Ο θάνατός σου, η ζωή μου...
* «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ από την Εταιρεία Θεάτρου συν-επί, «Από Μηχανής Θέατρο»
 Η Μαρία Πανουργιά και ο Βασίλης Μπουλουγούρης στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Θανάσης Σαράντος |
Ενας άνδρας τρώει μύδια ένα καυτό βράδυ του Αυγούστου. Καλύτερα να μην το έκανε. Διότι ξυπνώντας την επομένη, ανακαλύπτει πως έχει χαθεί μέσα σε μια άφεγγη, αχρονική ερημιά και με έναν καφκικό τρόπο η παραπλάνησή του είναι πλήρης. Το ρολόι του αντί για την ώρα δείχνει ένα περίεργο SOS σήμα, ο ίδιος δεν ξέρει ποιος είναι, από πού έχει έρθει, πού βρίσκεται, μήτε πού πηγαίνει. Η μόνη βεβαιότητά του -ένα «running gug» που διαπερνά κωμικά-λακωνικά το έργο- είναι ότι έφαγε μύδια. Λεπτομέρεια που ο «Μ» επαναλαμβάνει με την αδιατάρακτη επιμονή κάποιου που δεν έχει τίποτε άλλο.
Αν δεν είναι μια παραίσθηση τροφικής δηλητηρίασης, η ιστορία με τα μύδια έχει το νόημά της. Ο κόσμος γύρω από τον «Μ» φέρεται να λιμοκτονεί και όλα τα πρόσωπα που συναντά στο φουτουριστικό λυκόφως λυσσάνε για τροφή, και κυρίως για το δικό του ψαχνό. Ενας Ανδρας εμφανίζεται από το πουθενά και προσφέρεται να τον οδηγήσει σπίτι του, όμως για ανεξήγητους λόγους τραβά ένα μαχαίρι, που ξάφνου καρφώνεται στη δική του κοιλιά. Παρότι ο «Μ» (ένας αναλλοίωτα φοβικός και αποπροσανατολισμένος Βασίλης Μπουλουγούρης) διαβεβαιώνει πως «δεν κάνει τέτοια», στις επόμενες σκηνές μαχαιρώνει κατά λάθος ή αμυνόμενος την αδελφή τού Ανδρα (Μαρία Πανουργιά), μια νοσοκόμα (η ίδια ηθοποιός ως «Πετρούλα» με μίνι και ψηλοτάκουνα), έναν αστυφύλακα, έναν γιατρό, έναν ασθενή, μέχρι κι έναν σκύλο (σε όλους τους ρόλους ο ίδιος ηθοποιός, Κώστας Βασαρδάνης). Κάθε λίγα λεπτά και ένα αιμόφυρτο πτώμα, συχνά του ίδιου του «Μ».
Σε μια τάχα αποκαλυπτική παραβολή του τέλους του κόσμου, τρεις τύποι, εξωθούμενοι από κάποιο μεταπολιτισμικό κανιβαλιστικό ντελίριο, τραβάνε εναλλάξ πάντα το ίδιο λεπίδι, που βυθίζουν σε αλλεπάλληλα μαλακά υπογάστρια και κατόπιν χυμούν στην πληγή με βαμπιρική βουλιμία («πεινά κανείς άλλος;»). Οι μαχαιρωμένοι σωριάζονται και ξανασηκώνονται σαν ζόμπι, ad absurdum, για να εμφανιστούν στις επόμενες σκηνές, σε άλλους ή στους ίδιους ρόλους.
Τα συμβάντα ενέχουν μια αθέλητη κωμικότητα. Και μόνον η δραματουργία ενός μαχαιριού που μπήγεται - ξεμπήγεται σε σώματα με γραφειοκρατική απάθεια, παράγοντας κάθε φορά το ίδιο αδιόρατο κλικ-κλακ, έχει πλάκα από μόνη της, την οποία όμως τορπιλίζει η ανάγκη του συγγραφέα για βαθυστόχαστα υπαρξιακά μηνύματα. Στα πρώτα 3-4 λεπτά δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα του περίπου. Μετά, ο Μάγιενμπουργκ εξαπολύει τον «Μ» του στην cool σχεδιασμένη σφαίρα του γκροτέσκου, φορτώνει την παιδαριώδη ιστορία με υψηλή ρητορική, ποιητική ομίχλη και δάνεια από καφκικό μυστήριο, ταινίες φρίκης και ρομαντισμό, εξαναγκάζοντας τους λυκάνθρωπούς του σε απανωτά τσιμπούσια, τίγκα στο θεατρικό αίμα.
Ενα αμήχανο, ιλαρό και βαρετό πόνημα από έναν πρώην ενδιαφέροντα συγγραφέα. Αν δεν κατρακυλά πλήρως στην ανοστιά ενός φτηνού σπλάτερ, το οφείλει στη φίνα φαντασία ενός ταλαντούχου σκηνοθέτη (Θανάσης Σαράντος), στους δεξιοτεχνικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), στον οίστρο της μουσικής (Νίκος Πατρελάκης) και σε δύο παιγνιώδεις ηθοποιούς σε δέκα ρόλους (Βασαρδάνης, Πανουργιά). Μαζί δημιούργησαν ένα μικρό σεληνιακό σύμπαν, ελλειπτικό, λοξό, με γκρι - πράσινες ομίχλες, σφυρίχτρες, περούκες, κεριά, σιωπές, αλυχτίσματα λύκων. Ισως κατάφερναν να μεταδώσουν και τον εφιάλτη ενός κόσμου χωρίς ίχνος ανθρώπινης ψυχής, όπως θα ήθελε ο συγγραφέας, εάν τους έδινε ένα καλύτερο κείμενο.
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, σκηνικά: Λίνα Μότσιου, κοστούμια: Δέσποινα Μακαρούνη. *