Σκέψεις, αγωνίες και προβληματισμούς καταθέτει με τρόπο απλό, μεστό, διεισδυτικό και εξομολογητικό ο συνθέτης Ηλίας Ανδριόπουλος στο μικρών δοκιμίων βιβλίο του «Αντι-ηχήσεις», που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις «Μαΐστρος» με εισαγωγή του Ντέιβιντ Κόνολι.
Οπως λέει στην «Ε», δύο λόγοι τον ώθησαν στη γραφή του: «Ηθελα να δώσω με διακριτικό τρόπο μια θεωρητική βάση στο έργο μου, ώστε να το προσεγγίσουν καλύτερα οι φίλοι της μουσικής. Κι επιπλέον να πω τη γνώμη μου σε θέματα γύρω από το τραγούδι, τη μουσική και την τέχνη γενικότερα».
«Οξυγόνο ζωής» για κείνον -σημειώνει- «στάθηκε η ελληνικότητα, που πολλοί παρεξηγούν και δεν κατανοούν. Οδηγήθηκα σ' αυτήν από την ομορφιά, το μεγαλείο και το μυστήριο της Ολυμπίας, όπου έζησα παιδί. Το γαλάζιο το απαλό αντιστοιχεί στη μουσική μου, μετασχηματίζοντας δημιουργικά τα συναισθήματά μου την άνοιξη και το καλοκαίρι. Η ελληνικότητα για μένα είναι μια συνεχής πνευματική αναζήτηση».
Οι αναφορές του ξεκινούν από την αρχαία Ελλάδα, με την άρρηκτη σχέση ποίησης-μουσικής, και φτάνουν έως τον 20ό αιώνα. «Ολη αυτή η διανοητική εκγύμναση του 20ού αιώνα είχε σαν αποτέλεσμα να απαξιωθεί η μελωδία, απαραίτητο συστατικό όμορφων μουσικών φράσεων, να υποτιμηθούν το συναίσθημα και η συγκίνηση, σαν ξεπερασμένα κατάλοιπα του ρομαντισμού, και να συνδυαστεί η αβάν γκαρντ μουσική με το ακατανόητο και το ασύλληπτο». Από την άλλη, «η διεθνής βιομηχανία του ήχου έχει πολτοποιήσει σαν οδοστρωτήρας τη μέση αισθητική στάθμη και επιβάλλει το πλαστικό προϊόν του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης».
Πιστεύοντας ότι «το τραγούδι εξακολουθεί να παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της μουσικής», ο Ηλίας Ανδριόπουλος αναφέρεται στο «δημοτικό τραγούδι με τον ποιητικότατο στίχο, που διαφύλαξε το ήθος της γλώσσας στο πέρασμα των αιώνων καταγράφοντας με ανάγλυφο τρόπο τα συναισθήματα και τις αγωνίες της ελληνικής φυλής». Πάνω σ'αυτό τον πλούτο -συμπληρώνει- ακούμπησαν αργότερα σημαντικοί ποιητές (Σολωμός, Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος) και δημιουργήθηκε το έντεχνο λαϊκό τραγούδι, με πρωταγωνιστές του τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι. «Δόθηκε η ευκαιρία σε προικισμένους συνθέτες να αναπτύξουν το ταλέντο τους, να οριοθετήσουν τη μουσική τους γλώσσα και να προχωρήσουν».
Στο βιβλίο του κάνει λόγο για τους «διαχειριστές του πολιτισμού» κι εστιάζει μεταξύ άλλων στο Μέγαρο Μουσικής: «Αν και έχει προσφέρει στον κόσμο θαυμάσιες μουσικές, εξαιρετικές ορχήστρες, κορυφαίους μαέστρους και σολίστ, δεν απέφυγε τον ακαδημαϊσμό και τον σνομπισμό. Η ελληνική μουσική δεν έχει βρει ακόμη τη μόνιμη θέση της στο πρόγραμμά του· μόνο αποσπασματικά ή με κάποιους καλλιτέχνες που έχουν φιλική πρόσβαση στη διοίκηση του Μεγάρου». Πρέπει -προσθέτει- να δίνει τη δυνατότητα, το βήμα στους σύγχρονους δημιουργούς, που πνίγονται από το αγοραίο «πολιτιστικό» μοντέλο.
Ο συνθέτης μιλάει για τα έργα του «Γράμματα στο Μακρυγιάννη», «Λαϊκά Προάστια», «Προσανατολισμοί», για καφενεία επαρχιακά και φιλολογικά που αγάπησε ιδιαίτερα. «Εκεί συναναστρέφονται κι επικοινωνούν μεταξύ τους οι άνθρωποι». Για τα φιλολογικά καφέ της Αθήνας, που είχαν τη δική τους ιστορία: του Ζαχαράτου, το πατάρι του Λουμίδη, Φλόκα, Μπραζίλιαν. «Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου, που πολύ νέος πρόλαβα να επισκεφθώ λίγες φορές τον Χατζιδάκι και τον Γκάτσο στου Φλόκα, και να κερδίσω κάτι από την αύρα και την αρχοντιά τους».
Αναφέρεται στο σπίτι-καταφύγιό του στη Σκαφιδιά, μια πανέμορφη γωνιά της Ηλείας, που ατενίζει από καταπράσινη αμφιθεατρική θέση το Ιόνιο και στο βάθος Ζάκυνθο και Κεφαλονιά. Συχνά «κουβεντιάζοντας μυστικά» με δυο ψυχές που αγάπησε βαθιά: τον Κάλβο και τον Σολωμό.
Το βιβλίο συνοδεύεται μ' ένα cd-ντοκουμέντο, που περιλαμβάνει δύο ανέκδοτα τραγούδια του σε στίχους Μάνου Ελευθερίου με ερμηνεύτρια την ανεπανάληπτη Σωτηρία Μπέλλου. Τίτλοι: «Μέσα στα καπνομάγαζα» και «Είναι κάτι άνθρωποι». Οπως λέει ο συνθέτης, το '82 είχαν κάνει ηχογράφηση τεσσάρων τραγουδιών του Ελευθερίου σε στούντιο. Τα δύο διασώθηκαν σε κάποια κασέτα, ενώ τα άλλα δύο χάθηκαν.
Στο ίδιο cd υπάρχουν και δύο ορχηστρικά του Ανδριόπουλου, άγνωστα στο ευρύ κοινό. Οι «Ιριδισμοί» προέρχονται από συναυλία του '79 στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, όπου αυτοσχεδιάζει ο δεξιοτέχνης του σαντουριού Αριστείδης Μόσχος. Το άλλο έχει τίτλο «Αναπολήσεις».