 «Μετά απ' όσα τράβηξα χίλιες φορές στην Κίνα με γάτες και κοτόπουλα, Κινέζους και κινίνα...» (στη φωτ. η Τσου-Τσου δέρεται από τον θείο της Μαξιμιλιανό) |
Ο Αύγουστος προχωρεί με ολυμπιακά σταθμά, το Πεκίνο εξουσιάζει τη βαρεμάρα μας, τα «σπριγκ-ρολς» παίρνουν και δίνουν, τα πεκινουά νοσταλγούν τα παραμύθια των αυτοκρατορικών ευνούχων, μα... η ποιήτρια κυρία Σιλάνα Σαλιάγκου αγρυπνεί.
Και όταν αγρυπνεί... συνθέτει δραματικά έργα κατευθείαν βγαλμένα απ' τον πόνο και την ψυχή του λαού. Ιδού λοιπόν το δράμα της Ελληνίδας Τσου-Τσου. Μια Ελληνίς που φεύγει με πίκρα στα ξένα, ΟΧΙ για λόγους γευσιγνωσίας ούτε από θαυμασμό ιδιαίτερο στις ταινίες του Ζαν Γιμού:
Μάνα στην Κίνα θα διαβώ/ Κινέζο ν' αγαπήσω/ και θ' αφεθώ στη μοίρα μου/ να μη γυρίσω πίσω.
Γιατί οι Κινέζοι είναι πιστοί/ εκ Μάο εκπαιδευμένοι/ να εργάζονται νυχθημερόν/ στο πόστο τους σκυμμένοι.
Θα κάνω κίτρινα παιδιά/ που αθλητές σαν γίνουν/ θα μάθουνε πηδήματα/ που αξέχαστα θα μείνουν.
Μα προπαντός θ' απαρνηθώ/ τη χώρα αυτή που ζούμε/ με μπράβους και μπραβότητες/ που ακόμη αγνοούμε.
Στην Κίνα οι μπράβοι εργάζονται/ τη μέρα ως εργάτες/ σηκώνουν τούβλα και σακιά/ στις δυνατές τους πλάτες.
Και «μπράβους» τούς αποκαλούν/ απ' τα πολλά τα «ΜΠΡΑΒΟ»/ που βοηθούν στο έργο του/ τον ντόπιο εργολάβο!
Χωρίς να υποβαθμίζονται/ στα κέντρα της Μυκόνου/ χωρίς να τρών' κοπανιστή/ με ορέξεις δολοφόνου.
Γιατί η πολλή κοπανιστή/ χτυπά στους εγκεφάλους/ και σχηματίζει στο μυαλό/ κοπανισμένους κάλους.
Στην Κίνα τέρμα ΟΛΑ αυτά/ καθότι υπάρχουν νόμοι/ που ορίζουν τι είναι υπόκοσμος/ και τι είναι οι... αστυνόμοι.
Εδώ τα ίδια τα σκατά/ όπου κι αν πας μυρίζεις/ και τα πατάς στον δρόμο σου/ σαν πας και σαν γυρίζεις.
Και δεν μας φτάνει που νοσεί/ το σύμπαν με ληστείες/ καιγόμαστε κι ανάρμοστα/ απ' τις θερμοπληξίες.
Κάψα στην κάψα θα το δεις/ που εντός ολίγων χρόνων/ θα 'χει η Ελλάς αποκαεί/ στα χέρια των βαρόνων.
Μάνα στην Κίνα οι γιατροί/ στον δρόμο σ' εξετάζουν/ κι αν σου πονεί η συκωταριά/ αμέσως σου τη βγάζουν.
Σου επισκευάζουν την καρδιά/ τα δόντια και τα μάτια/ χωρίς να στέκεσαι ουρά/ κι ορθοστασία δυο κάτια.
Ομως μια και αποφάσισα/ στην Κίνα θα κινήσω/ θα σφίξω κώλο και ψυχή/ τη γλώσσα να μιλήσω.
Θα τρώω σούπες με σκορπιούς/ και αράχνες σαχανάκι/ κροκόδειλους και ποντικούς/ με το βραστό ρυζάκι.
Γι' αυτό κάνω προπόνηση/ μέσω των ρυζογάλων/ και απαρνιέμαι τα γκουρμέ/ εδέσματα των Γάλλων.
ΑΦΟΥ η μοίρα αρνήθηκε/ να γίνω Κάρλα Μπρούνι/ θα εξασκηθώ κινέζικα/ πώς τρώνε το γουρούνι.
Τώρα που οι Ολυμπιακοί/ γίνονται στο Πεκίνο/ και συμμετέχουν γέροντες/ γριες με μπέιμπι-λίνο.
Μητέρες, νέοι και παιδιά/ θα πάω να προσκυνήσω/ το ΑΡΧΑΙΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ γενικώς/ και άντρα ν' αναζητήσω.
Θ' αλλάξω μάνα και όνομα/ ΤΣΟΥ-ΤΣΟΥ θα υπογράφω/ Τσου-Τσου θα μείνω εσαεί/ Τσου-Τσου πάνω στον τάφο.
Θέλω από γλύπτες να γραφεί/ «ΤΣΟΥ-ΤΣΟΥ πρώην Ελληνίς/ που απ' την Ελλάδα έφυγε/ λόγω... επισκευής».
Μην κλάψεις μάνα την Τσου-Τσου/ πες πως δεν είχες κόρη/ που πνίγηκε πηγαίνοντας/ κρουαζιέρα με βαπόρι!
Κι έγινε κύμα και αφρός/ και φύκι στις Κυκλάδες/ κι ας έταξε στην Παναγιά/ στο μπόι της... λαμπάδες.
Μ' ένα σουξέ κινέζικο/ λέω στην Ελλάδα ΑΝΤΙΟ/ χαιρετισμούς στους συγγενείς/ και στο κωλοχανείο... *