Η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» στη Θεσσαλονίκη γιορτάζει τα 25 θεατρικά χρόνια της έχοντας πάντα στο τιμόνι τον πανεπιστημιακό καθηγητή Νικηφόρο Παπανδρέου
Είκοσι πέντε χρόνια αδιάλλειπτης, γόνιμης και συνεπούς παρουσίας έχει στη Θεσσαλονίκη η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», με ιδρυτή και καλλιτεχνικό διευθυντή τον καθηγητή Θεατρολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Νικηφόρο Παπανδρέου.
Αυτή την επέτειο γιορτάζει φέτος τιμώντας τη σύγχρονη νεοελληνική δημιουργία. Ηδη παρουσιάζει σε εναλλασσόμενο δραματολόγιο τη «Νίκη» της Λούλας Αναγνωστάκη σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και το «Ενα φως για κάθε σκοτάδι» του Ακη Δήμου σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου στο θέατρο «Αμαλία» (επίσης το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» στην παιδική-νεανική της σκηνή σε σκηνοθεσία Νικηφόρου Παπανδρέου). Θα ακολουθήσουν οι «Δάφνες και πικροδάφνες» των Κεχαΐδη-Χαβιαρά και τα τρία μονόπρακτα του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Ο επικήδειος», «Ο πανηγυρικός», «Αυτός και το παντελόνι του».
 «Το θέατρο είναι άσκηση ελευθερίας και πειθαρχίας» λέει ο θεατρολόγος καθηγητής και σκηνοθέτης Νικηφόρος Παπανδρέου |
Εδώ και 15 χρόνια ο γράφων παρακολουθεί τη δουλειά της και χαίρεται τις ποιοτικές παραστάσεις της που απευθύνονται στο ευρύ κοινό συνδυάζοντας το καλό γούστο, τη συγκίνηση, τον προβληματισμό, το χιούμορ και την ευαισθησία (όπως και τις παραστάσεις της για παιδιά που είναι φτιαγμένες για κάθε ηλικίας θεατές). Εργα διαλεχτά είτε κλασικά είτε σύγχρονα, παραστάσεις συνόλου, άξιοι συνεργάτες, ηθοποιοί αφιερωμένοι στην τέχνη τους. Βεντετιλίκια, σκηνοθετικές ακρότητες και πρωτοποριακές «προκλήσεις» επί σκηνής δεν έχουν θέση στην Πειραματική.
Η κουβέντα με τον «καπετάνιο» της, τον Νικηφόρο Παπανδρέου, έναν σεμνό και ήπιο θεατράνθρωπο, που συνδυάζει τις ιδιότητες του πανεπιστημιακού καθηγητή, του σκηνοθέτη και του καλλιτεχνικού διευθυντή, δείχνει το πώς η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» γράφει με το σπαθί της τη δική της ιστορία (σε διπλανή στήλη υπάρχει συνοπτικά μια «ακτινογραφία» της πολύχρονης διαδρομής της).
 Κρατάει ακόμη το όνειρο που ξεκίνησε το '79 με το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σέξπιρ και το οποίο παίζεται ξανά τιμής ένεκεν από την Πειραματική στο θέατρο «Αμαλία» |
- Τι κρατάτε από το ξεκίνημα του 1979;
«Το γεγονός ότι ήμασταν όλοι τόσο νέοι! Και τόσο αθώοι ως προς τις δυσκολίες του εγχειρήματος! Εγώ με πολυετείς θεατρολογικές σπουδές και διδακτικό έργο στο Παρίσι, αλλά εντελώς άπειρος της σκηνής, χωρίς καμιά εμπειρία της πρακτικής του θεάτρου, και οι ηθοποιοί, σχεδόν παιδιά, μόλις είχαν αποφοιτήσει από τη δραματική σχολή του ΚΘΒΕ: ανάμεσά τους ο Χρήστος Αρνομάλλης, ο Νίκος Σεργιανόπουλος, η Εφη Σταμούλη, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η Βαρβάρα Μαυρομάτη, νεοσσοί στην πρώτη τους εμφάνιση... Κρατάω ακόμη τη συνεργασία μ' έναν σπουδαίο Αγγλο σκηνοθέτη, που χάσαμε πρόωρα, τον Κόλιν Χάρις, ο οποίος ανέβασε το πρώτο μας έργο, το σεξπιρικό "Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας", που φιλοξένησε γενναιόδωρα στο θέατρο "Αδωνις η Ρούλα Πατεράκη. Αλλά μη με σπρώχνετε στη νοσταλγία, με τα χρόνια έχω γίνει ευσυγκίνητος...».
