Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ
Η δέκατη τρίτη ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά, «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως» («Ικαρος», σελ. 88, ευρώ 14), η τέταρτη μετά τη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα» του 1998, βρίσκεται αυτές τις ημέρες στα βιβλιοπωλεία. Συναντήσαμε την ποιήτρια ένα βροχερό πρωινό στο φιλόξενο πατάρι των εκδόσεων «Ικαρος».
-Τι έχει αλλάξει στην τελευταία σας ποιητική συλλογή σε σχέση με τις προηγούμενες; Ή είναι δύσκολο να αναιρέσετε ό,τι έως τώρα κατακτήσατε ως προσωπική και αναγνωρίσιμη ποιητική φωνή;
«Ο τίτλος της "Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως" κυρίως υπαινίσσεται τη γενικότερα αμετακίνητη φύση του ψυχισμού μερικών, βέβαια, ανθρώπων. Αφορμή ήταν μία πραγματική μετακόμισή μου σε ένα άλλο σπίτι, με σύγχρονες ξεκούραστες συνθήκες, με ασανσέρ, θέα, θυροτηλέφωνο και, προπάντων, καθόλου ξένο σπίτι. Καλά θερμασμένο από το ότι έζησαν εκεί απόγονοί μου -έζησαν κείνοι καλά κι εγώ ακόμα καλύτερα. Κοντά τους.
Και μοιάζει λίγο σαν πεπρωμένο -αν εξαιρέσει κανείς τη μελοδραματικότητα που παράγει η λέξη πεπρωμένο- και σίγουρα ελαφρώς κωμικοτραγικό, ότι όλη μου η ζωή χτίστηκε στην Κυψέλη, εκεί το πατρικό μου σπίτι, τρία βήματα πιο κάτω το συντροφικό -έτη πενήντα- και μόνο τρία βήματα πλαϊνά ετούτο, στο οποίο ζω τώρα συγκατοικώντας ευτυχώς με τα οικεία συμπεράσματά μου. Ευρύχωρο σπίτι κι όμως πατείς με πατώς σε, καθώς κουβάλησα εδώ μέσα όσα με προετοίμασαν, με τρόμαξαν, με καθησύχασαν, με έδεσαν με όσα χάθηκαν. Τόση σύμπτωση πια και καθόλου προδιαγραμμένο;
Οικείο συμπέρασμα: παραμένει, παρά το ασανσέρ, να ανεβαίνουμε με τα πόδια τις σκάλες του κουραστικού εαυτού μας, αναπόσπαστοι από τις δύσκολες συνθήκες εκείνου του χώρου μέσα στον οποίο ωρίμασε και όρμησε η σκλαβωμένη ελευθερία να αγαπάμε ό,τι χάνεται. Ενα συμπέρασμα που κοντά στα άλλα δηλώνει πως καμιά δυνατότερη ποιητική φωνή δεν "κατέκτησα" από αυτή την απλά ή και απλοϊκά αναγνωρίσιμη.
Εν τούτοις, μια βιαστική ματιά στο κλίμα του βιβλίου θα με ενοχοποιήσει ίσως, ότι φόρεσα μια ελαφρώς μίνι νεότητα. Οχι εκείνη που κρυφά μας δανείζει και φοράμε για λίγο τη μνήμη. Μια νεότητα νεογέννητη φασκιωμένη με την ηλικία μου. Γιατί αυτό; Ποιος ξέρει; Ή βρήκα αξόδευτα και πολύ απαιτητικά αποθέματα ή έπλασα νέο χρόνο για να ξαναχάσω αυτή τη δεύτερη νεότητα».
-Το πένθος στη μνήμη του αγαπημένου έχει υποχωρήσει; Ή εξακολουθεί να είναι παρόν ως παρακαταθήκη στους κληρονόμους του ονόματός του;
«Το πένθος δεν υποχωρεί. Ακριβώς επειδή η απώλεια είναι μεγάλη, σιγά σιγά τα καταφέρνει να μοιάζει με ύπαρξη. Και δεν εννοώ αυτά τα φαντάσματα που γεννά η μνήμη. Οχι. Είναι κάτι σαν μεθοδική προσπάθεια, από τη μεριά του νεκρού πια, να ζήσει κι άλλο. Για τον ίδιο τον εαυτό του».
-Η γειτονιά σας η Κυψέλη, ως μοίρα, σε ποιο βαθμό επηρεάζει την καθημερινότητά σας και πώς η καθημερινότητα αυτή περνάει στα ποιήματά σας;
«Γνώρισα την ήρεμη έννοια της γειτονιάς, στην Κυψέλη. Δεν είναι όμως αυτό που μου καλλιέργησε την επαφή μου με την καθημερινότητα. Και στην έρημο μόνιμα να ζούσα, και στον ουρανό, και στον παράδεισο και στην ευτυχία, η καθημερινότητα αυτού που ζούσα θα με απασχολούσε, ως παράγων πρώτα πρώτα διαρκείας.
