* Αραγε με ποιον μιλάμε όταν μιλάμε με τον εαυτό μας για τον εαυτό μας;
Ενα είναι σίγουρο: η γραία με τα παρδαλά τσιμπιδάκια αδιαφορεί για τη θεωρία της αφήγησης. Εξίσου σίγουρο είναι ότι αδιαφορεί αν στοιχειοθετεί ή όχι παράδειγμα κλονισμού του υποκειμένου, αυτής της πανάρχαιης τραμπάλας ψυχής και ομιλίας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτή η τρυφερή ηρωίδα του Εθνικού Κήπου απευθύνεται σε κάτι που της λείπει. Αυτό το κάτι άλλοτε παίρνει τη μορφή του παιδιού, που την πέταξε έξω από το σπίτι ή την ανάγκασε να το εγκαταλείψει, κι άλλοτε του παιδιού που κάνει σαματά μέσα στο κεφάλι της -ενδεχομένως- αυτό το αμφίστομο κάτι να νουθετεί.
Κάποιοι θα υπομειδιάσουν: είναι όλοι αυτοί που φοράνε το κουστουμάκι της κανονικότητας και ζούνε αγεληδόν. Με δυο λόγια ο χρήσιμος άνθρωπος (κι εδώ δεν έχουν ασυλία όσοι εργασιομανείς της τέχνης θεωρούν εαυτούς εξυπνότερους από τη ζωή) που αναγνωρίζεται από το κατεπείγον του βίου· ποτέ δεν έχει καιρό για χάσιμο (δηλαδή για αγάπη και για θάνατο). Σάμπως όλοι αυτοί που κυκλοφορούν καλωδιωμένοι σαν αγιοβασιλιάτικοι εξωγήινοι δεν είναι οι politically correct παραληρούντες; Ολες αυτές οι μούρες που ψεύδονται στο κινητό, που σαλιαρίζουν στο κινητό, που χαχανίζουν στο κινητό τι άλλο είναι δηλαδή από personae solitarae;
Τα πρόσωπα που μιλάνε στους τέσσερις τοίχους ή στον κοπανιστό αέρα δεν είναι πρόσωπα για να τα ξεσκίζουμε στην τηλεόραση ή για να φτύνουμε τον κόρφο μας όταν περνάμε από δίπλα τους· είναι πρόσωπα ιερά γιατί ξεφλουδίζουν τους φόβους μας, αίρουν τους πανικούς μας, μαλακώνουν το καθημερινό σκάψιμο του θανάτου· είναι πρόσωπα μαγικά σ' έναν κόσμο βίαια απομαγευμένο, δηλαδή εφήμερα αθάνατο. *