Ρομαντισμός κι αναζήτηση
- Η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» πέρασε τα είκοσι από τα είκοσι πέντε χρόνια της στον 20ό αιώνα. Συμπορεύεται πλέον και με τους προβληματισμούς του 21ου αιώνα;
«Πολλά άλλαξαν στην ελληνική κοινωνία μέσα σ' αυτά τα 25 χρόνια, πολλά άλλαξαν και στο πολιτιστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης, φυσικά κι εμείς οι ίδιοι αλλάξαμε και αλλάζουμε συνεχώς. Ελπίζω ωστόσο ότι αυτό γίνεται δίχως ν'απαρνηθούμε κάποιες "ρομαντικές" ιδέες του ξεκινήματος, κάποιες αρχές καλλιτεχνικές, ηθικές και πολιτικές, χωρίς τις οποίες η δουλειά που κάνουμε δεν έχει πια νόημα, χάνει την ψυχή της, περνάει στην περιοχή του μάρκετινγκ, περιοχή όπου άλλοι μπορούν να τα καταφέρουν καλύτερα από μας. Οπωσδήποτε δεν άλλαξε ο βασικός μας προσανατολισμός: ένα θέατρο που καλλιεργεί την έρευνα, την αναζήτηση, την καλλιτεχνική ανησυχία και ταυτόχρονα απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Το στοίχημα μοιάζει ουτοπικό, αλλά δεν είναι».
- Παραμένει μια σκηνή... πειραματική;
«Δεν είμαι βέβαιος ότι είναι επιτυχής ο τίτλος που διαλέξαμε το 1979, θέλοντας κυρίως να σηματοδοτήσουμε τη νεανικότητα (τότε!) του θιάσου. Πράγματι, το επίθετο "Πειραματική" προσφέρεται σε παρανοήσεις. Αν σημαίνει την καλλιτεχνική ανησυχία και την ερευνητική διάθεση, φυσικά μας εκφράζει. Αν όμως παραπέμπει σ' ένα θέατρο του δοκιμαστικού σωλήνα για μια μικρή ομάδα ειδικών θεατών, τότε σίγουρα βρίσκεται έξω από τη θεατρική μας ιδεολογία και πρακτική. Πάντως, ποτέ δεν μας απασχόλησε, στις πρόβες ή μετά, το ερώτημα αν μια παράστασή μας θα μπορεί ή όχι να αποκληθεί "πειραματική". Το μόνο που μας απασχολεί κάθε φορά είναι να αφουγκραστούμε την κρυμμένη μουσική ενός κειμένου, να την κάνουμε να ηχήσει, να τη μοιραστούμε με άλλους. Ισως ο μείζων πειραματισμός είναι ότι ένα θέατρο σαν αυτό μπόρεσε να ριζώσει στη Θεσσαλονίκη, και να έχει την απήχηση που έχει μ' ένα ρεπερτόριο καθόλου "εύκολο" και καθόλου δημαγωγικό».
