Ο Λευτέρης Βογιατζής επιτέλους ανέβασε στο θέατρο της «Οδού Κυκλάδων» την «Ημερη» του Ντοστογιέφσκι, την οποία συζητάει από το 2003. Ταυτοχρόνως ερμηνεύει τον βασικό ήρωα, έναν ενεχυροδανειστή που η 16χρονη σύζυγός του αυτοκτονεί. Για πρώτη φορά μόνος στη σκηνή, μαζί με την ψηφιακή απεικόνιση της ομιλούσας μορφής του.
-Την «Ημερη» την ακούμε από το 2003. Καθυστέρησε το ανέβασμά της υπερβολικά.
«Κατ' αρχάς, η "Ημερη" είναι μια νουβέλα. Ενα κείμενο που, κατά τη δική μου αντίληψη, είναι μια άλλη μορφή τέχνης από το θέατρο. Εμένα δεν με ελκύει καν η μετατροπή λογοτεχνίας σε θέατρο».
-Γιατί;
«Δεν την καταλαβαίνω. Δεν είμαι εναντίον όταν την κάνει κάποιος άλλος. Και μπορεί και να την απολαύσω, ωστόσο, μου φαίνεται λίγο κωμική όποτε γίνεται. Μου φάνηκε ωστόσο πολύ ενδιαφέρων ο τρόπος που το έκανε ο Κάστορφ φέτος με τον Σελίν, παρ' όλο που ήταν πολύ ακραίος».
-Δηλαδή;
«Μου φάνηκε σαν να ήτανε κάποιος που πολεμάει με αυτό το υλικό, που δίνει γροθιές και τρώει γροθιές. Αυτό, όμως, δεν είναι απλώς μια μετατροπή καλή ή μέτρια, είναι εντελώς άλλο πράγμα».
-Εσείς παλέψατε με την «Ημερη» όπως ο Κάστορφ με τον Σελίν;
«Οχι, γιατί δεν τη μετατρέπω σε θέατρο».
-Αν όχι σε θέατρο, τότε σε τι;
«Ολο μου το πρόβλημα ήταν πως το κείμενο θα διατηρήσει την εξελικτική του αφηγηματικότητα. Κι όχι το πώς θα αποκτήσει μια δραματικότητα θεατρική. Δεν πήρα τους ήρωες της νουβέλας να τους κάνω πρόσωπα με τα οποία συνδιαλέγομαι. Αφησα όλη τη διήγηση να είναι διήγηση».
-Την ιδέα των βίντεο εσείς την είχατε;
«Ναι. Κι επειδή είχα ήδη μια συνεργασία με τον Γιώργο Σκεύα σκέφτηκα την εικόνα».
-Υπήρχαν προβλήματα, όμως, με τις οθόνες. Τις ψάχνατε για καιρό, ακόμη και στο εξωτερικό.
«Ναι. Πέφτοντας οι προβολείς στα τζάμια τύφλωναν τον κόσμο. Επρεπε να βρούμε άλλο τρόπο. Μετά άρχισαν και οι αρρώστιες γενικά αλλά και δέχτηκα ξαφνικά τις προτάσεις του Παναγιωτόπουλου για μια ταινία και του Χουβαρδά για το Εθνικό. Κι επειδή πιστεύω ότι ο Χουβαρδάς είναι το πρόσωπο που μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά, δεν μπορούσα να αρνηθώ».
-Είναι σαν να παραδέχεστε ότι δεν θα μπορούσατε εσείς να διευθύνετε ένα Εθνικό Θέατρο.
«Αν παράταγα το θέατρο, θα το έκανα τέλεια. Τα οικονομικά, όπου έχω μια τρομερή δυσκολία, με την έννοια ότι με ζαλίζουνε, αν σκηνοθετώ μόνο, έχει αποδειχτεί ότι τα κανονίζω τέλεια. Τόσο, που δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Ολο το πρόβλημα είναι ότι παίζω κιόλας».
-Γιατί είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα η ηθοποιία;
«Για να παίξεις πρέπει να έχεις μια ηρεμία και μια συγκέντρωση πολύ διαφορετική από τις άλλες δουλειές. Για να πάω το βράδυ να παίξω πρέπει να έχω εξασφαλίσει ότι έχω κοιμηθεί κάπως, ότι είμαι καλά σωματικά, ότι η ψυχική μου διάσταση δεν είναι σε μια κατάσταση τέτοια που το παραμικρό μπορεί να τη διαλύσει. Αυτά πρέπει να τα έχεις εξασφαλίσει, όμως τρέμεις συνέχεια μην τυχόν δεν τα έχεις. Είναι ένα μαρτύριο. Θα μου πεις "αυτή είναι η δουλειά σου". Ποια δουλειά; Την ώρα που βγαίνεις στη σκηνή είναι μια στιγμή ειδική, ανεπανάληπτη, που πρέπει να την έχεις υποτίθεται -θεωρητικά- πολύ μεγάλη ανάγκη. Δεν πηγαίνεις να ξεβρακωθείς κάθε μέρα επειδή έτσι σου κάπνισε! Επέρχεται κορεσμός. Πρέπει να μπορείς να αντιμετωπίσεις αυτό τον κορεσμό των συναισθημάτων. Από αυτή την άποψη το επάγγελμα του ηθοποιού είναι τρομερό».
-Επιμένετε να το κάνετε. Ετσι όπως το παρουσιάζετε, ακούγεται μαζοχιστικό.
