E-ONLINE
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΕλλάδαΠολιτικήΟικονομίαΤέχνεςΑθλητισμόςΚόσμοςHOME




Φύλλο Κυριακής
16 - 03 - 2003

ΣΤΗΛΕΣ
ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ
ΠΑΡΑΔΟΞΑ
ΤΟΡ 50

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Αναζήτηση
Με ημερομηνία

ή
Τεύχη Βιβλιοθήκης
Φάκελοι Σαββάτου

Ταυτότητα
Εκδόσεις
Αρχείο
Διάφορα
Επικοινωνία

Βρίσκεστε στο παλαιό site του www.enet.gr

Το www.enet.gr άλλαξε.

Το Web site της Ελευθεροτυπίας και της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας άλλαξε και βρίσκεται στη διεύθυνση www.enet.gr.

Στο παρόν site βρίσκεται μόνο το αρχείο των εκδόσεων από τις αρχές του 2001 ως και τις 30 Μαρτίου 2009.




«Οχι και ποιητής ο Καβάφης ... »

Της Σταυρούλας Παπασπύρου

Ο Παλαμάς δυσκολευόταν να τον χαρακτηρίσει ποιητή: «Μάλλον για ρεπορτάζ μοιάζουν τα γραφτά του».

Ο Ψυχάρης τον θεωρούσε «Καραγκιόζη της δημοτικής», ενώ ο Γιώργος Θεοτοκάς υποστήριζε πως σε μια δικογραφία διαζυγίου υπάρχει πολύ περισσότερη ψυχή απ' ό,τι σε ολόκληρο το καβαφικό έργο. «Χάπια που στέκονταν στο λαιμό» χαρακτηρίζονταν τα ποιήματά του -ακόμα και η «Ιθάκη» του περιφρονούνταν σαν... «αλεξανδριανή μπανάνα».

Κανείς, με το δικό του ανάστημα, δεν προκάλεσε στην εποχή του τόση αμηχανία, παρανοήσεις, παρωδίες και πολεμική, όσο ο Κ. Π. Καβάφης. Κι όμως, 140 χρόνια από τη γέννηση και 70 από το θάνατό του, ο δημιουργός τού «Περιμένοντας τους βαρβάρους» εξακολουθεί, με αμείωτη ένταση, να διαβάζεται, να μελετάται και να μεταφράζεται.

Μια πρώτη σύγκριση της «Βιβλιογραφίας Καβάφη» που συνέταξε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος (και θα εκδοθεί από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας όσο ακόμα διαρκεί το «Ετος Καβάφη») μ' εκείνην του Σεφέρη, δείχνει πως η ακτινοβολία του Αλεξανδρινού είναι σαφώς μεγαλύτερη. Ως το 2000, για το έργο του πρώτου έλληνα νομπελίστα είχαν γραφτεί γύρω στα 130 βιβλία. Για τον Καβάφη 300. Οι μεταφρασμένες εκδόσεις του πρώτου φτάνουν τις 120. Του Καβάφη 200! Για να μην αναφέρουμε τα δεκάδες «καβαφογενή» ποιήματα που έχουν υπογράψει έλληνες και ξένοι ποιητές, από τον Σεφέρη, τον Κάλας και τον Αναγνωστάκη, ώς τον Μπρεχτ, τον Οντεν και τον Μπρόντσκι.

Οχι, για Νόμπελ δεν θα μπορούσε να προωθηθεί ο Καβάφης, ούτε καν για συμμετοχή σε κάτι αντίστοιχο με την έκθεση της Φραγκφούρτης! Σε μια αποστολή με τον λογοτεχνικό ανθό της εποχής, «θα συμμετείχαν ο Παλαμάς βεβαίως, ο Πολέμης, ο Πορφύρας, ο Μαλακάσης, ο Νιρβάνας, κι ενδεχομένως ο Δροσίνης», λέει ο Δ. Δασκαλόπουλος, «αλλά ο Καβάφης θα είχε αποκλειστεί».