Αρκετά μας βασάνισε το σπάνιο και το δυσεύρετο. Δεν κατάλαβα ακόμα αλήθεια γιατί είναι έκπτωτος από τις μεγάλες αξίες αυτός που στέκει, με δέος συχνά, μπροστά σ' ό,τι καθημερινό συμβαίνει. Φυσικά και υπάρχουν εξαιρετικά πράγματα στον κόσμο. Αλλά και αυτά, σε κάποιο κλαδί της χειμαρρώδους καθημερινότητας σκαλώνουν και σώζονται. Οφείλονται λοιπόν να την υμνούν.
Τέλος πάντων, ας ξεκαθαρίσουμε: είναι υποτιμητικό να χρειαζόμαστε τη ζωή για κάθε της μέρα επί καθημερινής και όχι εφήμερης βάσεως; Είμαι σίγουρη ότι η πεταλούδα ευχαρίστως θα άλλαζε την ημερήσια ζωή της για ένα πέταγμα και στα πληκτικά έστω άνθη ατελείωτων ημερών».
-Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης είναι ο προνομιακός συνομιλητής σας; Μήπως και ο Τάκης Κ. Παπατσώνης;
«Πολύ φυσικό να συνομιλώ με τον Καβάφη, αφού "έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κώχη τούτη την μικρή / σ' όλην την γη την χάλασες". Και με τον Παπατσώνη συνομιλώ, προσπαθώντας να πιστέψω ότι το θείον βλέπει με καλό μάτι τη συντριβή».
-Η ποιητική σας πρόταση μπορεί να ακουστεί εν μέρει γλωσσοκεντρική;
«Απλώς υποπτεύομαι ότι πολλές φορές είναι η γλώσσα που μου υποδεικνύει, μου επιβάλλει σχεδόν το θέμα του ποιήματος και την τροπή του. Για να μην πω ότι το γράφει σε μεγάλο μέρος μόνη της».
-Εχουμε ακούσει να λένε για την ποίησή σας ότι γράφετε για την αιωνιότητα με όρους καθημερινότητας. Πώς σας φαίνεται;
«Ναι, με την έννοια ότι η αιωνιότητα του θανάτου είναι καθημερινή. Η άλλη, η ένδοξη, ποσώς με ενδιαφέρει, αφού ποτέ δεν θα την πληροφορηθώ».
-Εάν υιοθετήσουμε την κυρίαρχη άποψη των κριτικών ότι η ποίησή σας είναι κρυπτική, ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που την καθιστούν, εδώ και χρόνια, δημοφιλή;
«Δημοφιλής; Μεγάλη, και όχι ευπρόσδεκτη κουβέντα. Οσοι τυχαίνει να αγαπούν κάποια ποιήματά μου ξέρουν άραγε γιατί; Μήπως επειδή είναι κρυφοκρυπτικά και δεν τρομάζουν; Μήπως λειτουργούν σαν επουλωτική αλοιφή για εγκαύματα ή σαν αναζωπύρωση επιθυμητής φωτιάς; Δεν ξέρω. Πάντως ευχαριστώ την υποστηρικτική αγάπη τους, απ' όποια ερμηνεία κι αν προέρχεται».
-Γιατί αν μας αρέσει κάποιος ή κάποια λέμε ότι «είναι ποίημα»;
«Ευφυής ερώτηση, σχεδόν ερμηνεύει πως μάς κατακλύζει χωρίς ιδιαίτερο προσδιορισμό, χωρίς αναλύσεις, η επιβλητική μαγεία της ποίησης».
-Νιώθετε συχνά μοναξιά, κι αν ναι, πότε;
«Συχνά. Ακόμα και τις στιγμές που θεωρούνται συντροφευμένες. Θέλεις γιατί δύσκολα συντροφεύεσαι, θέλεις γιατί κατά βάθος δεν το χρειάζεσαι ή ακόμα γιατί η συντροφικότης κάνει πλούσια μόνο τη στιγμή».
-Θα ήταν εφιαλτικό το σενάριο, εάν κάποτε παύαμε να γράφουμε ποίηση;
«Οχι περισσότερο εφιαλτικό από το ότι κάποτε δεν θα ζούμε. Αυτεπάγγελτη διακοπή πάσης ποίησης».
-Θέλατε κάτι να σας δοθεί και σας το στέρησαν;
«"Ποίημα" είναι αυτή η τελευταία ερώτησή σας. Ας μην το οικειοποιηθώ απαντώντας».