E-ONLINE
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΕλλάδαΠολιτικήΟικονομίαΤέχνεςΑθλητισμόςΚόσμοςHOME




Φύλλο Τετάρτης
10 - 03 - 2004

ΣΤΗΛΕΣ
ΟΔΗΓΟΣ
... ΚΙ ΕΚΕΙΝΑ
ΕΔΩ ΡΑΔΙΟ «Ε»
ΖΑΠ ΖΑΠ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Αναζήτηση
Με ημερομηνία

ή
Τεύχη Βιβλιοθήκης
Φάκελοι Σαββάτου

Ταυτότητα
Εκδόσεις
Αρχείο
Διάφορα
Επικοινωνία

Βρίσκεστε στο παλαιό site του www.enet.gr

Το www.enet.gr άλλαξε.

Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.

Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.




Για την ταινία «Το λιβάδι που δακρύζει» του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Μια μουσική που γίνεται εικόνα

Σε ήχο ελληνικό

ΓΙΩΡΓΟΣ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Ο αρμοδιότερος όλων να κρίνει τη μουσική που γράφεται για τις ανάγκες μιας κινηματογραφικής ταινίας είναι, βέβαια, ο σκηνοθέτης.

Ελένη Καραΐνδρου «Το λιβάδι που δακρύζει»
Γι' αυτό έχει μεγάλη βαρύτητα η δήλωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου πως: «Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου δεν συνοδεύει την εικόνα -μπαίνει στην εικόνα, γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο της εικόνας. Θα έλεγα, παίρνει μέρος από αυτό που ονομάζεται anima, έτσι που στο τέλος να μην μπορείς να ξεχωρίσεις το ένα από το άλλο- είναι τόσο δεμένα... Εγώ θεωρώ την Ελένη αυτή τη στιγμή έναν από τους καλύτερους μουσικούς του κινηματογράφου που υπάρχουν στον κόσμο».

Το πρώτο σκέλος αυτής της δήλωσης λέει, κατά τη γνώμη μου, το αυτονόητο, ότι δηλαδή η κινηματογραφική μουσική ούτε είναι ούτε οφείλει να είναι ένα αυθύπαρκτο μουσικό έργο, αλλά ένα από τα αυτόνομα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου. Το δεύτερο, που είναι τόσο τιμητικό για την Ελένη Καραΐνδρου, προτείνω σε όσους το θεωρήσουν (ευλόγως ίσως) υπερβολικό να σκεφτούν πως, εκτός του ότι αποτελεί μια υποκειμενική εκτίμηση του σκηνοθέτη, αναφέρεται, επίσης, σε μια εντελώς διαφορετική καλλιτεχνική διαδικασία και λειτουργία με εντελώς διαφορετικό σκοπό από εκείνη τη διαδικασία και από εκείνους τους όρους που αφορούν τη δημιουργία ενός αυτόνομου και αυθύπαρκτου μουσικού έργου.

Ετσι η μουσική κάθε ταινίας όχι μόνο γράφεται αλλά και κρίνεται ως μέρος της ταινίας, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν και περιπτώσεις που μπορεί να αδικηθεί αν π.χ. αποσπαστεί από την ταινία, όπως γίνεται στις περιπτώσεις που εκδίδεται σε δίσκους.

Πολλές φορές η επιτυχημένη συμβολή της μουσικής σε μια ταινία δεν φαίνεται καθαρά, ή και καθόλου, εκτός ταινίας, δηλαδή στους δίσκους. Ιδιαιτέρως μάλιστα, όπως εδώ, που η μουσική δεν παίζει τον καθιερωμένο ή, καλύτερα, τον καταξιωμένο, στον εμπορικό τουλάχιστον κινηματογράφο, ρόλο.

Η Ελένη Καραΐνδρου απέφυγε την ευκολία και το στερεότυπο της «καταξιωμένης» συνοδείας, της μουσικής δηλαδή που συνοδεύει τις εικόνες και τις καταστάσεις σαν μια απλή και προβλέψιμη ομοφωνία στο πρώτο επίπεδο της κινηματογραφικής αφήγησης. Δεν λογάριασε (προς τιμήν της) ότι αυτό δεν θα «πριμοδοτούσε» και τόσο, από εμπορική άποψη, ένα δίσκο της κατηγορίας soundtrack.

