Τα βιβλία του Πάνου Καρνέζη κέρδισαν εξ αρχής το βρετανικό αναγνωστικό κοινό: ένας Ελληνας που γράφει στα αγγλικά, ζει στο Λονδίνο και αναφέρεται σε θέματα εξωτικά (ελληνική επαρχία, Μικρασιατική Εκστρατεία) δεν είναι η πιο συνηθισμένη περίπτωση συγγραφέα κάτω των σαράντα χρόνων με διεθνή επιτυχία.
 «Ολα τα βιβλία μου έχουν γραφτεί κατ' αρχάς στ' αγγλικά και τα μεταφράζω εγώ για την ελληνική έκδοση (...) Δεν γράφω όπως ένας Αγγλος συγγραφέας, ακόμα και αν οι προτάσεις μου είναι γραμματικά σωστές» |
Η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Μικρές ατιμίες» κυκλοφόρησε αρχικά στη Βρετανία και κατόπιν μεταφρασμένο στα ελληνικά, όταν πλέον οι διθυραμβικές κριτικές από διεθνή έντυπα επισήμαναν την περίπτωση ενός «δικού μας» παιδιού που αναζητεί τη λογοτεχνική του ταυτότητα στο εξωτερικό. Ανάλογη επιτυχία γνώρισε το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο λαβύρινθος». Μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του («Πάρτι γενεθλίων», εκδόσεις «Λιβάνη») με το οποίο προσδοκά να φωτίσει πτυχές της προσωπικότητας ενός μεγιστάνα.
Το πιστό αναγνωστικό κοινό του Πάνου Καρνέζη θα αναγνωρίσει εύκολα τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν και, κυρίως, θα διαπιστώσει τη φωνή της αφήγησής του, τον τρόπο που διαχειρίζεται το υλικό του, την εξέλιξη ενός συγγραφέα με διεθνή καταξίωση...
-Παραμένει ελκυστική η ζωή των κροίσων στην εποχή του καταναλωτισμού; Υποθέτω ότι σκεπτόμενος να στηριχθείτε μυθοπλαστικά στη ζωή του Ωνάση, είχατε κατά νου τις δυνατότητες που προσφέρει ο χαρακτήρας, οι εμπειρίες, τα επιτεύγματά του...
«Η ιδέα ξεκίνησε όταν διάβασα μια βιογραφία του Χάουαρντ Χιουζ. Μέχρι τότε δεν ήξερα πολλά για τους μεγιστάνες που έχουν μείνει στη μνήμη του κόσμου σαν μύθοι. Μου έκανε τόσο εντύπωση, που στη συνέχεια διάβασα για τη ζωή του Ωνάση και άλλων που είναι πιο κοντά στο δικό μας ελληνικό παρελθόν. Είναι, πράγματι, ένας πολύ ελκυστικός χαρακτήρας για να πλάσει κάποιος γύρω του μια φανταστική ιστορία».
-Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το βιβλίο ως βιογραφία;
«Αν και υπάρχουν πάμπολλες πληροφορίες για τη ζωή του, δεν γνωρίζω μυθιστορήματα που να είναι εμπνευσμένα απ' αυτόν. Η μυθοπλασία, γενικά, έχει ένα πλεονέκτημα εδώ απέναντι στη βιογραφία, γιατί έχει το δικαίωμα να μπαίνει στο μυαλό του ήρωα, ν' αναλύει τις σκέψεις του ή να επινοεί γεγονότα, που αν και δεν έγιναν ποτέ βοηθάνε να φωτίσουν το χαρακτήρα του ήρωα».
-Και σ' αυτή την περίπτωση, όπως παρατηρώ και στις προηγούμενες (κυρίως στον «Λαβύρινθο»), επιδιώκετε να «φωτίσετε» τους ήρωες μέσα από τη μικροϊστορία τους, παρά να τους εντάξετε στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο...
«Προσπαθώ να φαντάζομαι τους ήρωες ως άτομα που ζουν μέσα στην εποχή τους, να μην τους κοιτάζω με επιστημονικό μάτι από κάποιο μακρινό σημείο στο μέλλον. Εχω την εντύπωση πως οι καθημερινές μας επιλογές καθοδηγούνται από το μικρό προσωπικό παρελθόν μας, αυτό που λέτε μικροϊστορία, και το τι συμβαίνει σε μια μικρή απόσταση γύρω μας, ή έτσι πιστεύουμε εκείνη τη στιγμή».
Αποτυχία και συνέπειες
-Πώς συνδέεται, εάν συνδέεται, ο κρίκος αυτού του μυθιστορήματος με τους προηγούμενους που έχετε ήδη καταθέσει;
«Το θέμα που γενικά με απασχολεί στα βιβλία μου είναι η αποτυχία σε κάθε μορφή, οι συνέπειές της, είτε στο προσωπικό επίπεδο είτε σε μια ομάδα ανθρώπων. Στο πρώτο μου βιβλίο, αυτή η ομάδα ήταν ένα χωριό απομονωμένο απ' τον υπόλοιπο κόσμο που δεν μπορεί να δεχθεί τον ερχομό της προόδου, στο δεύτερο ήταν μια μονάδα του στρατού μετά την ήττα στη Μικρά Ασία και στο τρίτο είναι η αποτυχία του μεγιστάνα-ήρωα να δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις με τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά του και η ανικανότητα να νιώσει ικανοποίηση έχοντας πια εκπληρώσει τη φιλοδοξία του».
-Εύκολα παρατηρεί κανείς στο βιβλίο τη στροφή από το μαγικό ρεαλισμό στη μυθοπλασία στηριγμένη σε πραγματολογικά στοιχεία, ιστορικές αναφορές, βιογραφικά δεδομένα...