«Τι να κάνω; Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο. Και δυστυχώς δεν είμαι μουσικός, γιατί αυτό είναι κανονικά μέσα στο "είναι" μου. Γι' αυτό έχω γεννηθεί. Κι αντί γι' αυτό κάνω θέατρο».
-Οι επεμβάσεις στο πρωτότυπο του Ντοστογιέφσκι πώς έγιναν;
«Εγιναν στο πώς λειτουργεί ο χρόνος στις φράσεις. Δεν συνομιλώ με τον εαυτό μου. Είμαι ο ένας μεσα στον άλλο. Δεν μιλάμε κι απαντάμε. Οταν συνομιλείς με τον εαυτό σου, δεν κάνεις διάλογο. Είσαι εσύ».
-Τον αντιμετωπίζετε ως αρνητικό τον ήρωα;
«Το να 'σαι τοκογλύφος ή ενεχυροδανειστής είναι κάτι αρνητικό, σαν να ρουφάς το αίμα από τον άλλον. Ο ήρωας γίνεται ενεχυροδανειστής για να πάρει εκδίκηση από την κοινωνία και να απομονωθεί από αυτή. Δεν μπορώ να ταυτιστώ εύκολα με την αρνητική πλευρά του».
-Παντρεύεται όμως ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι.
«Χρειάζεται έναν σύμμαχο. Και θέλει να την "φτιάξει" για να είναι έτοιμη να ακούσει την ιστορία του, χωρίς να τον παρεξηγήσει. Ομως τα πράγματα πάνε αντίθετα απ' ό,τι περίμενε. Εκεί που πας να φτιάξεις έναν άνθρωπο, ή θα τον καταστρέψεις ή θα τσινήσει. Αυτό γίνεται εδώ, κι όλα οδηγούνται σε μια καταστροφή απόλυτη. Το φινάλε είναι η απίστευτη εικόνα μοναξιάς που μπορεί να διανοηθεί άνθρωπος. Ολο αυτό έρχεται να συνδεθεί με το είδος του ήρωα: είναι αδελφάκι του ανθρώπου του "Υπογείου". Εχει απόλυτη συνείδηση του εαυτού του συνεχώς. Αυτό είναι ένα τρομακτικό μαρτύριο. Δεν ζει τη ζωή. Είναι ένας σαδομαζοχιστής του εαυτού του, όπου οι καλύτερές του στιγμές είναι η πτώση. Το δεύτερο στοιχείο είναι η αίσθηση του γελοίου. Κι αυτό τον οδηγεί σε μια κρυψίνοια και στον κόσμο του φανταστικού».
-Θύμα του εαυτού του, επομένως;
«Τρομακτικό! Γι' αυτό και φαντάστηκα ότι ο άνθρωπος αυτός συνορεύει πολύ με την τρέλα ή με την αίσθηση της αυτοκτονίας της δικής του. Είμαι αναγκασμένος να σκεφτώ τι θα συμβεί μετά. Κι αυτό μου το έλυσε το δεύτερο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, ο "Διπλός άνθρωπος". Αυτό με οδήγησε στη λύση με τον Σκεύα. Κι έτσι έγινε αυτή η ιστορία με το διπλό πρόσωπο. Στις μεγάλες οθόνες είναι ο εγκέφαλος αυτού που βλέπουμε στις μικρές. Αυτός που είναι στις μικρές οθόνες καμιά φορά τρώει μια κλοτσιά και ανεβαίνει επάνω. Δηλαδή υπάρχει κι ένα χιούμορ σε μερικά σημεία. Επεμβαίνω με έναν τρόπο σαν να τον ελέγχω εγώ, ενώ στην ουσία με ελέγχει αυτός συνέχεια».
-Δεν συναντηθήκατε μαζί του πουθενά;
«Κάθε άλλο. Συναντιέμαι με τον ήρωα σε πάρα πολλά πράγματα, κυρίως αρνητικά. Στον εγωισμό. Στη σιωπή. Τα κοινά στοιχεία στο θέατρο υπάρχουν. Αλλιώς δεν μπορείς να κάνει τέχνη. Αμα κάτι δεν έρχεται να ταυτιστεί με κάτι δικό σου, δεν προχωράς. Αλλά ποιο είναι το σπουδαίο; Ξαφνικά όταν βρίσκεις αυτό που είναι δικό σου, σε πιάνει η περιέργεια. Κι εκεί ανάβει η σπίθα. Τι είναι αυτό που βλέπω σε αυτόν και μου είναι γνωστό; Ολη μας η δουλειά έχει να κάνει μ' αυτό το πράγμα».
-Είστε ένας άνθρωπος που δεν τα πηγαίνει καλά με τις τεχνολογίες. Φαίνεται πως στην «Ημερη» κάνατε την υπέρβαση.
«Είναι η πρώτη και τελευταία φορά. Αν κάτι δεν γίνει με έναν πολύπλοκο τρόπο που θα καταλήξει να είναι απλό, δεν έχει νόημα. Εγώ γιατί να ξαναασχοληθώ όμως με την τεχνολογία; Δεν έχω σχέση. Από εδώ και πέρα θέλω να κάνω έναν Σέξπιρ -δεν ξέρω ποιον- και να παίξω με σκηνοθέτη κάποιον άλλο».
* Η «Ημερη» ανεβαίνει σε μετάφραση Ειρήνης Λεβίδη και Λ.Βογιατζή. Σκηνικά-κοστούμια: Χλόη Ομπολέσκι. Βουβή παρουσία η Ελενα Τοπαλίδου.