ΓΙΩΡΓΟΣ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Δώδεκα τραγούδια σε ποίηση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, με απόδοση στα ελληνικά του Σωτήρη Τριβιζά και μουσική του Δημήτρη Μαραμή. Ερμηνευτές, ο Μάριος Φραγκούλης και ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος. Μαζί τους, το διεθνούς φήμης κλασικό κιθαριστικό ντουέτο Στέλιος Γκόλγκαρης και Βασίλης Μαστοράκης, καθώς και μια ομάδα εκλεκτών μουσικών. Η εργασία αυτή παρουσιάζεται με αφορμή τα 70 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Ισπανού λυρικού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα.
Εξοχα ποιήματα της εφηβικής περιόδου του Λόρκα και εμπνευσμένη η εργασία του Σωτήρη Τριβιζά. Οπως ο ίδιος σημειώνει, στο νεανικό έργο του Λόρκα το τραγούδι ακούγεται μέσα στο ίδιο το ποίημα: «...Προσπάθησα, λοιπόν, ν' αφουγκραστώ μέσα στο ποίημα το τραγούδι του ποιητή προσθέτοντας στις μεταφράσεις μου την ομοιοκαταληξία. [...] Προέκυψε, έτσι, ένα υβρίδιο που κινείται ανάμεσα στη μετάφραση και στην πρωτότυπη ποιητική δημιουργία με τον τρόπο που δίδαξε ο Οδυσσέας Ελύτης».
Ο,τι όμως ξεχωρίζει είναι η καλαίσθητη, δροσερή και σεβόμενη τον ποιητικό λόγο μελοποίηση που, με λυρισμό και τρυφερότητα, ατενίζει προς μια (ταιριαστή στα ποιήματα) μεσοπολεμική ατμόσφαιρα χωρίς να μιμείται κάτι (παρά το κάποιο χατζιδακικό άρωμα) και κυρίως χωρίς να επιχειρεί να «ξυλευθεί» από διάφορες (και συνηθισμένες στις ελληνικές μελοποίησεις του Λόρκα) ευκολίες, όπως π.χ. οι αναφορές στο ισπανικό μουσικό φολκλόρ με τα γνωστά και «αβανταδόρικα» χρώματά του. Είναι φανερό ότι ο μουσικός, εδώ, εργάστηκε με ιδιαίτερη αγάπη, φροντίδα και κυρίως με ευαισθησία στις απαιτήσεις του ποιητικού λόγου, με προσοχή στο σώμα, στον ήχο και στο πνεύμα της λέξης.
Ο Δημήτρης Μαραμής είναι ένας νέος -και όπως δείχνει η παρούσα εργασία του- προικισμένος μουσικός, με σπουδές στην Ελλάδα και στην Αγγλία. Μέχρι τώρα έχει γράψει μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο, καθώς και κάποια άλλα έργα λόγιας μουσικής.
Ο Μάριος Φραγκούλης παρ' όλη την υψηλή του τεχνική δεν καταφέρνει, πιστεύω, να ενωθεί, να αφομοιωθεί και τόσο με τη συνολική μουσική εικόνα έτσι ώστε να γίνει αναπόσπαστο στοιχείο της και εμφανίζεται κάποτε απόμακρος και κάποτε ψυχρός (σε σχέση μ' εκείνο που είναι και με το πώς ακούγεται η μουσική), άλλοτε υπερβολικός κραδαίνοντας, λες, τα εκφραστικά στερεότυπα της λυρικής τεχνικής και καλλιτεχνίας κι ακόμα ένα στιλιζάρισμα που υπονομεύει την ερμηνεία του. Ετσι, δεν επαληθεύονται τα σχετικά λόγια που γράφει στο σημείωμά του, πως δηλαδή αισθάνεται μια «δυνατή ψυχική συγγένεια» με τον Λόρκα, στον οποίο καταφεύγει, όπως γράφει, «κάθε φορά που κλονίζονται τα καλλιτεχνικά μου πιστεύω». Φαίνεται πως στην προσπάθειά του να κατακτήσει ποιος ξέρει ποιες «ορθογραφίες» και δεξιοτεχνικές επιδόσεις στην εκφορά των φθόγγων και των φωνηέντων και μάλιστα μιας συγκεκριμένης τεχνοτροπίας (όχι και τόσο συγγενικής με το ήθος των τραγουδιών αυτών) έμεινε αμελέτητος στην ερμηνεία.