Ο Αρσένι Ταρκόφσκι (25 Ιουνίου 1907-27 Μαΐου 1989) δεν κολάκεψε ποτέ το σοβιετικό καθεστώς και τους φύλακές του. Γι' αυτό έπρεπε να περιμένει ώς το 1962 μέχρι να εκδοθεί η πρώτη ποιητική του συλλογή «Πριν το χιόνι». Μέχρι τα πενήντα πέντε του, οι αναγνώστες τον είχαν γνωρίσει κυρίως μέσα από τις μεταφράσεις του σε Εβραίους, Γεωργιανούς, Αρμένιους και Τουρκμένιους ποιητές. Οι στίχοι του κυκλοφορούσαν παράνομα γνωρίζοντας μεγάλη δημοτικότητα. Μάλιστα, ορισμένα σοβιετικά ροκ συγκροτήματα μελοποίησαν ποιήματά του.
 Ο Αρσένι Ταρκόφσκι με τον γιο του Αντρέι στους ώμους του τη δεκαετία του '30 |
Στη Δύση έγινε γνωστός όταν ο γιος του, ο σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι, χρησιμοποίησε στίχους του στις ταινίες του «Καθρέφτης», «Στάλκερ» και «Νοσταλγία». Εχει γράψει, άλλωστε, για την ποίηση του πατέρα του: «Αναμφισβήτητα είναι ο μεγαλύτερος Ρώσος ποιητής. Εχει έναν δυναμικό λυρισμό κι ένα πνευματικό σφρίγος που τον καθιστούν ποιητή στην πιο αμιγή μορφή. Γι' αυτόν το κυρίαρχο είναι η πνευματική έννοια της ζωής. Είναι μετριόφρων. Ποτέ δεν έγραψε κάτι για να γίνει διάσημος, για να προβληθεί. Εζησε δύσκολα χρόνια...».
Η πρόσφατη επιλογή ποιημάτων του Αρσένι Ταρκόφσκι, που κυκλοφορεί στη γλώσσα μας με τον τίτλο «Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας» (απόδοση - επιμέλεια Χρήστος Κολτούκης», «Ελεγεία») συμπίπτει με τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Ουκρανού ποιητή.
Ο Αρσένι Ταρκόφκσι ανήκει στην ομάδα εκείνη ποιητών που το σοβιετικό καθεστώς ποτέ δεν τους αποδέχθηκε. Συμπληρώνεται με τα ονόματα του Πάστερνακ, της Τσβετάγεβα και της Αχμάτοβα. Η σοβιετική κριτική τού καταλόγιζε μυστικισμό, τον οποίο ωστόσο ποτέ δεν απεμπόλησε, γιατί ήταν στη φύση του. Τον μετέδιδε στους αναγνώστες του με την απλότητα και την ακρίβεια των εικόνων του, με μια πειθαρχία που όμως, επισημαίνει ο μεταφραστής Χρήστος Κολτούκης, θυμίζει ποιητή της Ανατολής.
Στην ποίηση, γράφει ο μεγάλος δημιουργός, «υπάρχει κάτι εκπληκτικό, γιατί κάθε φορά δημιουργείται μια ισχυρή ποιητική πραγματικότητα, που επηρεάζει τον κόσμο μας. Η ποίηση είναι μια επικίνδυνη ενασχόληση. Το τίμημα το πληρώνει ο ίδιος ο δημιουργός με το θάνατό του».
Ο Ταρκόσφκι δεν έπαψε, σύμφωνα με τις αναμνήσεις της φίλης του Λαρίσα Μίλερ, να παραμένει ένα μικρό παιδί: «Οι τσέπες του και τα συρτάρια του ξεχείλιζαν πάντα από μικροπράγματα: κομψούς αναπτήρες, όμορφα τετράδια, κάθε είδους στυλό, μολύβια. Τα χωρίς αξία εξωτικά πράγματα τον γέμιζαν χαρά». Το σπίτι του ήταν από πάνω έως κάτω γεμάτο βιβλία, ατάκτως ερριμμένα. Εντούτοις, οι δίσκοι του ήταν τακτοποιημένοι και αριθμημένοι σ' έναν κατάλογο, ώστε να βρίσκει αμέσως όποιον χρειαζόταν.
Ανθρωπος της ζωής και της καθημερινότητας απολάμβανε όσο τίποτα την ημέρα των γενεθλίων του: «Οταν ερχόταν ο Ιούνιος, στα γενέθλιά μου, μου άρεσε αυτή η γιορτή και η ματαιότητά της, τα συγχαρητήρια των γυναικών και οι στίχοι των φίλων, το κρύσταλλο έτοιμο να αντηχήσει τόσο ανάλαφρα, και το μοιραίο φιλί...».
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανθολόγησε ποιήματα από τις εννέα εκδοθείσες συλλογές του σ' έναν τόμο υπό τον τίτλο «Λευκή Μέρα», ενώ τα άπαντά του κυκλοφόρησαν τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1992, σε τρεις τόμους. Τον Νοέμβριο της τελευταίας χρονιάς της ζωής του (1989) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.