- Τι πετύχατε στα 25 αυτά χρόνια;
«Ως θετικά σημεία αυτού του απολογισμού θα μπορούσαν ν' αναφερθούν, τηλεγραφικά, τα παρακάτω: Η αδιάλειπτη παρουσία στην πόλη. Η πολιτική του ρεπερτορίου, όπου συνυπάρχουν μεγάλα κείμενα του παρελθόντος και πρωτότυπα, συνήθως άπαιχτα, έργα της σύγχρονης δραματικής γραφής. Η μεγάλη παραγωγικότητα - συμβολή στη διάδοση της θεατρικής παιδείας και στη διεύρυνση του ενήμερου και απαιτητικού κοινού. Η ανάδειξη ηθοποιών, σκηνοθετών, σκηνογράφων, μουσικών, φωτιστών, συγγραφέων της Θεσσαλονίκης. Σταματώ εδώ, δεν προχωρώ σε απολογισμό της καλλιτεχνικής ποιότητας των παραστάσεων, αυτός είναι δουλειά άλλων».
Κόντρα στην αγορά
- Υπάρχει πρόβλημα μόνιμης στέγης;
«Πάντα. Το θέατρο "Αμαλία" το έχουμε αγαπήσει πολύ με τα χρόνια, συνδέεται με σπουδαίες για μας καλλιτεχνικές εμπειρίες, αλλά είναι πια καιρός να βρεθούμε σ' έναν χώρο που να βρίσκεται σε αντιστοιχία με το ύφος της δουλειάς μας και με τη λειτουργία της μέσα στη ζωή της πόλης. Υπάρχουν αποθήκες στο Λιμάνι που ζουν υπέροχα δέκα μέρες το χρόνο κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου, και όλο τον άλλο καιρό πιάνουν αράχνες. Θα μπορούσε το θέατρο να λειτουργεί εκεί όλο το χρόνο, δίνοντας ζωή στο χώρο, και να διακόπτει τις παραστάσεις του την περίοδο του Φεστιβάλ».
- Ποιο το μυστικό της μακροβιότητας της Πειραματικής; Είναι και ζήτημα... καπετάνιου;
«Θα ήταν υποκριτική μετριοφροσύνη να πω ότι δεν είναι. Σ' αυτή τη δραστηριότητα που αποτελεί άσκηση της πιο μεγάλης ελευθερίας και της πιο σκληρής πειθαρχίας, έχει σημασία και η ύπαρξη ενός εμψυχωτή-συντονιστή που όλοι αποδέχονται. Υπάρχουν, όμως, και κάποια άλλα χαρακτηριστικά: σε μια δουλειά που εκτρέφει μοιραία τον ανταγωνισμό, επιδιώξαμε πάντα, από την αρχή ώς σήμερα, να υπάρχει ένα κλίμα φιλίας, κάτι παραπάνω, αλληλεγγύης. Κάθε φορά που αναζητούμε ένα νέο ηθοποιό, εξίσου με το ταλέντο του μας ενδιαφέρει το ήθος του (ξέρω πόσο φθαρμένη από την ταρτουφική της μεταχείριση είναι η λέξη αυτή, αλλά δεν βρίσκω καλύτερη). Η καλλιέργεια φιλικών και ισότιμων σχέσεων δεν συνεπάγεται ισοπέδωση και έλλειψη σεβασμού για την ειδικότητα, τη γνώση, την πείρα. Αυτοί είναι κάποιοι "εσωτερικοί" λόγοι. Από τους "εξωτερικούς", θ' αναφέρω δύο: την εμπιστοσύνη που μας δείχνει σταθερά το θεατρικό κοινό της πόλης και την επιχορήγηση (αδιαλείπτως από το 1980) του υπουργείου Πολιτισμού».
