 Ο Βάσκος χορευτής Ασιέρ Θαμπαλέτα |
Από τη Χώρα των Βάσκων ο Ασιέρ Θαμπαλέτα, ο μόλις τριανταεξάχρονος χορευτής-χορογράφος, μας ξενάγησε (μόνο μια βραδιά, 23 Μαρτίου, στο θέατρο Κέντρου Τεχνών Χαλανδρίου) στ' άδυτα της δική του λήψης κι αντίληψης, σ' αυτή την εσωτερική μυστική απεικόνιση στον δέκτη-καθρέφτη αίσθησης και διαίσθησης, όπου η επιφάνεια της με μαγνήτη λήψης είναι στραμμένη στα εσώτερα του εαυτού, και μόνον ο ένας αυτός μπορεί, με τα μάτια της ψυχής, να διεισδύσει μέσα εκεί, που αντικαθρεφτίζεται ο ίδιος και να βρεθεί «ενώπιος ενωπίω». Η βαθύτερη έννοια της φράσης «Ενας είναι ο Θεός» ανταποκρίνεται σ' αυτή την αντίστοιχη χειροπιαστή αλήθεια πως «ένας μόνος του είναι και ο κάθε θνητός».
Κι αυτή η αυστηρά προσωπική ενόραση του κάθε ατόμου είναι η απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από τον άλλον άνθρωπο, συχνά αγεφύρωτη, κι αν ακόμα κάθεται ο ένας δίπλα στον άλλον. Ο δέκτης αυτής της «λήψης κι αντίληψης» ανθρώπου προς άνθρωπο, ακόμα θνητού προς τον αθάνατο, είναι ακριβώς η βαθύτερη έννοια της τέχνης.
Το ανθρώπινο «Ego», αυτό το ένα «Εγώ» στη σκηνή, ξαπλωμένο σ' ένα επίπεδο φτιαγμένο από τούβλα, με τα οποία αμέσως μετά δομεί κι αποδομεί άλλα σχήματα, σε μια προσπάθεια κυριάρχησης του πνεύματος πάνω στην ύλη όπως και την ίδια του τη σάρκα, συμβολίζοντας συγχρόνως τις εσώτερές του διαθέσεις σε μια μορφή σκηνικής «εξομολόγησης» κι επαφής με το συνάνθρωπό του, που σ' αυτή την περίπτωση είναι σχέση ερμηνευτή και θεατή. Κινείται προσεκτικά ισορροπώντας ανάμεσα στα κτίσματα κι αντικείμενα της γήινης σκηνής, μιλά στο μικρόφωνο που μεταφέρει τη φωνή του, αν όχι στο ποθητό άπειρο, ωστόσο μακρύτερα από τις φυσικές του δυνατότητες, κοινολογώντας από δική του εσώτερη ανάγκη τα συναισθήματά του, μεταφέροντάς τις εικόνες του εσώτερου καθρέφτη του, που οι άλλοι δεν μπορούμε να δούμε. Πότε πειθαρχική και πότε απείθαρχη η ύλη αυτού του εαυτού, συνοδοιπορεί με το πνεύμα, υποταγμένη σ' αυτό ή συχνά υποτάσσοντάς το στις υλικές της ανάγκες, ενωμένα σ' ένα «Ego» που αποζητεί να εκφραστεί στην τέχνη, εκφράζοντας τα συναισθήματα της ψυχής και της σάρκας, που αναβράζουν κι αναβρύζουν μέσα στο συνδυασμό ενός εαυτού. Ομως κι αυτό το σύνολο διασπάται σε πολλά μέρη, όπου η εικόνα ενός «εαυτού» δεν χωράει πια μέσα σε κανένα ενιαίο σύνολο. Τον βλέπουμε να διαχωρίζει τον εαυτό του σε τρεις ζώνες και κάθε μία να προβάλλεται από το «δέκτη» μιας άλλης τηλεόρασης. Στην προσπάθειά του να «συνδεθεί σ' ένα σύνολο, χτίζεται κυριολεκτικά μέσα στα τείχη των υλικών του τούβλων, όπως κι ο Αλεξανδρινός μας ποιητής Καβάφης, κτισμένος κι αυτός μέσα στις ανάγκες της δικής του ύλης, των δικών του «τούβλων», λέει μ' ένα βαθύ παράπονο: «αλλά δεν άκουσα κρότον κτιστών ή ήχων -ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω».
Τα χορευτικά στιγμιότυπα του χορευτή-χορογράφου, ενδιάμεσα σε ρυθμούς αμερικανικών τραγουδιών, αποκαλύπτουν έναν ιδιαίτερα εύπλαστο κι ευέλικτο τεχνίτη της κίνησης. Τα σαράντα όμως λεπτά παρουσίας του στη σκηνή δεν ήταν αρκετά από μόνα τους να «γεμίσουν» μια παράσταση, δικαιολογώντας τη μετάβαση κι επιστροφή του θεατή σπίτι του, που είναι υπερτριπλάσια από το χρόνο του θεάματος.