Μήπως επειδή τον αγνοούσαν οι αθηναϊκοί φιλολογικοί κύκλοι; Μπορεί όσο ζούσε να μην είχε κυκλοφορήσει στο εμπόριο κανένα του βιβλίο, αλλά χάρη στις ιδιωτικές του εκδόσεις -τα «μονόφυλλα», τα «τεύχη» και τις «συλλογές» που έστελνε σε επιλεγμένους παραλήπτες- η ποίησή του ήταν σχετικά γνωστή. Βρισκόταν όμως στον αντίποδα της τάσης που κυριαρχούσε τότε. Ούτε λυρικό τραγούδι θύμιζε, ούτε απέβλεπε στη λυτρωτική συγκίνηση.

Η παρανόηση της καβαφικής ποίησης και η γελοιοποίηση που ο ίδιος υπέστη, αποκαλύπτονται σε όλο τους το μέγεθος μέσα από τον τόμο «Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη» (Μεταίχμιο), που συνυπογράφουν ο Δ. Δασκαλόπουλος και η φιλόλογος Μαρία Στασινοπούλου. Κι είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται έτσι συστηματικά και τεκμηριωμένα η αδυναμία των συγχρόνων του ποιητή ν' αντιληφθούν την αξία του έργου του.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος δεν συγκαταλέγεται στους παραπάνω. Το 1903, στο περιοδικό «Παναθήναια», το πιο σοβαρό λογοτεχνικό έντυπο τότε, ο Ξενόπουλος υπογράφει την παρθενική, εκτενή και υπερθετική κριτική που δέχτηκε ο Καβάφης από αθηναίο συγγραφέα. Σχολιάζει οχτώ ποιήματά του («Δέησις», «Θερμοπύλες», «Διακοπή», «Κεριά», «Τείχη», «Τα παράθυρα», «Che face... il gran rifiuto», «Το πρώτο σκαλί»), εξαίρει τη φιλοσοφική, νηφάλια και αριστοκρατική νοοτροπία τους και την απουσία από αυτά «κάθε αναρμόστου ελαφρότητος, κάθε ανοήτου ηχολαλιάς, κάθε απατηλού στολίσματος» και καταλήγει: «Αν εκ πρώτης όψεως τα ποιήματα του κ. Καβάφη φαίνονται παράξενα και πιθανόν δεν αρέσουν, είναι διότι είμεθα κακοσυνηθισμένοι με τα άλλα. Αλλά ο Καβάφης ομοιάζει -αν ομοιάζει με κανέναν- μάλλον προς τους κλασικούς, παρά προς οιονδήποτε των συγχρόνων».

Πόση επιρροή στη λογοτεχνική σκηνή είχε το παραπάνω άρθρο («Ενας ποιητής»); «Επί μια εικοσαετία, την παραμικρή», λέει ο Δ. Δασκαλόπουλος. «Ως το 1920 ο Καβάφης ήταν μια σκιά στην Αθήνα. Η στάση του Ξενόπουλου αναδρομικά απέκτησε ιστορική αξία. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τα αντικαβαφικά επιχειρήματα που εξέφρασαν κάποιοι ήσσονες αιγυπτιώτες ποιητές».

Πράγματι, λίβελοι γεμάτοι φθόνο και πίκρα σαν αυτόν που δημοσίευσε το 1912 ο Ροβέρτος Κάμπος (ψευδώνυμο που αποδίδεται στον ποιητή Πέτρο Μάγνη) μνημονεύονται σήμερα, όχι τόσο για το κλίμα που διαμόρφωσαν στην εποχή τους, όσο για τη διαχρονικότητα των επικρίσεών τους: η απαξίωση του καβαφικού έργου λόγω της πεζής γλώσσας, της... ξεραΐλας ιδεών ή της απουσίας από αυτό συναισθημάτων, περιγραφών, αρμονίας και χάρης, έδωσαν τροφή στο στρατόπεδο των καβαφοφάγων για τα επόμενα πενήντα χρόνια.

