Μια αιρετική αλλά και αισιόδοξη ματιά, που δεν θεωρεί την κατανάλωση αλλοτρίωση αλλά μέσο για πιο συνειδητοποιημένους πολίτες
Με το τελευταίο του βιβλίο «Υο y tu, objetos de lujo» («Εγώ και Εσύ, αντικείμενα πολυτελείας»), ο Βιθέντε Βερντού, Ισπανός οικονομολόγος και δημοσιογράφος, αναλύει με μια αυστηρή, αλλά και αισιόδοξη ματιά, το μέλλον της δυτικής «υπερπροσωποποιημένης» κοινωνίας.
«Πρώτα είδαμε την αποτυχία των ουτοπιών και των συλλογικών σχεδίων του 19ου και του 20ού αιώνα και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ως ληξιαρχική πράξη θανάτου τους», λέει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Λιμπερασιόν». «Στη συνέχεια σημειώθηκε μια έντονη άνοδος του ατομικού σχεδίου, της "προσωπικής ουτοπίας", όπως λέει ο κοινωνιολόγος Αλέν Τουρέν. Σήμερα, η ιδέα αυτής της προσωπικής ευτυχίας περνά αναγκαστικά από την επαφή με τους άλλους. Πρόκειται για κάτι προφανές που στο εξής σχηματοποιείται με καταπληκτικό τρόπο χάρη στα νέα ΜΜΕ που ενώνουν, παρά την απόσταση, και δεν εμπεριέχουν κανέναν κίνδυνο. Αυτό το νέο πανόραμα δικτυακών επαφών ορίζει αρκετά καλά τη σημερινή εικόνα της προσωπικής ευτυχίας. Χωρίς να αισθανθεί καμία απόρριψη, ο άλλος περιλαμβάνεται μέσα στην πολλαπλότητά σου και, επιμένω, χωρίς καμία δέσμευση».
- Λέτε πως η δυτική κοινωνία ζει στον άμεσο καταναλωτισμό περιφρονώντας τις πιθανές θλιβερές συνέπειες...
«Εχουμε τελειώσει με το "θρησκευτικό" σχέδιο, που περιελάμβανε την προσπάθεια, τη θυσία, την εγκράτεια... Αυτό το σχέδιο που αναπτύχθηκε από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης μέσα από διάφορες ουτοπίες, τη φιλελεύθερη, τη σοσιαλιστική, την κομμουνιστική, την εθνικιστική... Ο παράδεισος του προλεταριάτου μετά τον ουράνιο παράδεισο. Στην κοινωνία της κατανάλωσης, η εξίσωση αντιστρέφεται: πρώτα υπάρχει η άμεση ανταμοιβή και μετά οι παράπλευρες συνέπειες. Το φαινόμενο των ναρκωτικών δείχνει πολύ καλά αυτή την ανατροπή: από περιθωριακή πρακτική περάσαμε σε μια κατανάλωση μαζική και εκλαϊκευμένη. Υπάρχει στην αρχή η απόλαυση και μετά οι συνέπειες. Μπορούμε να πούμε το ίδιο για την αγορά κατοικίας: πρώτα η αγορά διαμερίσματος και μετά οι δόσεις, για τη σεξουαλικότητα, πρώτα η απόλαυση μετά η έκτρωση ή το χάπι της επόμενης ημέρας κτλ.».
- Περιγράφετε τη σημαντική δύναμη της καταναλωτικής κουλτούρας. Είμαστε άραγε όλο και λιγότερο πολίτες και όλο και περισσότερο καταναλωτές;
«Νομίζω πως κυρίως θα έπρεπε να αλλάξουμε την άποψή μας για την κατανάλωση, που εδώ και καιρό θεωρείται σαν αλλοτρίωση, ως ένας τρόπος αιχμαλωσίας μας από τα υλικά αγαθά, αντί για τα πνευματικά, μια σπασμωδική τάση απέναντι στην απόλαυση... Σήμερα, βλέπω έναν κριτικό καταναλωτή, απαιτητικό, με συνειδητοποίηση των ατομικών του δικαιωμάτων. Αυτή η στάση εφαρμόζεται και στο πολιτικό πεδίο με την αυξανόμενη απαίτηση για δημοκρατική ποιότητα, για την ποιότητα του αρχηγού. Νομίζω μάλιστα πως μέσα σε αυτόν τον κόσμο γρήγορης κατανάλωσης, το γεγονός πως ένας μη αγαπητός, διεφθαρμένος ή ανίκανος πρωθυπουργός παραμένει στη θέση του για μια θητεία τεσσάρων ή πέντε χρόνων φαίνεται όλο και πιο αναχρονιστικό και επομένως όλο και λιγότερο ανεκτό».