«Βλέπω το μαγικό ρεαλισμό ως εργαλείο του συγγραφέα που είναι πολύ χρήσιμο όταν θέλει να αφηγηθεί ιστορίες που έχουν σχέση με την ύπαιθρο, τη δεισιδαιμονία, τη λαϊκή κουλτούρα. Μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων πιστεύει στο υπερφυσικό, μια πίστη που ασπάζεται ο μαγικός ρεαλισμός και μπορεί να την εκφράσει πολύ αποτελεσματικά στην αφήγηση. Σε άλλες περιπτώσεις, σε άλλες ιστορίες, οι τεχνικές του μαγικού ρεαλισμού, όσο γοητευτικές κι αν είναι, είναι λιγότερο χρήσιμες, όπως εν προκειμένω, όπου ο ήρωας ζει σ' έναν κόσμο που πιστεύει λίγο ή καθόλου σε δυνάμεις πέρα απ' τις δικές του».
-Πώς αντιλαμβάνεστε την αποδοχή του βιβλίου; Δεδομένου ότι η φήμη των δύο προηγούμενων βιβλίων σας υπήρξε αξιοσημείωτη και φυσικά η εκτός συνόρων καριέρα τους...
«Ο στόχος είναι να αφηγηθώ μια ιστορία. Πιστεύω πολύ στην ιδέα πως μια καλοειπωμένη ιστορία απελευθερώνει τη φαντασία και την κριτική σκέψη μέσω της διασκέδασης του αναγνώστη, του θεατή, του ακροατή. Προσπαθώ να μη σκέφτομαι τι απαιτήσεις δημιουργεί αυτό από αναγνώστες και εκδότες, είναι δύσκολο να γράφει κανένας με αυτά στο νου. Μια έμφυτη εσωστρέφεια και η απόσταση που αναπόφευκτα κρατάει ένας συγγραφέας απ' τον αναγνώστη -λόγω της φύσης της δουλειάς του- με βοηθάνε να διατηρώ τη συναισθηματική ισορροπία που χρειάζομαι για να γράφω».
Κριτικές και βραβεία
-Σας ενδιαφέρει, ωστόσο, η κριτική αποτίμηση;
«Χαίρομαι όταν ένα βιβλίο μου αρέσει σ' έναν κριτικό λογοτεχνίας, έναν έμπειρο αναγνώστη που μπορεί να δει από πού έχει ξεκινήσει ένας συγγραφέας, ποιες είναι οι επιρροές του, τι τεχνικές χρησιμοποιεί και ίσως να κάνει κάποιες χρήσιμες παρατηρήσεις. Νομίζω όμως πως οι καλές κριτικές, όπως και τα βραβεία, δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός, μια επίμονη επιδίωξη του συγγραφέα, αλλά απλά η συνέπεια της πορείας, η τελική κατάληξη ενός καλογραμμένου βιβλίου. Και υπάρχει βέβαια και ο κίνδυνος η λογοτεχνία, που γράφεται με στόχο την αποδοχή απ' το λογοτεχνικό περιβάλλον και την επιβράβευση, να καταλήξει εσωστρεφής, ελιτιστική, ένα πολύτιμο μυστικό που δέκα-είκοσι άνθρωποι ψιθυρίζουν ο ένας στο αυτί του άλλου».
-Αυτό το βιβλίο έχει γραφτεί στην αγγλική γλώσσα; Θα ήθελα το συλλογισμό σας στο θέμα της γλωσσικής ταυτότητας του συγγραφέα. Εάν πατρίδα του είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί, άλλο τόσο ισχύει η άποψη της Τζούλια Κρίστεβα -που ενστερνίζομαι επίσης- για τη μητρική γλώσσα, εκείνην που ο συγγραφέας μιλάει εσωτερικά και με την οποία κατά βάση εμπνέεται...
«Ναι, όλα τα βιβλία μου έχουν γραφτεί κατ' αρχάς στ' αγγλικά και τα μεταφράζω εγώ για την ελληνική έκδοση. Οταν γράφω στα αγγλικά προσπαθώ να σκέφτομαι και στα αγγλικά. Δεν νομίζω πως λειτουργεί καλά να σκέφτομαι μια σκηνή που γράφω στα ελληνικά κι ύστερα να τη μεταφράζω στα αγγλικά πριν τη γράψω στο χαρτί. Το πρόβλημα είναι το διαφορετικό συντακτικό που έχει η μια γλώσσα απ' την άλλη, οι ιδιωματισμοί, το λογοπαίγνιο. Ακόμη πιο σημαντικές είναι οι ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές αναφορές που ένας ξένος αναγνώστης δεν γνωρίζει. Προσπαθώ να φιλτράρω όλες αυτές τις πληροφορίες ώστε το νόημα να παραμένει, αλλά παράλληλα να μη χάνεται στο κείμενο ένας αναγνώστης που δεν ξέρει καλά την Ελληνική Ιστορία. Ξέρω, πάντως, πως δεν μπορώ να αγνοήσω την επίδραση της μητρικής γλώσσας. Εφυγα απ' την Ελλάδα όταν ήμουν είκοσι πέντε χρόνων, μια ηλικία που κάποιος έχει κατασταλάξει σ' έναν τρόπο έκφρασης, ένα χιούμορ, έναν τρόπο σκέψης. Αυτά νομίζω πως φαίνονται αμέσως μόλις κάποιος ανοίξει ένα βιβλίο μου. Δεν γράφω όπως ένας Αγγλος συγγραφέας, ακόμη και αν οι προτάσεις μου είναι γραμματικά σωστές».