Αντίστοιχη διάρκεια στο χρόνο είχαν και οι παρωδίες των καβαφικών ποιημάτων. Η αρχή έγινε το 1918, με τη δημοσίευση στο αλεξανδρινό περιοδικό «Η εβδομάς» του στιχουργήματος «Το Μεγ-Αθύρ-ιον», διά χειρός Τίμου Μαλάνου. Η παρωδία τού «Εν τω μηνί Αθύρ», από τον άνθρωπο που μέχρι να εμφανιστούν ο Στρατής Τσίρκας και ο Γ.Π. Σαββίδης θα θεωρείται από τους Αθηναίους ως πιο αυθεντικός ερμηνευτής του Καβάφη, άνοιξε τον δρόμο και σε άλλους: στον Σπύρο Μελά (κορυφή στο χώρο του θεάτρου τότε), στον Φώτο Πολίτη (έναν από τους πιο σκληρούς κριτικούς), και κυρίως στον γνωστό ευθυμογράφο του Μεσοπολέμου Νίκο Νικολαΐδη (Πολ Νορ)...

«Καβάφης, ο καραγκιόζης της δημοτικής»

Ο θρύλος που καλλιεργούσε ο Καβάφης γύρω από το άτομό του, οι φήμες που αφορούσαν την ερωτική του ζωή, καθώς και τα τολμηρά για την εποχή ποιήματά του, ήταν όλα πρόσφορα για διακωμώδηση. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό πως, την ώρα που ο Ε.Μ. Φόρστερ τον σύστηνε στο αγγλοσαξονικό κοινό μέσα από τις σελίδες του λονδρέζικου και μεγάλου κύρους «The Athenaeum», το αθηναϊκό περιοδικό «Κριτική και Ποίηση» δημοσίευε ανυπόγραφο σχόλιο όπου τα καβαφικά ποιήματα χαρακτηρίζονταν «σαν είδος συνταγές ή εμπορικοί λογαριασμοί βαλμένοι σε στίχους»...

Από εκεί θα εξαπολύσει την επίθεσή του και ο Γιάννης Ψυχάρης (1924): «Στον μεγάλο τον αγώνα το γλωσσικό, ας πούμε καλύτερα τον εθνικό τον αγώνα, που θέλει πρώτα πρώτα νου σοβαρό, συνείδηση όρθια, επειδή το ζήτημα για την Ελλάδα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, ο κ. Καβάφης, άξιος διάδοχος, σωστό μαθητούδι του Σουρή, κατάλαβε περίφημα πως δεν είναι ανάγκη να ιδρώνει ολοένα τ' αφτί μας, πως χρειάζεται κάπου κάπου λίγο γλέντι. Κι έτσι έγινε πολύ εύκολα ο κ. Καβάφης ο καραγκιόζης της Δημοτικής».

«Η ειρωνεία είναι», λέει ο Δ. Δασκαλόπουλος, «πως εκείνη την περίοδο, ο ποιητής συμμετέχει στην ομάδα των δημοτικιστών που διαμορφώνεται στην Αλεξάνδρεια, μαζί με τον Δέλτα, τον Δραγούμη και τον Σκληρό. Απλώς δεν βγαίνει μπροστάρης...».

Ο ποιητής που εγκαίρως εκτίμησαν ο Τέλλος Αγρας, η Μυρτιώτισσα, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Λαπαθιώτης, ο Μαλακάσης, ο Βάρναλης, η Γαλάτεια και ο Νίκος Καζαντζάκης, δεν θα μπορούσε βέβαια να διαφύγει της προσοχής του Κωστή Παλαμά. Η σημαντικότερη μορφή των ελληνικών γραμμάτων τότε, είχε εντοπίσει την ύπαρξη ενός ποιητή «ομολογημένης πρωτοτυπίας, μεγάλως εκτιμώμενο από των εκεί νέων», πριν από δεκάδες άλλους. Η καφαβική τεχνοτροπία, ωστόσο, του φαινόταν σαν ένα «ύπουλο ξεκάρφωμα του στίχου».

«Ποιητής ο Καβάφης;» θ' αναρωτηθεί συνεντευξιαζόμενος στο περιοδικό «Οθόνη» (1926): «Δεν ξέρω, ίσως να κάμνω λάθος (...). Μάλλον για ρεπορτάζ μοιάζουν τα γραφτά του, λες και φροντίζει να μας δώσει ρεπορτάζ από τους αιώνες!». Μια φράση που ξεσήκωσε θύελλες και μνημονεύεται ακόμα. Με τη διαφορά ότι σήμερα ακούγεται περισσότερο σαν εύσημο παρά σαν ψεγάδι.