- Ο νέος καταναλωτής συμβάλλει στην ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη;
«Αυτή την αίσθηση έχω. Ο προερχόμενος από τη Γαλλική Επανάσταση πολίτης έχει μετουσιωθεί σε ένα πιο ενεργό και αποφασιστικό άτομο. Γιατί οι επιχειρήσεις που δεν έχουν άλλο λόγο ύπαρξης παρά μόνο το κέρδος μιλούν για κοινωνική ευθύνη και στηρίζουν ανθρωπιστικές δράσεις;
Αυτό γίνεται για να σαγηνεύσουν έναν προσεκτικό, ευσυγκίνητο, περισσότερο συνειδητοποιημένο και ευαίσθητο στις κοινωνικές αδικίες καταναλωτή. Συνοπτικά, ο κόσμος των γνωστών ετικετών στολίστηκε με λίγο ανθρωπισμό προκειμένου να "τραβήξει" αυτόν τον καταναλωτή. The boss is the client».
- Αυτή η ταύτιση με τις μάρκες γίνεται με υπερβολικό τρόπο καμιά φορά...
«Είναι αλήθεια ότι υπάρχει ένα εποικοδομητικό φαινόμενο ώσμωσης. Η επιχείρηση Getty Images το συμπυκνώνει με το σύνθημά της: «"Είμαστε μάρκες και οι μάρκες είναι εμείς". Στις ΗΠΑ, αυτή η ταύτιση είναι τόσο έντονη ώστε εδώ και μερικά χρόνια ζευγάρια δίνουν στα παιδιά τους ονόματα μαρκών. Μετράμε ήδη πολλά παιδιά με ονόματα όπως: Ορεάλ, Βερσάτσε, Πέπσι, Τίμπερλαντ ή Σέβι (από τη Σεβρολέ)...».
- Ορίζετε τη σύγχρονη κουλτούρα με το τρίπτυχο: ξαφνική εικόνα, σίγουρη συγκίνηση και αποτέλεσμα... Η κατανόηση του πραγματικού αλλάζει επομένως ριζικά...
«Ναι, και δεν γνωρίζουμε ακόμη το όλον. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως ο πολιτισμός που βασίζεται στα βιβλία, στο στοχασμό, στη συγκέντρωση και στη σκέψη βρίσκεται πίσω μας. Ο σημερινός πολιτισμός δεν είναι αυτός του γραπτού κειμένου, αλλά των οθονών. Πρόκειται για πολιτισμό της επιφάνειας, μιας γνώσης που αφορά περισσότερο την έκταση παρά την ένταση. Εμείς οι άνθρωποι του βιβλίου δυσκολευόμαστε πολύ να καταλάβουμε τις νέες κινηματογραφικές ταινίες, σε αντίθεση με τους νέους που αντιλαμβάνονται εύκολα το όλο στο σύνολό τους. Η γνώση προέρχεται από τις οπτικοακουστικές συνήθειες, τις συγκινησιακές συγκρούσεις, τις εντυπώσεις. Δεν είναι περίεργο αφού ο κόσμος μας είναι κόσμος εντυπωσιασμών. Τα ΜΜΕ επίσης. Ανταμείβουμε τη διαίσθηση, η κοινωνία δανείζεται τα γυναικεία αισθήματα, μιλούμε σήμερα για "sensitive boss"».
- Κατά την άποψή σας η ελίτ περιφρονεί και κοιτά αφ' υψηλού αυτή την οπτικοακουστική κουλτούρα, τα βιντεο-παιχνίδια και τα «τσατ» στο Ιντερνετ...
«Το πρόβλημα είναι πως ξεκινούμε με έναν a priori μυστικισμό του βιβλίου. Λέμε για ένα παιδί που διαβάζει ένα βιβλίο πως ξεκινά καλά τη ζωή του. Για ένα άλλο που βλέπει τηλεόραση πως χάνει τον καιρό του ή πως κάνει κακό στον εαυτό του. Δεν έχουμε ακόμη ξεφύγει από τη δαιμονοποίηση της μικρής οθόνης, όπως παλαιότερα δεν μπορούσαμε να απαλλαγούμε από αυτή του σιδηροδρόμου, του κινηματογράφου ή του βαλς. Είναι αλήθεια πως η τηλεόραση είναι συνήθως κακής ποιότητας, αλλά υπάρχει και καλή τηλεόραση».
- Το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα είναι ξεπερασμένο;
«Εντελώς. Το σχολείο -που βασίζεται στο βιβλίο- στα μάτια ενός μαθητή είναι ένα σύστημα εντελώς καθυστερημένο. Γι' αυτό το λόγο υπάρχουν τέτοια ποσοστά αποτυχίας. Τώρα αρχίζει όμως να εξελίσσεται. Σε πολλά σχολεία στις ΗΠΑ, στον Καναδά ή στη Γερμανία, τα βιντεοπαιχνίδια χρησιμοποιούνται ως εργαλεία μάθησης. Οπως στον 19ο αιώνα ο μαυροπίνακας αποτέλεσε επανάσταση γιατί επέτρεπε μια διδασκαλία συλλογική. Ταυτίζουμε πολύ συχνά τα βιντεοπαιχνίδια με τη βία, την επιθετικότητα ή το βιασμό, αλλά μπορεί να γίνουν εργαλεία ψυχολογικής βοήθειας για μια υπεύθυνη συγκρότηση της ιδιότητας του πολίτη. Δυστυχώς, οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν εξοικειωθεί με αυτά τα νέα εργαλεία και χρησιμοποιούν τις παλαιές συνταγές. Αυτό δημιουργεί ένα τείχος στην επικοινωνία: ο εκπαιδευτικός κοιτά αφ' υψηλού τα ενδιαφέροντα των μαθητών και οι μαθητές περιφρονούν τους καθηγητές γιατί δεν είναι "μέσα στα πράγματα"».
