερε.

»Η Φαϊζέ είναι ίσως η πιο ρεαλιστική ηρωίδα. Στενή φίλη της Μουνίς, το μόνο που θέλει στη ζωή της είναι να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Μάλιστα είναι ερωτευμένη με τον αδελφό της Μουνίς. Τα όνειρά της όμως πεθαίνουν όταν πέφτει θύμα βιασμού.

»Η Ζαρίν είναι πόρνη, που εργάζεται σε ένα φτωχό μπουρδέλο της κατώτερης τάξης. Κυριευμένη από την ντροπή της, ξαφνικά αρχίζει να βλέπει τους πελάτες της χωρίς πρόσωπο. Πιστεύοντας ότι αυτή είναι η τιμωρία του Θεού, κάνει ό,τι μπορεί να ξεπλύνει τον εαυτό της από την αμαρτία. Οι άντρες όμως συνεχίζουν να μην έχουν πρόσωπο...

»Τέλος, η Φαρόκ Λέγκα είναι μια πλούσια, δυτικοποιημένη γυναίκα 50 ετών. Απογοητευμένη από τον γάμο της, αλλά γεμάτη δημιουργικότητα και επιθυμία να διακριθεί σε κάτι, χωρίζει, αγοράζει ένα αγρόκτημα και ξαναρχίζει τη ζωή της».

Ο τίτλος «Γυναίκες χωρίς άντρες» ακούγεται σαν ευχή. Θα τις θέλατε άραγε να υπάρχουν χωρίς άντρες;

«Με τίποτα. Το έργο δεν τοποθετεί τις γυναίκες ενάντια στους άντρες. Αφηγείται ιστορίες γυναικών, που απλούστατα δεν τα καταφέρνουν με τους άντρες, αλλά δεν τους μισούν. Ούτε η συγγραφέας ούτε εγώ είχαμε κάποια τέτοια πρόθεση. Νομίζω ότι ο Χέμινγουεϊ έγραψε μια νουβέλα με τίτλο "Αντρες χωρίς γυναίκες". Η Παρσιπούρ έγραψε τη δική της ως απάντηση».

Τα τελευταία χρόνια γυρίζετε τις «Γυναίκες χωρίς άντρες» σε ταινία. Πότε θα τη δούμε;

«Είναι σχεδόν έτοιμη, τα γυρίσματα έχουν ολοκληρωθεί. Επιθυμία μας είναι να τη βγάλουμε στις αίθουσες. Θα προσπαθήσουμε να τη στείλουμε και στα μεγάλα φεστιβάλ (Κάνες κ.λπ.) αλλά δεν ξέρω αν θα γίνει δεκτή. Οπως γνωρίζετε είναι μια πολύ ανταγωνιστική διαδικασία, οπότε δεν έχω ιδέα πού θα κάνει πρεμιέρα...».


2 - 07/03/2009


wap.enet.gr

ΤΕΧΝΕΣ
με μια ματιά...



Νίκος Παναγιωτόπουλος


Κριτική Θεάτρου



Συνέντευξη
Πολ Κέλτριτζ


Τομ Κρουζ


Γιάννης Οικονομίδης


Συνέντευξη
Σιρίν Νεσάτ








Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.