Τα στρατόπεδα παρέμεναν χωρισμένα. Οπως το έθετε ο φανατικός δημοτικιστής και εκδότης του «Νουμά» Πάνος Ταγκόπουλος, «οι Παλαμάδες πλάθουνε λεύτερες ψυχές, τραγουδιστάδες μ' ένα δικό τους τραγούδι στα χείλη. Οι Καβάφηδες πλάθουνε σκλάβους μικρόψυχους και δουλόπρεπους μιμητές»... Η διαμάχη για το ποιος από τους δύο ποιητές είχε το προβάδισμα, «προκάλεσε τεράστια ζημιά στην ελληνική κριτική», σύμφωνα με τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο. «Αν έλειπαν οι προσωπικοί ανταγωνισμοί, ο Παλαμάς θα έγραφε μια εξαιρετική κριτική για τον Καβάφη».

Το σίγουρο είναι πως οι επιθέσεις εναντίον του Αλεξανδρινού συνεχίστηκαν. Δεν είναι μόνο η στα όρια της φαιδρότητας πολεμική που του ασκεί μέσα από τον αιγυπτιακό τύπο ο αρχαιοπρεπής ιατροφιλόσοφος (κοινώς ψώνιο) Σωκράτης Λαγουδάκης. Με το που κυκλοφορεί στο Λονδίνο η ανθολογία των Στεφανίδη-Κατσίμπαλη «Modern Greek Poems» με έργα 33 ποιητών (1926), ο πάντα θυμώδης Ταγκόπουλος σαρκάζει: «Εχουν μεταφράσει και του Καβάφη την "Ιθάκη", μη τυχόν και δεν γίνει γνωστή και στην Αγγλία η περίφημη αυτή αλεξανδριανή μπανάνα!».

Το ζήτημα «Καβάφη» έρχεται κάθε τόσο επί τάπητος στην πνευματική ζωή. Αλλοι οργανώνουν αφιερώματα για την ποίησή του, άλλοι επαίρονται πως τον γνωρίζουν προσωπικά χωρίς να τον έχουν συναντήσει ποτέ, άλλοι τον υπερασπίζονται μ' επιστολές τους στον τύπο, αλλά τον τόνο δίνουν όσοι τον λοιδωρούν. Το 1927 τα σκάγια παίρνουν και τον Δημήτρη Μητρόπουλο, ο οποίος παρουσιάζει στο Ωδείο Αθηνών τις 10 Inventions πάνω σε μελοποιημένα καβαφικά ποιήματα. Τίποτε «αντιαισθητικότερον» και «αντιποιητικότερον», για τη μουσικολόγο Σοφία Σπανούδη, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα «ανήθικης μουσικής», βασισμένο σε «άρρυθμα πεζολογήματα της ακατανόμαστης ποιήσεως του Καβάφη»!

«Περιορισμένη η αξία του»

Ακραίοι και εμπαθείς χαρακτηρισμοί εκτοξεύονται και από τον Γιώργο Θεοτοκά. «Ενας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών», γράφει ως Ορέστης Διγενής στο βιβλίο του «Ελεύθερο πνεύμα», «μ' ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ό,τι ο Αλεξανδρινός ποιητής. Είμαι σύμφωνος πως πρέπει να τουφεκίζουν τους ληστές, μα θα έδινα πολλά για ν' ακούσω τις εξομολογήσεις τους, ενώ η εξομολόγηση του κ. Καβάφη, σκορπισμένη στα εκατόν πενήντα ποιήματά του, δεν προσθέτει τίποτα στη γνώση μου των ανθρώπινων παθών. Με βοηθεί μόνο να καταλάβω την ψυχική κατάσταση της ανίας που δεν έχει ούτε πλούτο ούτε δύναμη».