- Αυτή η καταναλωτική κουλτούρα είναι τόσο καταπιεστική όσο την περιγράφετε;
«Ετσι νομίζω. Κοιτάξτε τον τρόπο με τον οποίο σήμερα αντιμετωπίζουμε τον θάνατο. Η κουλτούρα της κατανάλωσης δεν περιλαμβάνει το προϊόν "θάνατος" στις προσφορές της. Αυτή η κουλτούρα είναι εορταστική και αγνοεί την τραγωδία ή την τελική έκρηξη. Θέλω να πω πως ακόμη και η έννοια του τελειωμού τής είναι άγνωστη. Ο θάνατος καταχωρίζεται στα ατυχήματα. Η κεντρική φιλοσοφία της καταναλωτικής κουλτούρας μάς επιβάλλει να παρακολουθούμε τους συνεχείς νεωτερισμούς και προσφορές, τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και τις ανεξάντλητες ευκαιρίες, τις διαδοχικές εποχές που ανακυκλώνουν το παρωχημένο και εγγυώνται την επιστροφή τους στην επόμενη κολεξιόν, όπως το φαινόμενο "vintage". Παρατηρήστε επίσης πως μιλούμε για την ηλικία του καθενός. Οι διαδοχικές ηλικίες δεν οδηγούν σε μια τελική. Εχουμε μια ηλικία γιατί αυτήν έχουμε επιλέξει. Απέναντι στην ουτοπική απαίτηση της αιωνιότητας, η καταναλωτική κουλτούρα απαντά με χαριεντίσματα και παιδαριώδεις πράξεις. Είναι το μοντέλο της τηλεοπτικής σειράς. Ξέρουμε πότε αρχίζει και πότε τελειώνει μια ταινία ή ένα βιβλίο. Η τηλεταινία όμως δεν ξέρουμε πότε ολοκληρώνεται και πώς εξελίσσεται. Ενας ήρωας που είχε πεθάνει σε κάποιο επεισόδιο μπορεί να αναστηθεί χωρίς πρόβλημα, ανάλογα με τις επιθυμίες των τηλεθεατών».
- Κατά την άποψή σας, αυτή η καταναλωτική κουλτούρα δημιούργησε μια νέα μορφή υποκειμένου και αντικειμένου. Εξηγήστε μας.
«Βρισκόμαστε σε έναν χώρο όπου αυξάνεται η υποκειμενικότητα του αντικειμένου. Από εκεί προέρχεται αυτό το υβριδικό πλάσμα του υποκειμένου-αντικειμένου ("sobjet" αναφέρεται στο κείμενο από τη συγχώνευση των λέξεων "υποκείμενο" και "αντικείμενο" που μπορεί κανείς να το αποδώσει στα γαλλικά ή τα ισπανικά, αλλά δύσκολα στα ελληνικά). Μπορούμε να δώσουμε ως παράδειγμα τη σχέση άντρα-γυναίκας. Εχει τελειώσει η εξίσωση: άντρας=υποκείμενο, γυναίκα=αντικείμενο.
Η γυναίκα έχει γίνει πρωταγωνίστρια και ο άντρας απολαμβάνει την ανδρική ικανοποίηση τού να είναι αντικείμενο πόθου. Το ίδιο φαινόμενο ισχύει και για τις μάρκες. Παλαιότερα, τα προϊόντα είχαν μόνο πρακτικά προσόντα. Στο εξής μεταφέρουν ιστορίες και αισθήματα. "Σχεδιασμένο για τις αισθήσεις", λέει ένα σύνθημα της Nokia για ένα μοντέλο κινητού, γιατί τα αντικείμενα σήμερα γεννιούνται έχοντας στόχο να μας γοητεύουν, να μας συντροφεύουν και να μας απασχολούν.
Τα προϊόντα σήμερα έχουν τη δική τους γλώσσα, είναι προσωπικότητες. Η μασκότ είναι το πρωτότυπο του "υποκειμένου-αντικειμένου", το σκυλί που μας κρατά συντροφιά είναι συγχρόνως υποκείμενο και αντικείμενο. Με τον ίδιο τρόπο οι ανθρώπινες σχέσεις αποκαλύπτουν αυτή τη μικτή έννοια. Ο άλλος είναι συγχρόνως πρωταγωνιστής και εργαλείο. Είναι μια μορφή ουμανισμού τόσο χρηστικού όσο και συναισθηματικού. Ο άλλος δεν είναι ούτε σκλάβος ούτε ένα μακρινό ον. Είναι ένα κράμα και των δύο».