«Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για το βιβλίο "Ερωτας και τρακτέρ από την Ουκρανία" βρήκα ένα site στο Ιντερνετ αναζήτησης συγγενικών προσώπων. Εγραψα λοιπόν το όνομα των γονιών μου, το έστειλα και το ξέχασα. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο, έλαβα e-mail από την Ουκρανία. "Γειά σου Μαρίνα, είμαστε οι χαμένοι συγγενείς σου". Στην αρχή σκέφτηκα "ποιοι είναι αυτοί". Αργότερα όμως επικοινώνησα μαζί τους και τελικά τούς επισκέφτηκα στην Ουκρανία. Πρόλαβα ζωντανή την αδελφή της μητέρας μου. Ηταν 87 ετών. Είχα πάρει μαζί μου και τις κασέτες με τη φωνή της, οπότε την άκουσε να μιλάει στη γλώσσα τους και να διηγείται το "χαμένο" κομμάτι της ζωής της, τα χρόνια μετά την Ουκρανία. Δεν ήξεραν τίποτα, ούτε εκείνοι ούτε οι γονείς μου. Μπήκαν σε ένα τρένο κι αυτό ήταν...».
- Γιατί οι γονείς σας δεν ξαναγύρισαν ποτέ στην Ουκρανία;
«Κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος ήταν πολύ δύσκολο. Κάποιοι Ουκρανοί, που γνωρίζαμε, ήρθαν σε επαφή με την οικογένειά τους. Ομως οι συγγενείς τους είχαν να αντιμετωπίσουν τα αντίποινα. Ξαφνικά, εκείνοι οι γνωστοί τύποι με τα δερμάτινα μπουφάν, τους χτύπησαν την πόρτα... Κι όταν η Ουκρανία ανεξαρτητοποιήθηκε ήταν πια πολύ μεγάλοι για να ταξιδέψουν. Ευτυχώς η δική μου γενιά τα κατάφερε. Στο πρώτο μου ταξίδι ήρθε και η κόρη μου. Η ομοιότητά της με τη μητέρα μου είναι φοβερή. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, όταν μπήκε μέσα στο δωμάτιο τι έγινε. Ολοι άρχισαν να την αγκαλιάζουν. "Είναι το αίμα μας" έλεγαν».
- Στην Ουκρανία δεν άρεσε το βιβλίο.
«Ναι, δυσαρεστήθηκαν γιατί θεώρησαν ότι χρωματίζει αρνητικά τη χώρα. Τι να πουν για τον Γκόγκολ τότε;».