Αργότερα ο Θεοτοκάς θ' αναθεωρήσει τις απόψεις του, αποδίδοντάς τες στο νεαρόν της ηλικίας του. Την επιφυλακτικότητά του όμως απέναντι στον Καβάφη μοιράζονταν αρχικά όλοι οι εκπρόσωποι της γενιάς του '30, «με εξαίρεση το Νικόλαο Κάλας», επισημαίνει ο Δασκαλόπουλος. «Βρίσκονταν κάτω από την ακτινοβολία του Παλαμά, κι ήταν όλοι τους ενοχλημένοι από τα θυμιάσματα για ένα έργο που τους ήταν μάλλον ασαφές και στο οποίο οι ίδιοι δεν είχαν πρόσβαση. Εν έτει 1935 ο Σεφέρης έγραφε στον Τίμο Μαλάνο πως «η αξία του Καβάφη είναι πολύ περιορισμένη».

Αλλωστε ο Κατσίμπαλης είχε ήδη μεταφέρει στον κατοπινό νομπελίστα τις εντυπώσεις του από τον Αλεξανδρινό. Τον είχε συναντήσει τυχαία στην Αθήνα, άρρωστο από καρκίνο του λάρυγγα. «Φυσιογνωμία από τις πιο ενδιαφέρουσες κι εντυπωσιακές» γράφει το '32 στον Σεφέρη. «Κατάπληξη μονάχα σου προξενεί η έλλειψη κάθε βάθους, κάθε στοχαστικότητας στην ομιλία του. Παίρνει ένα σπουδαίο κι επίσημο ύφος για να σου πει τα πιο ασήμαντα ή μοναδικά πράγματα, τονίζοντάς τα με υπολογισμένο στόμφο σα να μιλούσε για την αιωνιότητα (..). Σ' αυτό φαντάζομαι να 'χει συντελέσει το περιβάλλον των κολάκων και κιναίδων που τον περιστοιχίζει στην Αλεξάνδρεια. Οπωσδήποτε δεν τον φανταζόμουνα τόσο κούφιο»...

Η μοναδική τιμή που αξιώθηκε ο Καβάφης εν ζωή (και την οποία αποδέχτηκε παρά τις αντιρρήσεις των φίλων του), ήταν το παράσημο του Φοίνικος που του απένειμε ο δικτάτορας Πάγκαλος το 1926, τιμώντας ταυτόχρονα και μια ισπανίδα χορεύτρια, ονόματι Αούρεα. Την τελευταία φορά που ταξίδεψε στην Ελλάδα, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, μόνο αδιαφορία εισέπραξε: «Το επίσημο κράτος που έχει σκορπίσει εδώ κι εκεί σαν μπουναμάδες τα μετάλλια "αξίας", που ίδρυσε ακαδημία και που δεν παραλείπει ποτέ να παρασημοφορήσει οποιονδήποτε ξένο ηθοποιό που μας έρχεται σε τουρνέ», όπως κατήγγειλε ο Κώστας Ουράνης στο «Ελεύθερον Βήμα», δεν έσπευσε να επωφεληθεί της ευκαιρίας «για να δείξει ότι ξεύρει τις πνευματικές του αξίες, τις εκτιμάει κι ενδιαφέρεται γι' αυτές».

Θα τον τιμήσει, άραγε, όπως του πρέπει η Πολιτιστική Ολυμπιάδα φέτος; Ο Πάνος Θεοδωρίδης, καθ' ύλην αρμόδιος για τις εκδηλώσεις του «Ετους Καβάφη», ισχυρίζεται πως αρχής γενομένης από την 29η Απριλίου (μέρα της γέννησης αλλά και του θανάτου του ποιητή) θα γίνουν «πάρα πολλές εκδηλώσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό». Το γεγονός ωστόσο πως, ώς την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, μια σειρά έγκριτων καβαφιστών δήλωναν πλήρη άγνοια για το περιεχόμενο των εκδηλώσεων, καθόλου δεν μας καθησυχάζει.


7 - 16/03/2003


wap.enet.gr

ΤΕΧΝΕΣ
με μια ματιά...



Θέμα


Ρεπορτάζ


Μουσική



Στίβεν Ντόλντρι


Σινεμά


Παύλος Μάτεσις


Μουσείο


Εκθεση




Θέμα


Αφιέρωμα






Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.