Ως επιθεώρηση «εμπνευσμένη σε ένα βαθμό από τους αριστοφανικούς "Ορνιθες"», αυτοδιαφημίζονταν στην αρχή της καλοκαιρινής τους σταδιοδρομίας οι «Κότες» του «Αλσους». Δεν πήγα, βέβαια, να τις δω περίεργη για ό,τι θα μπορούσε να είναι μία χοντροκομμένη εκδοχή των περιπετειών του Πεισθέταιρου και του Ευελπίδη: τέτοιες έχουμε δει και στην Επίδαυρο.
Πήγα γιατί εδώ και δύο χρόνια όταν, για μια έρευνα αναγκάστηκα να καταπολεμήσω την απέχθειά μου γι' αυτού του είδους τα θεάματα, απρόβλεπτα γοητεύτηκα! Οχι από τις ίδιες τις παραστάσεις, αλλά από το μπουρλέσκ της ατμόσφαιρας στην πλατεία: απ' τον κόσμο που πάει ακόμα και με σαγιονάρες να γελάσει ή και να κακαρίσει υπέροχα και ακομπλεξάριστα, από την τόσο καλοκαιρινά ελληνική συνήθεια ηχηρής κατανάλωσης στραγαλιών και γρανίτας, απ' τις αντιδράσεις των θεατών στις ατάκες που εκτοξεύουν από τη σκηνή οι μάστορες του είδους.
Εννοώ εκείνους τους 5-6 ηθοποιούς, τους εύπλαστους, ετοιμόλογους και πανέτοιμους να υποστηρίξουν με μια άψογη ερμηνεία και το πιο ανόητο ή χυδαίο κείμενο. Πάρτε, για παράδειγμα, τον Ψάλτη -κι ας τον είχα συνδέσει μέσα μου, χρόνια, με βιντεοκασέτες επιπέδου «Αν ήταν το βιολί-πουλί». Σκεφτείτε πώς ο Μουστάκας ισορροπεί αξιοθαύμαστα στην υπερβολή. Ή ο Τόνυ Αντονυ κι ο Παύλος Κοντογιαννίδης.
Χρόνια στο κουρμπέτι της επιθεώρησης όλοι τους, για τις «Κότες» υποδέχτηκαν φέτος και τον Ηλία Λογοθέτη, ηθοποιό σπουδαίο και δοκιμασμένο στο «δύσκολο» ρεπερτόριο των λίγων θέσεων...
Ισως, μάλιστα, λόγω του Λογοθέτη να μην μπόρεσα φέτος να απολαύσω το κοινό. Οχι γιατί με απορρόφησαν τα κάκιστα κείμενα με τα ανίσχυρα να προκαλέσουν τη γάργαρη λαϊκή ανταπόκριση δήθεν αστεία για την τηλεόραση και τον Σημίτη. Αλλά γιατί όσο έβλεπα τον Λογοθέτη να υποδύεται έναν πολιτικό-ρομπότ, κατορθώνοντας να μην εξευτελιστεί τελείως καθώς εκτελούσε το χειρότερο νούμερο της παράστασης, στενοχωριόμουν. Κι έτσι παρασύρθηκα και στενοχωρήθηκα για όλους τους. Κρίμα που τόσο κακά κείμενα τσακίζουν τα φτερά του ταλέντου τους. Αλλωστε οι «Κότες» δεν πετούν.