- Αισθάνεστε ότι η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» ανήκει στον «κρατικοδίαιτο πολιτισμό»;
«Κάθε άλλο. Είναι μια εκδήλωση της κοινωνίας των πολιτών (η "Τέχνη" είναι μη κερδοσκοπικό πολιτιστικό σωματείο), που χρειάζεται όμως την ενίσχυση της Πολιτείας για να παίξει τον παιδευτικό της ρόλο. Η δραστηριότητα που αναπτύσσεται όλα αυτά τα χρόνια από τους επιχορηγούμενους θιάσους θα ήταν αδύνατον να υπάρξει χωρίς την κρατική υποστήριξη, μόνον με τις εισπράξεις. Αδύνατον. Το ζήτημα είναι μόνον να διαπιστώνεται αν τα χρήματα των φορολογουμένων πιάνουν τόπο, αν η επένδυση που γίνεται έχει την καλλιτεχνική, πολιτιστική, κοινωνική της απόσβεση. Αν έπρεπε να αποφασίζει για όλα η "αγορά", πολύ φοβούμαι ότι ο σύγχρονος θεατρικός μας πολιτισμός θα γινόταν πολύ φτωχότερος, θα ακολουθούσε συρρίκνωση, τυποποίηση και ομοιομορφία. Οπότε, πού πάνε οι διακηρύξεις για τον πολιτισμό, που είναι διεθνώς το "συγκριτικό μας πλεονέκτημα"; Αλλωστε, αν το πολιτιστικό πρόσωπο μιας χώρας διαμορφωνόταν μόνο από τις επιλογές της αγοράς, δεν θα χρειαζόταν να υπάρχει υπουργείο Πολιτισμού».
Βασίλειο μνήμης
- Ο συνδυασμός των δύο ρόλων, του πανεπιστημιακού καθηγητή και του καλλιτεχνικού διευθυντή ενός θιάσου, είναι δύσκολος;
«Είναι σίγουρα κουραστικός, αλλά και γόνιμος. Είμαι επαγγελματίας δάσκαλος και ερασιτέχνης (άμισθος) διευθυντής. Περνώ πολλές ώρες την ημέρα στο Πανεπιστήμιο, όπου, επειδή το Τμήμα Θεάτρου είναι ακόμη ολιγομελές, έχω εκτός από τα διδακτικά και πολλά διοικητικά καθήκοντα, ενώ δίνω στο θέατρο όλο τον ελεύθερο χρόνο μου, κυρίως τα βράδια. Δεν παραπονιέμαι, είναι μεγάλη τύχη να ασχολείσαι από το πρωί ώς το βράδυ μόνο με πράγματα που σε ενδιαφέρουν. Αλλωστε οι δύο αυτές δραστηριότητες, η εκπαιδευτική και η καλλιτεχνική, κερδίζουν η μία από την άλλη, αλληλοφωτίζονται. Βεβαίως, η σκηνοθεσία απαιτεί πολύ μεγάλη αφιέρωση, γι' αυτό και σκηνοθετώ τόσο σπάνια και κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες».
- Δείχνετε άνθρωπος μετριοπαθής, ήπιος. Πώς θα σκιαγραφούσατε τον εαυτό σας;
«Νομίζω ότι τα ίδια χαρακτηριστικά λειτουργούν και ως προτερήματα και ως ελαττώματα σε όλους μας. Παραδείγματος χάρη, μισώ την ένταση στις ανθρώπινες σχέσεις, τη φορτισμένη ατμόσφαιρα, αποφεύγω τις συγκρούσεις, αλλά αυτό συνεπάγεται κάποτε έλλειψη αποφασιστικότητας και προβλήματα που παραμένουν άλυτα. Π.χ δεν επιδιώκω τη δημοσιότητα, αποφεύγω τις επίσημες συνάξεις, είμαι γενικά άνθρωπος χαμηλού προφίλ και διακριτικής παρουσίας, αλλά αυτό έχει βλάψει την Πειραματική Σκηνή σε επίπεδο προβολής και διεκδικήσεων».
- Τελικά, τι είναι το θέατρο για σας;
«Είναι ένας τόπος συνάντησης, των θεατών μεταξύ τους και με τους ηθοποιούς. Μια νησίδα συγκέντρωσης και σιωπής, μέσα στην περιρρέουσα βαβούρα. Ενας χώρος ψυχαγωγίας και στοχασμού, όπου υπάρχει ελπίδα να κατανοήσουμε κάτι παραπάνω για τον εαυτό μας και για τον κόσμο, για τη θέση μας μέσα στον κόσμο. Ενα βασίλειο της μνήμης. Μα, πάνω από όλα αυτά, είναι ένας τόπος τέρψης, όπου καλλιεργείται, πάντα ατελώς, η ομορφιά».