Είναι, πιστεύω, άξιο παρατήρησης αυτό, καθώς αποτελεί εξαίρεση σ' έναν κανόνα που έχει, μάλιστα, διεθνή εφαρμογή και που δικαιολογεί νομίζω την «υπερβολή» του Θόδωρου Αγγελόπουλου που αναφέραμε πιο πάνω και η οποία αναφέρεται σε ένα σοβαρό ζήτημα σχετικά τόσο με το ρόλο της κινηματογραφικής μουσικής όσο και με τη φιλολογία (και τη σκέψη) που έχει αναπτυχθεί στα εκατό, και πλέον, χρόνια της ιστορίας του κινηματογράφου: Δύο διακεκριμένοι Αμερικανοί μουσικοσυνθέτες που εργάστηκαν για τον κινηματογράφο -ο David Raksin και ο Aaron Copland- περιέγραψαν την κινηματογραφική μουσική, ο μεν πρώτος λέγοντας πως «ο καταξιωμένος σκοπός της σε μια ταινία είναι να βοηθήσει το θεατή να αντιληφθεί το νόημά της», και ο δεύτερος λέγοντας ότι «ένας μουσικοσυνθέτης δεν μπορεί να πετύχει τίποτε περισσότερο από το να κάνει (μέσω της μουσικής) δραστικότερη τη δραματική και συναισθηματική αξία της ταινίας.

Πέρα από τη γενικότητά τους, οι δύο αυτές προσεγγίσεις (και ιδιαιτέρως η δεύτερη, που αναφέρεται στον «καταξιωμένο» σκοπό) είναι αρκετά στατικές, καθώς θεωρούν τα καταξιωμένα ως αιωνίως χρήσιμα ασχέτως αν, στην πράξη, οδήγησαν τη μουσική των ταινιών (για την ακρίβεια των ταινιών που προορίζονται για πλατιά κατανάλωση) σε στερεότυπα, τα οποία συχνά δεν λείπουν ακόμα και από ταινίες με ευρύτερους -πλην των εμπορικών- στόχους. Τέτοια μουσικά στερεότυπα είναι π.χ. τα άκρως ρομαντικά κομμάτια, με τον καταιγιστικό λυρισμό, που ξεκινούν όταν ο πρωταγωνιστής δίνει το πρώτο ερωτικό φιλί στην πρωταγωνίστρια, τα ορμητικά ματζόρε presto με χάλκινα και κρουστά, όταν έρχεται το ιππικό να εξοντώσει τους Ινδιάνους, ή τα δραματικά συμφωνικά φόρτε όταν ο ήρωας οργισμένος παίρνει μια μεγάλη απόφαση.

Οποια προσέγγιση δεν επαναπαύεται στις καταξιωμένες μεθόδους και λύσεις, όποια πρόθεση του σκηνοθέτη και του μουσικοσυνθέτη εξετάζει το κατά πόσον μπορεί, ή όχι, σήμερα να αποδέχεται με ευκολία, ή να βασίζεται τυφλά, σε κανόνες που έχει γενικώς θεσπίσει η εμπειρία, είναι κατά τη γνώμη μου μια πολύ σημαντική προσέγγιση. Πιστεύω ότι η εργασία της Ελένης Καραΐνδρου κινείται προς αυτή την κατεύθυνση αναζητώντας (σε μια κοινή προσπάθεια με το σκηνοθέτη) τη μουσική εκείνη που θα αποδεικνύει τη θετική συμβολή της στο κινηματογραφικό έργο.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/03/2004


wap.enet.gr

ΤΕΧΝΕΣ
με μια ματιά...



Συνέντευξη - Δημήτρης Λιγνάδης


Σημεία αναφοράς


Θέατρο



Μουσική








«Αγορά της Πέλλας»




Οδηγός


Εμαθα


Φώτης Μακρής


Ενθυμήματα νεοδημοκρατικών πολιτισμικών παρεμβάσεων


10 άνθρωποι της τέχνης σχολιάζουν


Η ζωή είναι εδώ



Τηλεόραση




Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.